Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"The marvel nowhere is not,
despite it circulates in
the veins of the pesrson!!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε, καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε
μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες
! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!

-Χτυπήστε στην ΑΥΛΟΠΟΡΤΑ να σας υποδεχτούμε!
-Aναζητείστε το"Ποίημα του μήνα" στο τέλος της σελίδας.

16.1.17

Ράντυαρντ Κίπλινγκ, ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ... Βάρναλης και Κατσιμιχαίοι Αφιερωμένο στους αποκλεισμένους κατοίκους του Γοργογυρίου λόγω χιονιού.

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1865 ήρθε στη ζωή ο Άγγλος λογοτέχνης και ποιητής Joseph Rudyard Kipling, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί σημαντικός καινοτόμος στην τέχνη του σύντομου διηγήματος, γνωστός για τα έργα του «Το βιβλίο της Ζουγκλας», «Κιμ», «ο Άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς» και το ποίημα «Αν». Ήταν ο πρώτος Άγγλος συγγραφέας που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1907, και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι ο νεότερος κάτοχος αυτού του βραβείου.
Ενώ πολλοί θεωρούν πως ποιήματά του όπως το «The White Man's Burden» αποτελούν κατάφωρη υπεράσπιση του ιμπεριαλισμού, άλλοι διακρίνουν σε αυτά ειρωνεία και προειδοποιήσεις για τους κινδύνους του ιμπεριαλισμού.
Η πρώτη δεκαετία του 20ού αι. βρήκε τον Kipling στο απόγειο της επιτυχίας του. Αποκαλούμενος Ποιητής της Αυτοκρατορίας, με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έγραφε ενθουσιώδη φυλλάδια που υποστήριζαν τη θέση της Αγγλίας στον Πόλεμο, ενώ στην μάχη του Loos έχασε τον μοναχογιό του John Kipling, κάτι που τον σημάδεψε βαθιά. Συνέχισε να γράφει, με πιο χαλαρό ρυθμό, μέχρι τη δεκαετία του 1930.
ΑΝ ΑΠΟ ΑΝΑΓΚΗ ΕΜΕΙΝΕΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ Ο ΧΙΟΝΙΑΣ ΣΕ ΑΝΑΓΚΑΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΚΑΠΟΙΑ ΒΙΒΛΙΑ -ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΔΙΟΤΙΜΑ- ΤΟΤΕ ΑΣ ΧΙΟΝΙΖΕΙ ΚΑΘΕ ΒΔΟΜΑΔΑ.
Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι
τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,
στον εαυτό σου αν μπορείς να 'χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν
μα κι αδιάφορος να 'σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,
αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν' αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,
ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ' το ψέμα
κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,
κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,
 
αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,
αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,
αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,
να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,
αν μπορείς να υποφέρεις ν' ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,
στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,
ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,
κι αφού σκύψεις, ν' αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,
 
αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ' αγαθά και τα κέρδη σου όλα,
κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις
και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ' την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,
και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,
κι αν μπορείς ν' αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,
να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,
και ν' αντέξεις σ' αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα 'χεις
άλλο εξόν απ' τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,
 
αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,
ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,
κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,
τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ' άλλον,
αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας
στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,
τότε θα 'ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,
και —περισσότερο ακόμα— θε να 'σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
ΤΟ «ΑΝ» ΤΟΥ ΚΙΠΛΙΝΓΚ
 
Αν μπορείς την παλαβή να κάνεις, όταν οι άλλοι
σου κάνουνε το γνωστικό κι όλοι σε λένε φταίχτη·
αν δεν πιστεύεις τίποτα κι άλλοι δε σε πιστεύουν·
αν σχωρνάς όλα τα δικά σου, τίποτα των άλλων·
κι αν το κακό, που πας να κάνεις, δεν το αναβάλλεις
κι αν σ' όσα ψέματα σου λεν με πιότερ' απανταίνεις·
κι αν να μισείς ευφραίνεσαι κι όσους δε σε μισούνε
κι αν πάντα τον πολύξερο και τον καλόνε κάνεις.
 
Αν περπατάς με την κοιλιά κι ονείρατα δεν κάνεις
κι αν να στοχάζεσαι μπορείς μονάχα το ιντερέσο·
το νικημένο αν παρατάς και πάντα διπλαρώνεις
το νικητή, μα και τους δυο ξετσίπωτα προδίνεις·
αν ό,τι γράφεις κι ό,τι λες, το ξαναλέν κι οι άλλοι
γι' αληθινό - να παγιδεύουν τον κουτό κοσμάκη·
 αν λόγια κι έργα σου καπνόν ο δυνατός αέρας
τα διαβολοσκορπά κι εσύ ξαναμολάς καινούριον.
 
Αν όσα κέρδισες μπορείς να τα πληθαίνεις πάντα
και την πατρίδα σου κορώνα γράμματα να παίζεις·
κι αν να πλερώνεις την πεντάρα, που χρωστάς, αρνιέσαι
και μόνο να πληρώνεσαι σωστό και δίκιο το 'χεις·
αν η καρδιά, τα νεύρα σου κι ο νους σου εν αμαρτίαις
γεράσανε κι όμως εσύ τα στύβεις ν' αποδίδουν·
αν στέκεις πάντα δίβουλος και πάντα σου σκυμμένος
κι όταν φωνάζουν οι άλλοι «εμπρός!» εσύ φωνάζεις «πίσω!»
 
Αν στην πλεμπάγια να μιλάει αρνιέται η αρετή σου
κι όταν ζυγώνεις δυνατούς, στα δυο λυγάς στη μέση·
κι αν μήτε φίλους μήτ' εχθρούς ποτέ σου λογαριάζεις
και κάνεις πως τους αγαπάς, αλλά ποτέ κανέναν
αν δεν αφήνεις ευκαιρία κάπου να κακοβάνεις
και μόνο, αν κάνεις το κακό, η ψυχή σου γαληνεύει,
δικιά σου θα 'ναι τούτ' η Γης μ' όλα τα κάλλη που 'χει
κι έξοχος θα 'σαι Κύριος, αλλ' Ανθρωπος δε θα'σαι!

γέλα πουλί μου
Στίχοι και Μουσική: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας
 
Μου φαίνεται σαν να 'ναι χθές
μα πάνε τόσα χρόνια
που σαν βιολί το σώμα σου
στα χέρια μου κρατούσα
 
Με το ραδιόφωνο σιγά
μες στ' απαλό σκοτάδι
θα τρόμαζες αν ήξερες
πόσο σε αγαπούσα
 
Τίποτα δεν έχει αλλάξει
και τίποτα δεν είναι όπως παλιά
μένει όμως ακόμα ένα πείσμα
που δεν είναι συνήθεια μοναχά
 
Γέλα, γέλα πουλί μου γέλα
γέλα, κι είν' η ζωή μια τρέλα
 Πηγή. Βασίλης Συμεωνίδης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: