Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"The marvel nowhere is not,
despite it circulates in
the veins of the pesrson!!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε, καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε
μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες
! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!

-Χτυπήστε στην ΑΥΛΟΠΟΡΤΑ να σας υποδεχτούμε!
-Aναζητείστε το"Ποίημα του μήνα" στο τέλος της σελίδας.

18.1.17

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ ''ΟΡΕΣΤΗΣ''

Το ποίημα αυτό γράφτηκε το 1914 και είναι ένα σονέτο που διέπεται από το πνεύμα του παρνασσισμού, μιας τεχνοτροπίας που επηρέασε την πρώτη περίοδο της ποιητικής δημιουργίας του Κώστα Βάρναλη. O ποιητής, που ήταν κλασικός φιλόλογος, καθώς και μεταφραστής του αρχαίου δράματος, καταπιάστηκε με τον κόσμο και τα σύμβολα της αρχαιότητας με δημιουργικό και τολμηρό τρόπο.

Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε! Και μ’ ένα
χαμόγελον ιδές πώς σ’ έφερ’ έως
στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.

Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια

και το έργο σου σαν να ‘ταν άλλος κάμε.
Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
για το αίμα της μητρός σου για η ντροπή σου.
 
Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος
ξέχανε: ξέχασε
άμε: πήγαινε
θα παίρνει σε από πίσου: θα σε ακολουθά
γιά: ή
Ο Κώστας Βάρναλης προσεγγίζει την ιστορία του Ορέστη με ευνοϊκή διάθεση απέναντι στον νεαρό ήρωα, αφού στο πρόσωπό του αναγνωρίζει τη μοίρα του απλού ανθρώπου που συνθλίβεται υπό το βάρος γεγονότων και περιστάσεων που δεν αποτελούν δική του ευθύνη. Το αίτημα του Απόλλωνα στον Ορέστη να φονεύσει τη μητέρα του και τον εραστή της, προκειμένου να λάβει εκδίκηση για τη δολοφονία του πατέρα του, Αγαμέμνονα, φέρνει τον ήρωα αντιμέτωπο μ’ ένα οδυνηρό δίλημμα, καθώς το να τιμωρήσει εκείνους που σκότωσαν τον πατέρα του, σημαίνει πως θα πρέπει να αφαιρέσει τη ζωή της ίδιας του της μητέρας. Ο Ορέστης, υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα έφτανε ποτέ στη μητροκτονία, δεν μπορεί, ωστόσο, να αφήσει δίχως τιμωρία την άδικη θανάτωση του πατέρα του.
«Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα,
λύσε τα να φανείς, ως είσαι, ωραίος
και διώξε από το νου σου πια το χρέος
του μεγάλου χρησμού, μια και κανένα

τρόπο δεν έχεις άλλονε!»
Σε β΄ πρόσωπο ο ποιητής απευθύνεται στον νεαρό ήρωα και τον συμβουλεύει να πάψει να βασανίζει τον εαυτό του για το βαρύτατο χρέος που του ανέθεσε ο Απόλλωνας μέσω του χρησμού. Όσο κι αν αυτό που του ζητούν να κάνει είναι οδυνηρό και απάνθρωπο, ο ίδιος δεν θα πρέπει να νιώθει ενοχές ή να βυθίζεται στη στεναχώρια, διότι αφενός είναι κάτι για το οποίο δεν έχει προσωπική ευθύνη κι αφετέρου είναι κάτι που δεν μπορεί να το αποφύγει. Εφόσον ο Απόλλωνας απαίτησε το θάνατο της Κλυταιμνήστρας, δεν υπάρχει πλέον καμία δυνατότητα διαφυγής για τον Ορέστη απ’ την εκπλήρωση αυτής της απαίτησης. Η μητροκτονία δεν είναι θέμα επιλογής για τον νεαρό ήρωα, είναι η αναπόφευκτη κατάληξη των λανθασμένων επιλογών που έκανε η ίδια η μητέρα του.  
Ο ποιητής φροντίζει, μάλιστα, να τονίσει το πόσο άδικο είναι να επιβαρύνει ο νεαρός ήρωας τον εαυτό του με σκέψεις για το αν η δολοφονία της μητέρας του είναι σωστή ή όχι, παρουσιάζοντας με έμφαση το νεαρό της ηλικίας του και την ομορφιά του. Ο Ορέστης σ’ αυτή την ηλικία που βρίσκεται θα έπρεπε να απολαμβάνει τη ζωή και να χαίρεται τα νιάτα του, απαλλαγμένος από τέτοιου είδους φρικτές υποχρεώσεις. Όσο, άλλωστε, κι αν ο ίδιος δεν το αντιλαμβάνεται, έχει, επί της ουσίας, πέσει θύμα λαθών που διέπραξαν οι γονείς του, και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να εξουθενώνει ψυχικά τον εαυτό του και να βασανίζεται για το αν πρέπει ή όχι να κάνει αυτό που του ζητήθηκε.
Λύσε τα μαλλιά σου, παροτρύνει ο ποιητής τον νεαρό ήρωα, για να φανεί το πόσο ωραίος είσαι∙ λύσε τα μαλλιά σου, που είναι γεμάτα ζωντάνια, νεανικότητα και σφρίγος, όπως τα μυρωμένα σέλινα του αγρού, και μη σκέφτεσαι άλλο τον φρικτό χρησμό που σου δόθηκε. Ούτως ή άλλως δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να κάνεις αυτό που σου ζητά ο θεός, οπότε είναι προτιμότερο να βαδίσεις το δρόμο που χαράκτηκε για σένα με την ανεμελιά και τη χάρη που ταιριάζει στη νεανική ομορφιά σου.
Η επιλογή του β΄ προσώπου καθιστά φανερή την παραινετική διάθεση του ποιητή και παράλληλα προσδίδει μια ιδιαίτερη λειτουργία στα λόγια του, καθώς δημιουργείται η αίσθηση πως ο ποιητής συνδιαλέγεται με τον ήρωα όπως θα έκανε ο κορυφαίος του χορού σε μια αρχαιοελληνική τραγωδία. Είναι σαν να υιοθετεί ο ποιητής το ρόλο του πρεσβύτερου που νουθετεί τον νεαρό ήρωα κι επιχειρεί να απαλύνει τις τύψεις και τις αμφιβολίες του για το δύσκολο χρέος που του ανατέθηκε.  
«Και μ’ ένα
χαμόγελον ιδές πώς σ’ έφερ’ έως
στου Άργους την πύλη ο δρόμος σου ο μοιραίος
το σπλάχνο ν’ αφανίσεις που σ’ εγέννα.»  
Ο ποιητής ζητά από τον Ορέστη ν’ αντικρίσει τη δυσάρεστη πορεία που έχει λάβει η ζωή του με το χαμόγελο και το ψυχικό σθένος των νέων ανθρώπων, που έχουν μέσα τους το ιδιαίτερο δώρο της νιότης να αναμετριούνται με τις απαιτήσεις της ζωής χωρίς να χάνουν την αισιόδοξη διάθεσή τους. Κάθε νέος άνθρωπος γνωρίζει πως έχει μπροστά του πολύ χρόνο, γεγονός που του επιτρέπει να αντιμετωπίζει τις τρέχουσες δυσκολίες αντλώντας κουράγιο από τη σκέψη πως μπορεί στο μέλλον τα πράγματα να αλλάξουν προς όφελός του. Ό,τι μοιάζει ανυπόφορο τώρα, είναι πολύ πιθανό να ξεχαστεί αργότερα από τις χαρές που προσφέρει με αφθονία η νεότητα στους ανθρώπους.
Ο δρόμος που οδηγεί τον Ορέστη στο να σκοτώσει τη γυναίκα που τον γέννησε, είναι ένας δρόμος μοιραίος∙ ένας δρόμος προκαθορισμένος από την ίδια τη μοίρα και τις αποφάσεις άλλων ανθρώπων, γι’ αυτό κι ένας δρόμος που ο ήρωας οφείλει να τον βαδίσει χωρίς να αισθάνεται πως τον βαρύνει κάποια κατηγορία ή κάποια ευθύνη.
Ο Ορέστης είναι απολύτως αθώος στα μάτια του ποιητή, όπως ακριβώς αθώος είναι και κάθε άλλος καθημερινός άνθρωπος που εξαναγκάζεται από τις δυσκολίες της ζωής να συμβιβαστεί με επιλογές ή καταστάσεις που υπό άλλες συνθήκες θα είχε αποφύγει. Ο Βάρναλης αναγνωρίζει στη μοίρα του Ορέστη τη μοίρα πολλών απλών ανθρώπων που προχωρούν στη ζωή χωρίς δικαίωμα επιλογής λόγω των υπέρτερων πιέσεων που δέχονται από τις αντίξοες συνθήκες της φτωχικής τους ζωής, και προσδίδει έτσι στο ποίημα επιπλέον διαστάσεις. Όσο κι αν ένας άνθρωπος με οικονομική άνεση θεωρεί πως πάντοτε υπάρχει η δυνατότητα επιλογής, ο Βάρναλης αντικρίζει τη ζωή από την οπτική των φτωχών καθημερινών ανθρώπων που συχνά υπομένουν αδιανόητες καταστάσεις μόνο και μόνο γιατί γνωρίζουν πως δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν κάτι διαφορετικό.  
«Κανείς δε σε θυμάτ’ εδώ. Κι εσύ όμοια
τον εαυτό σου ξέχανέ τον κι άμε
στης χρυσής πολιτείας τα σταυροδρόμια
και το έργο σου σαν να ‘ταν άλλος κάμε.»
Ο ποιητής συνεχίζοντας την προσπάθειά του να απαλλάξει τον νεαρό ήρωα από κάθε πιθανή ενοχή για ό,τι οφείλει να κάνει, του υπενθυμίζει πως επιστρέφει στην πόλη του σαν ένας τελείως άγνωστος, αφού μετά από τόσα χρόνια απουσίας κανείς πια δεν τον θυμάται. Κι ακριβώς έτσι οφείλει κι ο ίδιος να λειτουργήσει, σαν να μην αναγνωρίζει, δηλαδή, τον ίδιο του τον εαυτό∙ οφείλει να αποστασιοποιηθεί από τον εαυτό του κι από την οδυνηρή κατάσταση που βιώνει, και να επιτελέσει το χρέος του σαν να ήταν κάποιος άλλος. Εφόσον του είναι, εύλογα, δύσκολο να σκοτώσει τη μητέρα του, χωρίς να νιώσει τις ενοχές να τον πνίγουν, θα πρέπει να αποδεσμευτεί πλήρως από την ταυτότητά του και να προχωρήσει στο άθλιο έργο που του ανατέθηκε σαν να είναι κάποιος ξένος, που δεν έχει καμία σχέση με την Κλυταιμνήστρα.
Παρά το γεγονός, άλλωστε, ότι το χρέος του Ορέστη μοιάζει πλήρως δικαιολογημένο, αφού, από τη μία η Κλυταιμνήστρα δολοφόνησε εντελώς δόλια και αναίτια τον πατέρα του, τον Αγαμέμνονα, κι από την άλλη είναι ο ίδιος ο Απόλλωνας που απαιτεί την εκδίκηση του νεκρού, δεν παύει να συνιστά ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο, μιας και ο νέος καλείται να δολοφονήσει την ίδια του την μητέρα.  
«Έτσι κι αλλιώς θα παίρνει σε από πίσου
για το αίμα της μητρός σου για η ντροπή σου.»
Ο ποιητής ολοκληρώνει τις παραινέσεις του στον νεαρό ήρωα με μια τελική υπενθύμιση, προκειμένου να του καταστήσει απολύτως σαφές πως δεν υπάρχει καμία δυνατότητα διαφυγής από το σκληρό χρέος που του ανατέθηκε. Ό,τι κι αν αποφασίσει, δηλαδή, να κάνει ο Ορέστης θα βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, διότι είτε θα τον στοιχειώνει το αίμα της μητέρας του είτε η ντροπή για το γεγονός ότι άφησε ατιμώρητη τη φόνισσα του πατέρα του, παρακούοντας συνάμα το αίτημα ενός θεού. Δεν μπορεί, επομένως, να ξεγελά τον εαυτό του ο ήρωας με τη σκέψη ότι έχει τη δυνατότητα επιλογής, αφού ακόμη κι αν δεν προχωρήσει στη μιαρή μητροκτονία, πάλι θα έρθει αντιμέτωπος με τις τύψεις και την ντροπή, αφού θα έχει φανεί άνανδρος στο δίκαιο και ιερό χρέος που έχει απέναντι στον πατέρα του.
Αν, λοιπόν, ο Ορέστης υποφέρει με τη σκέψη πως ίσως υπάρχει τρόπος να αποφύγει τη δολοφονία της μητέρας του, θα πρέπει, σύμφωνα με τον ποιητή, να μην λαμβάνει καν υπόψη του αυτό το ενδεχόμενο, αφού η δολοφονία της Κλυταιμνήστρας συνιστά μοιραίο και αναπόφευκτο μονόδρομο γι’ αυτόν.    
Σονέτο
Είναι ποίημα σταθερής μορφής και συνήθως λυρικού περιεχομένου. Η ονομασία «σονέτο» προέρχεται από την ιταλική γλώσσα: sonetto = σύντομος, μικρός ήχος· μικρό, σύντομο τραγούδι, τραγουδάκι (στα λατινικά sonus = ήχος). Η ελληνική ονομασία «δεκατετράστιχο» είναι περισσότερο εύστοχη: στηρίζεται σ' ένα εξωτερικό γνώρισμα, που είναι ο σταθερός αριθμός των στίχων.
Το σονέτο είναι ποίημα ολιγόστιχο· αποτελείται από δεκατέσσερις στίχους, που κατανέμονται σε τέσσερις στροφές. Οι δυο πρώτες στροφές είναι τετράστιχες, ενώ οι δυο τελευταίες τρίστιχες· έχουμε δηλαδή το σχήμα: 4 - 4 - 3 - 3.
Στις δυο πρώτες τετράστιχες στροφές, η πιο συνηθισμένη μορφή ομοιοκαταληξίας είναι η σταυρωτή (α β β α). Στις δυο τελευταίες τρίστιχες στροφές, η ομοιοκαταληξία μπορεί να παρουσιάζει ποικίλους συνδυασμούς και τύπους. Πάντως, ένας τουλάχιστον στίχος της μιας στροφής πρέπει να ομοιοκαταληκτεί με έναν της άλλης.
Σε ό,τι αφορά το σονέτο του Βάρναλη, η ομοιοκαταληξία είναι σταυρωτή στις δύο πρώτες στροφές (α ββ α), πλεχτή στην τρίτη (γ δ γ) και ζευγαρωτή στους δύο τελευταίους στίχους της τέταρτης στροφής (δ ε ε). Ενώ, ο δεύτερος στίχος της τρίτης στροφής, ομοιοκαταληκτεί με τον πρώτο της τέταρτης.
Το μέτρο των στίχων είναι ιαμβικό, βασίζεται δηλαδή σε ζεύγη συλλαβών, στα οποία τονίζεται η δεύτερη συλλαβή. Οι στίχοι είναι ενδεκασύλλαβοι, όπως στην κλασική μορφή του σονέτου, αλλά υπάρχουν και στίχοι με δώδεκα ή δεκατρείς συλλαβές.  
Σέ λι / να τα / μαλ λιά  / σου μυ / ρω μέ  / να (ενδεκασύλλαβος)
το σπλά / χνο ν’ α / φα νί / σεις που / σ’ ε γέν / να (ενδεκασύλλαβος) 
Ανιχνευτρια η Διοτίμα-Ζαν ντ' Αρκ.
Πηγή latistorblogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: