Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"The marvel nowhere is not,
despite it circulates in
the veins of the pesrson!!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε, καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε
μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες
! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!

-Χτυπήστε στην ΑΥΛΟΠΟΡΤΑ να σας υποδεχτούμε!
-Aναζητείστε το"Ποίημα του μήνα" στο τέλος της σελίδας.

28.3.17

Οι ανθρωπομονάδες του Μίκη Θεοδωράκη

Πρόκειται για ένα σύνθετο και αρκετά πολύπλοκο σύστημα καταμέτρησης της ανθρώπινης ενέργειας, βιολογικά, πνευματικά, ψυχικά.  Όπως είναι γνωστό, υπάρχουν ένα σωρό παράγοντες που αυξάνουν αυτή την ενέργεια, δηλαδή τις ανθρωπομονάδες, καθώς και τόσοι άλλοι που τις μειώνουν.  Δεν είναι φυσικά στις προθέσεις μας να τους καταγράψουμε λεπτομερειακά, θετικούς και αρνητικούς.  Αν και κάτι τέτοιο θα ήταν τελικά χρήσιμο, μιας και, όπως θα δούμε, εκείνο που μετρά μέσα στην ανθρώπινη ζωή δεν είναι μόνο γενικά και αφηρημένα οι κοινωνικές σχέσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά πολύ καθαρά και συγκεκριμένα το πόσες ανθρωπομονάδες εξασφαλίζει ο κάθε πολίτης μέσα στο δοσμένο κοινωνικό σύστημα, μέσα στις δοσμένες κοινωνικές σχέσεις, ελευθερίες, δικαιώματα, ανάγκες, υποχρεώσεις, καταναγκασμούς και δυνατότητες.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως όσο το σύστημα είναι περισσότερο δημοκρατικό, φιλελεύθερο, όσο το επίπεδο της ζωής υψηλότερο, οι δυνατότητες μόρφωσης και πληροφόρησης περισσότερες, εξασφαλισμένη η πραγματική συμμετοχή σε συλλογικές αποφάσεις, όσο ο πολίτης νιώθει και είναι υπεύθυνος, όσο… όσο… κ.λπ., τόσο αυξάνουν μέσα του οι ανθρωπομονάδες, μεγαλώνει η ανθρώπινη ενέργεια.  Όμως, η ιστορική περίοδος που διανύουμε μας δείχνει ότι μέσα και στα δύο κυρίαρχα συστήματα, στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό, όλες οι κυρίαρχες σχέσεις και κυρίως οι σχέσεις παραγωγής τελικά παίρνουν από τον μέσο πολίτη πολύ περισσότερες ανθρωπομονάδες απ’ αυτές που δίνουν.
(…)
 Ένας άνθρωπος, χωρίς το αναγκαίο μίνιμουμ σε ανθρωπομονάδες είναι τελικά κουρασμένος σωματικά, ψυχικά και πνευματικά, ανίκανος να σκεφτεί, να οραματιστεί, να γυμνάσει το μυαλό του, να πάρει αποφάσεις, πρωτοβουλίες, να φτιάξει κάτι δικό του, να δημιουργήσει.  Αυτά ως προς τη σκέψη, το μυαλό.  Ως προς την ψυχή του, τα συναισθήματά του, τον εσωτερικό του κόσμο, είναι άδειος από την ενέργεια που δίνει η επαφή μας με την ομορφιά, τη φύση, την τέχνη, την καλή συντροφιά, τις αρμονικές σχέσεις στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά, με τους γνωστούς και τους φίλους.
Τέλος, ως προς το σώμα, ο άνθρωπος της πόλης είναι υποχρεωμένος να επαναλαμβάνει καθημερινά τις ίδιες κινήσεις ή να υποβάλλεται στην ίδια ακινησία, στη μεταφορά στο εργοστάσιο, στο κατάστημα, στο γραφείο, ενώ δεν έχει δυνατότητες για άθληση, μακρινούς περιπάτους, εκδρομές μέσα στη φύση.  Ο αέρας που αναπνέει γίνεται όλο και πιο μολυσμένος.  Δε νιώθει καλά.  Η τροφή του, με τα τυποποιημένα προϊόντα, παύει να είναι υγιεινή.  Η περίθαλψη στα νοσοκομεία είναι ελλειπής. Πάσχει από μικροαρρώστιες όταν δεν είναι άρρωστος σοβαρά. Θα πρέπει να δούμε επίσης τι μηνύματα και ποια ερεθίσματα τον περιβάλλουν, τον ενοχλούν, τον επηρεάζουν καθημερινά, από το πρωί ως το βράδυ. Οι διαφημίσεις, ο Τύπος, οι ήχοι και οι μουσικές, το ραδιόφωνο, οι φωνές στους δρόμους και οι κάθε είδους θόρυβοι της πόλης, τέλος, η τηλεόραση.  Χιλιάδες μηνύματα, διαφημιστικά, πολιτικά, ερωτικά, αθλητικά, που όμως τα διέπει σχεδόν όλα η ίδια λογική.  Η κυρίαρχη λογική του κάθε συστήματος.  Ο Γενικός Νόμος της Αγοράς στη Δύση.  Ο Γενικός Νόμος της Πολιτικής Θρησκείας στην Ανατολή.
Μπορούμε νομίζω, να φανταστούμε τον μέσο πολίτη της Ευρώπης.  Να τον δούμε την ώρα που ξεκινά για τη δουλειά του.  Άλλος πηγαίνει στη στάση του λεωφορείου, άλλος στο σταθμό του μετρό, ενώ κάποιος τρίτος μπαίνει στο ιδιωτικό του αυτοκίνητο.  Γενικά, είναι κουρασμένος από το πρωινό ξύπνημα, νυστάζει, το κεφάλι του είναι μουδιασμένο.  Αυτός που οδηγεί, βάζει το ραδιόφωνο.  Όποιο σταθμό κι αν ψάξει, θ’ ακούσει την ίδια περίπου τυποποιημένη μουσική της εποχής.  Τα ίδια διαφημιστικά σποτς.  Το δελτίο καιρού ή τις πολιτικές ειδήσεις σε ρυθμό «χωρίς ανάσα».
Tι περνάει, αλήθεια, απ’ το μυαλό αυτών
των ανθρώπων που κατά κοπάδια
κατευθύνονται στις δουλειές τους;
Τίποτε!
Αυτός που ταξιδεύει με το λεωφορείο ή το μετρό, όρθιος ή καθιστός, διαβάζει ανόρεχτα τους τίτλους της εφημερίδας ή κρυφοκοιτάζει την εφημερίδα του διπλανού του.  Κανείς δεν βλέπει τον άλλον στα μάτια.  Είναι όλοι συνωφρυωμένοι, κατσούφηδες, απελπισμένοι, γιατί σε λίγο θα κλειστούν για οκτώ ολόκληρες ώρες.  Δεν τολμούν ακόμα να σκεφτούν, τη στιγμή που θα σχολάσουν.  Την ώρα της επιστροφής.
Αν μπει στο λεωφορείο ή στο βαγόνι μια πραγματικά ωραία γυναίκα, τότε οι άντρες ξυπνάνε, γουρλώνουν τα μάτια και τη φαντάζονται, οι περισσότεροι, γυμνή.  Μια ωραία γυναίκα γι’ αυτούς δεν είναι παρά ένα γυμνό σώμα στο κρεβάτι, όργανο ερωτικής ηδονής.  Γρήγορα όμως συνέρχονται, οι όψεις τους ξαναγίνονται βαριές.  «Αυτά είναι όνειρα», σκέφτονται και κατεβάζουν το κεφάλι.  Βγαίνουν κατά ομάδες απ’  τους σταθμούς και βαδίζουν για να πάνε στη δουλειά τους.
Ο οδηγός του Ι.Χ. έχει άλλα προβλήματα.  Βρίσκει πως τα κόκκινα φανάρια ανάβουν ειδικά γι’ αυτόν.  Ο ρυθμός της ροής γίνεται κάθε μέρα και πιο αργός.  Αυτές οι συχνές στάσεις, η αργοπορία, του τεντώνουν τα νεύρα.  Χτυπά νευρικά με τα δάχτυλα το τιμόνι.  Σβήνει το ραδιόφωνο.  Το ξανανοίγει.  Αγριοκοιτάζει αυτόν που προσπαθεί να τον ξεπεράσει.  Είναι έτοιμος για ένα μέτρο ασφάλτου να σκοτώσει ή να σκοτωθεί.  Τέλος, έχει πρόβλημα στο parking.  Θα βρει θέση;  Παρκάρει εξουθενωμένος.  Εξουθενωμένος κλείνει την πόρτα και η μόνη σκέψη που κάνει είναι «πότε θα τελειώσουν αυτές οι ατέλειωτες οχτώ ώρες ώσπου να ξαναβάλω το κλειδί για να ανοίξω την πόρτα και να γυρίσω στο σπίτι…».
Tι περνάει, αλήθεια, απ’ το μυαλό αυτών των ανθρώπων που κατά κοπάδια κατευθύνονται στις δουλειές τους; Τίποτε!  Εκτός από τον απόηχο από κάποιο νυχτερινό καβγά, κάποιο πρόβλημα.  Ή οι φευγαλέες εντυπώσεις, αν την προηγούμενη νύχτα είδαν στην T.V. κάποιο ενδιαφέρον ματς, σήριαλ ή βιντεοφίλμ.
Το μυαλό είναι κουρασμένο, μουδιασμένο, τρομοκρατημένο μπροστά σε μια ακόμα μονότονη, άχαρη, κουραστική, χωρίς ενδιαφέρον, σε μια κυριολεκτικά χαμένη μέρα απ’ τη ζωή τους.  Το μυαλό έχει παραλύσει, καθώς όλες αυτές οι εικόνες, οι αναμνήσεις, οι σκέψεις έρχονται και φεύγουν αστραπιαία.  Το μυαλό μοιάζει σαν ένα κολοσσιαίο εργοστάσιο με σταματημένες μηχανές.  Είναι ακίνητο.  Το μυαλό δε δουλεύει.  Μήπως όμως δουλεύει η ψυχή, το συναίσθημα;
Στο διάλειμμα της εργασίας,
στην καντίνα,
είναι η μοναδική ανθρώπινη στιγμή.
Και φτάνουμε στη δουλειά.  Τις προάλλες πήγα στα καταστήματα FNAC στη rue de Rennes να αγοράσω δίσκους.  Περιμέναμε με τη Μυρτώ ουρά στο ταμείο.  Κάπου δέκα λεπτά.  Όταν έφτασε η σειρά μας, η ταμίας μέτρησε τους δίσκους που διάλεξα γράφοντας στην αριθμομηχανή τις τιμές.  Στο τέλος τις άθροισε με μια κίνηση.  Η Μυρτώ έβγαλε την μπλε κάρτα.  Η ταμίας την έβαλε στο ειδικό μηχάνημα που είναι συνδεδεμένο με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που ελέγχει όλες τις τράπεζες και όλους τους λογαριασμούς.  Αφού πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, η απάντηση ήταν θετική και γράφτηκε σ’ ένα χαρτάκι που βγήκε απ’ το μηχάνημα.  Αφού πληρώσαμε, περάσαμε από την άλλη πλευρά του ταμείου.  Κάθισα να παρακολουθήσω την ταμία.
Παρατήρησα πως η πληρωμή γίνεται με τρεις τρόπους.  Ο πρώτος, με χρήματα που τα μετρά με γρήγορες κινήσεις.  Ο δεύτερος, με τσεκ  που το ελέγχει σε ειδικό μηχάνημα.  Και ο τρίτος, με την μπλε κάρτα που την περνά στο κομπιούτερ.  Οι πελάτες περνάνε συνεχώς, χωρίς το παραμικρό διάλειμμα.  Η ταμίας σκυμμένη ελέγχει τα εμπορεύματα, καταγράφει στο κομπιούτερ τις τιμές, τις αθροίζει και κάνει τις εισπράξεις με τους τρεις τρόπους που είδαμε.  Όλες οι κινήσεις είναι γρήγορες αλλά καλά υπολογισμένες και σταθερές.  Το σώμα της είναι ακίνητο.  Δουλεύουν μόνο τα χέρια της και το μυαλό της.
Πόσοι πελάτες περνούν μπροστά της κάθε ώρα;  Πόσα εμπορεύματα;  Πόσα λεφτά εισπράττει στο οχτάωρο;  Τι θα συμβεί αν κάνει λάθος;  Ποιά είναι η ευθύνη της και με ποιές συνέπειες;  Επομένως δεν εργάζεται μόνο, αλλά έχει και το άγχος μήπως κάνει λάθος.  Μήπως δεν δει καλά την τιμή ή μήπως δεν μετρήσει σωστά τα χρήματα.
Η Μυρτώ μου είπε ότι, στα μεγάλα καταστήματα «Βερόπουλου», στο Κουκάκι, η ταμίας γνωρίζει απ’ έξω τις τιμές των εμπορευμάτων.
Τσακισμένοι βυθίζονται σε ύπνο χωρίς όνειρα,
έχοντας το φόβο, από την ώρα
που πλαγιάζουν του απαίσιου ήχου
απ’ το ξυπνητήρι, που, ως συνήθως,
δείχνει άγριες πρωινές ώρες.
Ας φανταστούμε τώρα την ταμία αυτή το βράδυ, ύστερα από οχτώ ώρες δουλειάς.  Όταν έφυγε το πρωί από το σπίτι της ήταν σχεδόν νύχτα.  Ενώ έξω ο ήλιος φωτίζει την πόλη, μέσα στο κατάστημα ο φωτισμός είναι ηλεκτρικός.  Ο αέρας κοντισιονέ.   Δηλαδή ζει μέσα σε μια τεχνητή ατμόσφαιρα και τεχνητό περιβάλλον.  Δεν βλέπει γύρω της.  Δεν βλέπει ούτε τους πελάτες, γιατί το μάτι της πρέπει να παρακολουθεί τα εμπορεύματα, μετά τις τιμές και, τέλος, τα χρήματα.  Μέσα σε οχτώ ώρες πόσα εμπορεύματα είδε;  Πόσες αθροίσεις έκανε;  Πόσα χρήματα μέτρησε με το χέρι της;  Αυτά τα τρία πράγματα, Εμπορεύματα – Αθροίσεις – Χρήματα, είναι ο κόσμος της για μιαν ολόκληρη μέρα.
Στο διάλειμμα της εργασίας, στην καντίνα, είναι η μοναδική ανθρώπινη στιγμή. Κουρασμένη για ό,τι προηγήθηκε και για ό,τι θα επακολουθήσει, τρώει ανόρεχτα το σάντουιτς, πίνει με αργές γουλιές το αναψυκτικό, και κάπου κάπου ανταλλάσσει δύο λόγια αδιάφορα με τις διπλανές της.   Για τι μιλούν;  Προσωπικά προβλήματα, αρρώστιες, ακρίβεια, τα παιδιά τους, οι άντρες τους.  Στην καλύτερη περίπτωση θα πουν πως πέρασαν το week-end ή πού θα το περάσουν.  Όλα αυτά, μηχανικά, ανόρεχτα, χωρίς ενδιαφέρον.  Γιατί η σκέψη της καθεμιάς γυρίζει στα δικά της.
Tο άγριο πρωινό ξύπνημα,
το τροχάδην στο πλύσιμο, στο φαγητό, στους δρόμους…
που τα διαδέχεται η ανία της υποχρεωτικής κοινωνικής,
χωρίς προσωπικό ενδιαφέρον, μονότονης εργασίας
Όταν βγαίνει στο δρόμο, αρχίζει να βραδιάζει.  Δύο βήματα στο πεζοδρόμιο.  Καμιά βιτρίνα και να η είσοδος του μετρό.  Είναι η ώρα της μεγάλης κίνησης.  Μπαίνει όπως όπως.  Στριμώχνεται.  Αφήνει το κορμί της να λικνίζεται στο ρυθμό των τροχών και τις κινήσεις αυτών που μπαινοβγαίνουν.  Δεν σκέφτεται τίποτε.  Μόνο βιάζεται να φτάσει στο σπίτι.
Αν είναι μητέρα, την περιμένουν νέα καθήκοντα.  Κουζίνα, γεύματα, πιάτα, ρούχα, έγνοιες των παιδιών.  Μετά είναι ο σύζυγος.  Το ίδιο σκοτωμένος κι αυτός, δεν έχει όρεξη για κουβέντες.   Διαβάζει μηχανικά την εφημερίδα του.  Τρώνε.  Τα παιδιά πλαγιάζουν.  Κάθονται για λίγο μπροστά στην T.V.  Αν είναι η καθορισμένη μέρα που πρέπει να κάνουν έρωτα, σηκώνονται και πλαγιάζουν.  Αν όχι, μένουν λίγο περισσότερο μπροστά στο κουτί.  Κάποιος κοιμάται επί τόπου.  Δεν αντέχει.  Τσακισμένοι βυθίζονται σε ύπνο χωρίς όνειρα, έχοντας το φόβο, από την ώρα που πλαγιάζουν του απαίσιου ήχου απ’ το ξυπνητήρι, που, ως συνήθως, δείχνει άγριες πρωινές ώρες.
Αυτή η περιγραφή δεν είναι φανταστική, ούτε αναφέρεται σε κάποια εξαίρεση.  Αφορά το 90%  όλων των εργαζομένων στις σύγχρονες κοινωνίες.  Τόσο στον καπιταλισμό όσο και στο σοσιαλισμό.
Αν αναλύσουμε σχολαστικά όλες τις περιπτώσεις, δηλαδή όλα τα επαγγέλματα, θα διαπιστώσουμε ότι όλο και περισσότερο λείπει η προσωπική ζωή, η οικογενειακή ζωή και η κοινωνική συναναστροφή και, φυσικά, λείπει ο χρόνος για πνευματική και ψυχική καλλιέργεια, για σωματική άσκηση, για περιπλάνηση μέσα στη φύση, ώστε τα μάτια να δουν πράσινο και γαλάζιο.  Να δουν τα λουλούδια και τα βουνά.  Όλα τα πράγματα που ηρεμούν, ξεκουράζουν και ομορφαίνουν τον εσωτερικό μας κόσμο.  Οι πόλεις – όλες ομοιόμορφες – δεν έχουν πια παρά άσφαλτο και γκρίζα κτίρια, χωρίς ενδιαφέρον.  Αυτοκίνητα που δημιουργούν έναν συνεχή ρυθμό, παρά φύσιν, που κάνει να τεντώνουν τα νεύρα και να «σπάζουν».
(…)
Αυτό το άγριο πρωινό ξύπνημα, το τροχάδην στο πλύσιμο, στο φαγητό, στους δρόμους.  Που τα διαδέχεται η ανία της υποχρεωτικής κοινωνικής, χωρίς προσωπικό ενδιαφέρον, μονότονης εργασίας.  Το τροχάδην στις διαφημίσεις, στα γεγονότα, στις ειδήσεις.  Το συνεχές ανακάτωμα των «μηνυμάτων».  Απεργίες, μάχες, πολύνεκρα ατυχήματα, πολιτικές συναντήσεις, ματς, ωραίες γυναίκες, γυμνές στις διαφημίσεις, βομβαρδισμένα τοπία, αστυνομικοί, με γκλομπς, όλων των εθνοτήτων, δεξιώσεις με υπέροχες νυχτερινές τουαλέτες, διαφημίσεις απορρυπαντικών, Ρήγκαν – Γκορμπατσόφ, ΜΑΤ που κυνηγούν νεαρούς στα γήπεδα, υπουργικό συμβούλιο, πορεία εργαζομένων, διαφήμιση παιδικών τροφών, παιδιά σκελετωμένα, κούρσες αυτοκινήτων, δηλώσεις πρωθυπουργού, διαφήμιση κόκα-κόλα – χιλιάδες καθημερινά «μηνύματα» που τα νεύρα τα ανεβοκατεβάζουν, προσπαθώντας να τα τοποθετήσουν σε μια γωνιά του εγκεφάλου.  Όμως, αυτός τι να κρατήσει και τι να απορρίψει;  Και γιατί να κρατήσει και γιατί να απορρίψει;  Θέλω να πω, με ποιό κριτήριο;  Ποιά κρίση, ποιό όφελος;  Ποιά σημασία;  Δηλαδή, με άλλα λόγια, ο ανθρώπινος εγκέφαλος – αυτό το αριστούργημα της δημιουργίας – καταντά κέντρο διερχομένων, ένας σκουπιδότοπος, στην κυριολεξία, όπου τελικά τα σκουπίδια ξεχειλίζουν και πνίγουν τη λειτουργικότητά του, δηλαδή τη σκέψη.
Έχουμε, δηλαδή, δύο βασικές παραβιάσεις.  Η πρώτη αφορά τους απάνθρωπους ρυθμούς με τους οποίους εισβάλλουν τα «μηνύματα» στο νευρικό σύστημα κι από κει στον εγκέφαλο.  Και η δεύτερη, η ποιότητα των «μηνυμάτων».  Είναι όλα τόσο ανακατωμένα, απροσδόκητα, ανόμοια, παράλογα, ανεξήγητα, που τελικά καταλήγουν στο τίποτα.  Στο χάος.  Και να σκεφτούμε ότι αυτή είναι η καθημερινή «τροφή» ενός σύγχρονου νευρικού συστήματος και εγκεφάλου.
Επομένως, ποιές και πόσες ανθρωπομονάδες μπορεί να υπάρξουν, ύστερα από όλη αυτή την ανωμαλία;  Nομίζω καμιά.
Ο φυσικός ρυθμός και η φυσική αρμονία, από τα οποία έχει ανάγκη ο άνθρωπος, διαταράσσονται σφοδρά και από άλλους δύο κοινωνικούς καταναγκασμούς :  Tη βία και την πειθαρχία.  Πίσω από την επιβαλλόμενη εξωτερικά πειθαρχία, βρίσκεται πάντα η βία :  είτε άμεσα είτε σαν απειλή.  Και όταν λέμε βία, θα πρέπει να λέμε και φόβος.  Από κει και πέρα αρχίζει μια αλυσίδα καταπιεσμένων συναισθημάτων και ψυχικών τραυματισμών, που μας οδηγούν στην ανασφάλεια κι από κει στη μοναξιά.  Και είναι φοβερό πράγμα να νιώθει κανείς μόνος και ανασφαλής, μέσα σ’ έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο τερατώδης.  Το φοβισμένο και μοναχικό άτομο, είναι περιττό να πούμε πως έχει αδειάσει από ανθρωπομονάδες.  Η ανθρώπινη ενέργεια που διαθέτει είναι μηδέν. »
Ανιχνευτής ο επιχειρηματίας χρόνου Πεπέ-Πούφ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: