Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"The marvel nowhere is not,
despite it circulates in
the veins of the pesrson!!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε, καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε
μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες
! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!

-Χτυπήστε στην ΑΥΛΟΠΟΡΤΑ να σας υποδεχτούμε!
-Aναζητείστε το"Ποίημα του μήνα" στο τέλος της σελίδας.

17.3.17

ΜΟΥΣΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΓΙΑ ΑΡΧΑΡΙΟΥΣ ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

καστράτο (castrato)
Τραγουδιστής όπερας με ψηλή φωνή, ως αποτέλεσμα ευνουχισμού πριν από την εφηβεία. Οι καστράτοι κυριαρχούν στην όπερα από το Μπαρόκ μέχρι τον 19ο αιώνα.
κάτσια (ιταλ. caccia, δηλ. κυνήγι)
Ιταλικό είδος μουσικής του 14ου αιώνα, που βασίζεται στην τεχνική της μίμησης και περιγράφει σκηνές της υπαίθρου, κυρίως του κυνηγιού.
κλάστερ (cluster)
Συνήχηση από συνεχόμενες νότες, που παράγεται όταν π.χ. πατήσει κανείς με την παλάμη του ή με τον βραχίονα τα πλήκτρα του πιάνου.
κολάζ
Μουσικό έργο που ενσωματώνει πολλά αποσπάσματα από άλλες συνθέσεις.
κομμάτι χαρακτήρα
Οργανικό κομμάτι συνήθως για πιάνο, που αποδίδει μουσικά μια σκηνή, μια εντύπωση ή περιγράφει ένα πρόσωπο, όπως δηλώνει ο τίτλος του.
κοντσέρτο (concerto)
Έργο για σόλο όργανο/α και ορχήστρα. Την Μπαρόκ περίοδο δήλωνε επίσης και το συνδυασμό φωνών με ένα ή περισσότερα όργανα.
κοντσέρτο γκρόσο (concerto grosso)
Το πιο σημαντικό είδος μπαρόκ κοντσέρτου, στο οποίο μια μικρή ομάδα οργάνων (κοντσερτίνο, concertino) αντιτίθεται στο σύνολο της ορχήστρας (τούτι, ριπιένο, tutti, ripieno).
κοράλ=βλ. χορικά
κουαρτέτο εγχόρδων (string quartet)
Δηλώνει ομάδα από τέσσερα έγχορδα (δύο βιολιά, βιόλα και τσέλο) αλλά και ένα είδος σύνθεσης που αποτελείται από τέσσερα συνήθως μέρη και προορίζεται να παιχτεί από την ομάδα αυτή.
κουράντ (γαλλ. courante, δηλ. με ροή, αβίαστος)
Επιβλητικός, μέτρια γρήγορος χορός σε τριμερή ρυθμό, συνήθως ο δεύτερος μιας τυπικής μπαρόκ σουίτας.
λάιτ μοτίφ (γερμ. Leitmotiv, καθοδηγητικό ή εξαγγελτικό μοτίβο)
Σύντομη μουσική φράση που συνδέεται με ένα πρόσωπο, αντικείμενο ή ιδέα και επανέρχεται αυτούσια ή παραλλαγμένη στη διάρκεια ενός μουσικού δράματος.
λαουτοτράγουδο (lute song)
Αγγλικό είδος σόλο τραγουδιού με συνοδεία λαούτου.
λειτουργία ή λειτουργικός κύκλος (λατ. missa, αγγλ. mass, γαλλ. messe)
Πολυφωνική μελοποίηση των σταθερών κειμένων της Ρωμαιοκαθολικής Λειτουργίας, αυτών δηλ. που δεν αλλάζουν από Κυριακή σε Κυριακή ή από γιορτή σε γιορτή. Τα κείμενα αυτά είναι πέντε: Kyrie (Κύριε ελέησον), Gloria (Δόξα εν υψίστοις Θεώ), Credo (Πιστεύω), Sanctus - Benedictus (Άγιος Κύριος Σαβαώθ - Ευλογητός) και Agnus Dei (Ο αμνός του Θεού). Οι συνθέτες μελοποιούν αυτά τα πέντε μέρη από τον 14ο αιώνα.
ληντ (γερμ. Lied, πληθ. Lieder)
Τραγούδι με γερμανικά λόγια. Ο όρος αναφέρεται κυρίως στο τραγούδι για σόλο φωνή με συνοδεία πιάνου του 18ου και 19ου αιώνα.
λιγκατούρα (ligature)
Σύμβολα σαν νότες που δήλωναν επαναλήψεις σύντομων ρυθμικών σχημάτων στη μουσική από τον 12ο μέχρι τον 16ο αιώνα.
λιμπρέτο (libretto)
Στα ιταλικά σημαίνει «μικρό βιβλίο». Είναι το κείμενο της όπερας, άλλοτε έμμετρο και άλλοτε όχι.
λυρική τραγωδία (tragedie lyrique)
Η γαλλική όπερα του 17ου και 18ου αιώνα που καθιερώθηκε με τον Ζαν-Μπατίστ Λουλλύ και συνδυάζει δράμα, μουσική, χορό και μεγαλόπρεπο θέαμα.
μαδριγάλι (ιταλ. madrigale, δηλ. τραγούδι στη μητρική γλώσσα)
1) Πολυφωνική ιταλική σύνθεση του 14ου αιώνα για δύο ή τρεις φωνές με θέμα ποιμενικό ή ερωτικό. 2) Πολυφωνική ιταλική σύνθεση του 16ου αιώνα για φωνές, με ή χωρίς συνοδεία οργάνων, πάνω σε ιταλική ποίηση ερωτικού χαρακτήρα. Τα μαδριγάλια έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή και στην Αγγλία.
μανιερισμός
Από το λατινικό manierus=τρόπος, κάτι δηλ. που αντιτίθεται στην πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας.
μάσκα (masque)
Αγγλικό δραματικό είδος του 17ου αιώνα, που περιλάμβανε ποίηση, μουσική, χορό, σκηνικά και κοστούμια.
μεγάλη όπερα (grand opera)
Σοβαρή όπερα της Ρομαντικής περιόδου που περιλάμβανε μπαλέτα, χορωδιακά μέρη και φαντασμαγορική σκηνογραφία.
μίμηση (imitation)
Η αντιστικτική τεχνική της άμεσης επανάληψης μιας μελωδικής φράσης ή μοτίβου από μία ή περισσότερες άλλες φωνές, συνήθως με κάποιες μικρές αλλαγές στις νότες ή το ρυθμό.
μινιμαλισμός (minimalism)
Μουσική του 20ού αιώνα που βασίζεται στη συνεχή επανάληψη μιας σύντομης μελωδικής, ρυθμικής ή αρμονικής ιδέας.
μονοφωνία (monophony)
Μία ή περισσότερες φωνές που παίζουν ή τραγουδούν ταυτόχρονα την ίδια μελωδία.
μονωδία (monody.
Το φωνητικό ύφος που σχετίζεται με τις πρώτες όπερες της εποχής Μπαρόκ και δηλώνει μια μελωδία για έναν τραγουδιστή και απλή συνοδεία οργάνου.
μορφή (φόρμα) σονάτας
Τρόπος οργάνωσης του μουσικού υλικού, που βασίζεται στην αντίθεση μελωδιών και τονικοτήτων. Περιλαμβάνει τρία μέρη: την έκθεση, την επεξεργασία και την επανέκθεση του θεματικού υλικού. Στην Κλασική και Ρομαντική περίοδο τα πρώτα μέρη στα κουαρτέτα, τις συμφωνίες και τις σονάτες είναι συνήθως σε μορφή (φόρμα) σονάτας.
μοτέτο (motet)
Από τη γαλλική λέξη "mot", δηλ. «λέξη». 1) Τον 13ο και 14ο αιώνα, πολυφωνική σύνθεση με δύο ή περισσότερα κείμενα, συχνά σε διαφορετικές γλώσσες (λατινικά και γαλλικά). 2) Τον 15ο αιώνα, οποιαδήποτε πολυφωνική σύνθεση πάνω σε λατινικό κείμενο (εκτός των κειμένων της Λειτουργίας). 3) Μετά τον 16ο αιώνα, ο όρος δήλωνε θρησκευτική σύνθεση και εκτός λατινικής γλώσσας.
μουσικό δράμα
Όρος τον οποίο χρησιμοποίησε ο Ρίχαρντ Βάγκνερ για τις όπερές του, θέλοντας να τονίσει την αλληλεξάρτηση και ενότητα της μουσικής και του δράματος στα λυρικά έργα. Βλ. και συνολικό έργο τέχνης.
μπάλαντ όπερα (ballad opera)
Η αγγλική ελαφριά όπερα του 18ου αιώνα. Οι διάλογοι απαγγέλλονταν, δεν τραγουδιόνταν, ενώ τα τραγούδια ήταν γνωστές μελωδίες με καινούρια λόγια που ταίριαζαν στη δράση.
Μπαρόκ (Baroque)
Η περίοδος της μουσικής ιστορίας από το 1600 μέχρι το 1750 περίπου. Από το πορτογαλικό barroco, που σημαίνει «μαργαριτάρι με ακανόνιστο σχήμα».
μπάσο
Η χαμηλότερη ανδρική φωνή, αλλά και η χαμηλότερη μελωδία σε μια πολυφωνική σύνθεση.
μπάσο κοντίνουο, συνεχές βάσιμο ή απλώς κοντίνουο (basso continuo)
Η πιο χαρακτηριστική τεχνική της μπαρόκ μουσικής, κατά την οποία μια μπάσα μελωδία αντιτίθεται (αλλά και υποστηρίζει) μια ψηλή μελωδία. Συνήθως ένα πληκτροφόρο όργανο —τσέμπαλο ή Όργανο— ή ένα λαούτο παίζει τις συγχορδίες που υποστηρίζουν την ψηλή μελωδική γραμμή και ένα βαθύ όργανο, όπως τσέλο, βιόλα ντα γκάμπα ή φαγκότο, διπλασιάζει-ενισχύει την μπάσα γραμμή.
μπελ κάντο (ιταλ. bel canto.
Σημαίνει όμορφο τραγούδι και χαρακτηρίζει τις ευκίνητες, καθαρές και κομψές μελωδίες της όπερας των αρχών του 19ου αιώνα.
νεοκλασικισμός (neoclassicism)
Ρεύμα του 20ού αιώνα που αναβιώνει τη μουσική παλαιότερων εποχών, κυρίως της Μπαρόκ και της Κλασικής περιόδου.
ντίβα=βλ. πριμαντόνα
οκτατονική κλίμακα ή σκάλα (octatonic scale)
Κλίμακα στην οποία εναλλάσσονται τόνοι και ημιτόνια.
ολοτονική κλίμακα ή σκάλα (whole tone scale)
Κλίμακα που αποτελείται μόνο από διαδοχές ολόκληρων τόνων.
ομοφωνία (homophony)
Η μουσική που βασίζεται σε μια κύρια μελωδία που υποστηρίζεται από συνηχήσεις (συγχορδίες). Η εποχή της ομοφωνίας ξεκινά από τις αρχές του 17ου αιώνα και χαρακτηρίζει τη μουσική για τα επόμενα 300 χρόνια.
Πηγή: Μελοδύσσεια.  Ανιχνευτής ο μουσικολόγος Πεπέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: