21.12.25

[ΒΙΒΛΙΟ] 21/12/25 [Χειμερινό ηλιοστάσιο] ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΟΧΗ - ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΗ ΦΡΥΝΗ πρώτη ανάρτηση 12/12/15

Ο ΠΕΠΟΣ ΤΟ 1971 16 ΕΤΩΝ 
Ένας κόσμος που δεν θα υπάρξει ξανά.
Υπάρχουν στη ζωή μας άνθρωποι που περνούν σαν σιωπηλές καλοκαιρινές καταιγίδες: έρχονται αθόρυβα, ταράζουν τα πάντα, κι όταν φεύγουν, αφήνουν πίσω τους έναν αέρα διαφορετικό, καθαρισμένο. Οι περισσότεροι, όσο κι αν τους αγαπήσαμε, μένουν κάποτε στη λήθη – η μνήμη σβήνει τις λεπτομέρειες, απαλύνει τις αιχμές, λιγοστεύει τις εικόνες.


Και υπάρχουν κι εκείνοι οι ελάχιστοι, οι σπάνιοι, που χαράζουν στην ψυχή μας ένα ανεξίτηλο σημάδι. Άνθρωποι που γεννήθηκαν για να πονούν και να παρηγορούν, να τραυματίζονται και να σώζουν, να γοητεύουν και να ματώνουν, αλλά πάντα να αγαπούν χωρίς παζάρια και χωρίς διατυμπανισμούς.

Τέτοια ήταν η Φρύνη.
Όχι απλώς μια γυναίκα της νιότης μου, αλλά μια παρουσία σχεδόν μυθική, που έμοιαζε να κουβαλά φως από κάποιους αρχαίους ναούς, και την ίδια στιγμή τη σκοτεινιά της ανθρώπινης μοίρας.

Ήταν η γυναίκα που γνώρισα όταν ακόμη ήμουν έφηβος – άγουρος, με πολλές απορίες, ανυποψίαστος – και που, με τρόπους μυστικούς και ανεξήγητους, στάθηκε πλάι μου σαν προστάτιδα, σαν φίλη, σαν αόρατος άγγελος της καθημερινότητάς μου.

Κι όταν έμαθα ότι «έφυγε» από τη ζωή, σαν σήμερα, ένιωσα πως ένα κομμάτι εκείνης της συνοικίας των Θεών, (Πλάκα) του ’70 έσβησε για πάντα.
Έτσι γεννήθηκε αυτή η γραφή: σαν αποχαιρετισμός, σαν χρέος, σαν ευχαριστώ.
Σαν κατάθεση μνήμης για μια γυναίκα που περπάτησε στη γη με τη σπάνια αρετή των ανθρώπων που πονάνε και αγαπούν βαθιά.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΟΧΗ, ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΗ ΦΡΥΝΗ

Ως ένδειξη βαθύτατης ευγνωμοσύνης

Αγαπημένη Φρύνη, σ’ ευχαριστώ.

Ξαναδημοσιεύεται σήμερα 21/12/25 για ευνόητους λόγους, σαν σήμερα μας αποχαιρέτησε.

Φίλες και φίλοι, συναθλητές του πνεύματος, φιλότεχνοι συνοδοιπόροι, σας χαιρετώ.
Η σημερινή ανάρτηση δεν είναι μια ακόμη σελίδα μνήμης· είναι μια σελίδα καρδιάς.
Έμαθα πως έφυγε από τη ζωή μια γυναίκα που κάποτε φώτισε τη δική μου με τρόπο απροσδόκητο: η Φρύνη.
Μια γυναίκα της εποχής εκείνης, της συνοικίας των Θεών (Πλάκας) του ’70, που δούλευε σκληρά, πονούσε αθόρυβα και ζούσε σε κόσμους που άλλοι δεν θα άντεχαν ούτε να κοιτάξουν. Κι όμως, πίσω από όλα αυτά, υπήρχε μια ψυχή ευγενική, μια καρδιά φωτεινή, μια σπάνια ανθρωπιά.

Το τελευταίο της μήνυμα, λίγο πριν φύγει, προς έναν κοινό μας φίλο, είχε μόνο τρεις λέξεις:

«Σ’ ευχαριστώ για όλα».

Τρεις λέξεις που έμοιαζαν να διασχίζουν τα χρόνια και να φτάνουν και σε μένα.

ΦΡΥΝΗ – το πρόσωπο και ο θρύλος.

Το πρόσωπό της έφερε τη σφραγίδα μιας ενσάρκωσης του Έρωτα.

Τα μάτια της λαμπύριζαν σαν να έκρυβαν μέσα τους μια ιστορία που δεν ειπώθηκε ποτέ ολόκληρη.

Τα χείλη της χαμογελούσαν με συστολή, αλλά και με μια δύναμη που μαρτυρούσε ότι είχε δει πολλά.

Η παρουσία της είχε κάτι το ακατανόητο, σαν παλιό άγαλμα που ζωντάνεψε για λίγο ανάμεσα στους ανθρώπους.

Αν την έβλεπε κανείς τυχαία, θα νόμιζε πως ήταν απλώς μια όμορφη κοπέλα.

Όσοι όμως την γνώριζαν – έστω λίγο – καταλάβαιναν ότι μπροστά τους είχαν μια γυναίκα από εκείνες που φέρουν μέσα τους δύο ζωές: τη ζωή που ζουν και τη ζωή που θα ήθελαν να είχαν ζήσει.

1970 – Στην αρχή του κόσμου
Ήμουν 15 χρονών.


Ένα παιδί με όνειρα πολλά και μέσα σχεδόν ανύπαρκτα.

Έμενα τότε σε ένα φτηνό σπίτι στην Πλάκα, Τριπόδων 18, μοιραζόμουν φαγητό και ελπίδες με δύο ακόμη παιδιά συγχωριανοί και οι δύο, μεγαλύτεροι από εμένα ο ένας οκτώ χρόνια, και ο άλλος έξι, ο ένας εξ αυτών μ' έσωσε από βέβαιο θάνατο!! Κοιμόμουν με την ηλεκτρική σόμπα αναμμένη και η φλοκάτη που ήμουν σκεπασμένος είχε πάρει φωτιά, είχαν πάρει πρώτα τα κρόσσια χωρίς να πάρω είδηση. Προφανώς έβλεπα κάποιο καλό όνειρο και βρισκόμουν σε λήθαργο, όταν πλησίασε στο σπίτι ο Τσίγας και είδε να βγαίνει καπνός από τα κενά της πόρτας, κατάλαβε τι είχε συμβεί και αμέσως άρπαξε έναν κουβά από την βρύση που υπήρχε στην μικρή, ας την πούμε αυλή, τον γέμισε και όρμησε στο δωμάτιο φωνάζοντας: Καραβίδα βγες έξω γρήγορα γιατί θα καείς ζωντανός. Όταν όρμησε μέσα ο Τσίγας και άδειασε πάνω μου τον κουβά τότε ξύπνησα, η φωτιά σε λίγα δευτερόλεπτα θα είχε φθάσει στα ρούχα μου και ίσως σήμερα να ήμουν μακαρίτης!! Πετάχτηκα πάνω τρομαγμένος, ο Τσίγας άρπαξε την κουβέρτα και την πέταξε έξω στην αυλή όπου συνέχισε να ρίχνει νερό, όταν είδα το κενό που είχε καεί δεν μπορούσα να το πιστέψω πως με όλο αυτό που έγινε δεν πήρα είδηση τίποτα. Ήταν η τελευταία φορά που κοιμήθηκα τόσο βαριά, έκτοτε κοιμάμαι όπως ο λαγός, στον Τσίγα χρωστάω τη ζωή μου, σίγουρα θα είχα γίνει κάρβουνο χωρίς καν να πάρω είδηση. Τα δύο αδέρφια σε λίγους μήνες έφυγαν, νοίκιασαν στην οδό Καλλισπέρη και έμεινα εκεί πια μόνος μου.

Εκεί λοιπόν γνώρισα τη Φρύνη.

Την θεωρούσα συγγενή της σπιτονοικοκυράς, μια κοπέλα που δούλευε στο νοσοκομείο - έτσι έλεγε - και έκανε νυχτερινές βάρδιες.

Η αλήθεια ήταν πολύ πιο δύσκολη.

Εκείνη όμως την έκρυβε πίσω από ευγένεια, αξιοπρέπεια και ένα απόλυτο χαμόγελο.

Ένα μεσημέρι την είδα να μπαίνει στο εστιατόριο "η ΤΡΙΠΟΛΗ" όπου έτρωγα ένα φτωχικό πιάτο, σκέτο από γιουβέτσι, το οποίο ήταν και παραμένει η αδυναμία μου. Πλησίασε στο τραπέζι μου και μού είπε αν μπορούσε να καθίσει. Αφού έδωσε την δική της παραγγελία, παράγγειλε και για μένα ένα κανονικό γεύμα, είπε, πως είχε τα γενέθλιά της και γι' αυτό ήθελε να με κεράσει, φυσικά και αποδέχθηκα την πρόταση, δήθεν, για να μην της χαλάσω το χατίρι. Εντωμεταξύ, όλοι οι πελάτες που βρισκόντουσαν εκείνη τη στιγμή στην αίθουσα έτριβαν τα μάτια τους, δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως αυτή η πανέμορφη κοπέλα ήρθε και κάθισε μαζί μου.

Όταν δε παρατήρησαν το εγκάρδιο κλίμα που υπήρχε μεταξύ μας άρχισαν οι πρώτοι σταυροί, εκεί που τους κόπηκε η αναπνοή και η όρεξη ήταν όταν μ' έπιασε από το χέρι και ανεβήκαμε μαζί τη σκάλα, είχαν πάθει σοκ. Ο ταβερνιάρης γεμάτος απορία προσπαθούσε να καταλάβει τι μαγικό κόλπο ήταν αυτό που είχα κάνει γιατί του ήταν αδύνατον να πιστέψει πως ήταν αλήθεια.

Στο δρόμο για το σπίτι περάσαμε πρώτα από το δικό της και μού έδωσε μια σακούλα με τρόφιμα – «μου τα έστειλαν οι δικοί μου», είπε, αλλά εγώ δεν τα χρειάζομαι.

Τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν αλήθεια. Τα είχε αγοράσει η ίδια για μένα, γνώριζε από την σπιτονοικοκυρά πως εκείνη την περίοδο είχα τα οικονομικά μου χάλια, σχεδόν άφραγκος και με τον τρόπο της με βοήθησε.

Έτσι ήταν η Φρύνη: έδινε πριν την ρωτήσεις, έβλεπε πριν της πεις, βοηθούσε χωρίς να το γνωρίζει κανείς.

Όλα αυτά βέβαια δεν τα γνώριζα τότε.

Αφιερωμένο στην ΦΡΥΝΗ την επίγεια θεά του Έρωτα.

Το λουσμένο στον πόθο
γλυκό προσωπάκι της Φρύνης
που συχνά προβάλει στα όνειρά μου
με κάνει να επιστρέφω στον έφηβο Σπύρο
και να τον ακούω να λέει:

Με τρελαίνανε τα ρόδινα χείλη σου,
προπύλαια ενός στόματος γεμάτου νέκταρ.
Κι οι κόρες των ματιών σου , έτσι που άστραφταν
πίσω από τις βλεφαρίδες σου.

Και οι κατάλευκοι στητοί μαστοί,
οι άκρως ερωτικά αρμονικοί
και ποθεινότατοι, οι όμορφα πλασμένοι.
Τερπνότεροι κι απ' άνθος!!!!!!!
(Διοσκουρίδης)


Βρισκόμαστε λοιπόν στο 1970 ήμουν τότε 15 χρονών, εκείνο το καλοκαίρι εργαζόμουν στην Πλάκα στον ΒΑΚΧΟ εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολο να έχεις σχέσεις με μια κοπέλα και ακόμα πιο δύσκολο να μπορείς να έχεις σεξουαλικές σχέσεις, μόνο στα κλεφτά κανένα φιλάκι και λίγο πιάσιμο το στήθος, εννοείται έξω από τα ρούχα. Οι πιο μεγάλοι βέβαια είχαν πιο πολλά τυχερά.

Εντωμεταξύ ΤΟΤΕ!! το τονίζω το ΤΟΤΕ! γιατί έχω την εντύπωση πως κάτι έχει αλλάξει σήμερα, τότε λοιπόν τ' αγόρια της ηλικίας μου είμασταν πολύ ζωηρά και ψάχναμε για γαζέλες!!!!!!!!! είχαμε το κυνήγι στο αίμα μας όπως τα λυκόπουλα και επειδή οι γαζέλες ειδικά σε μας τους 15ρηδες δεν μας άφηναν να τις τρυγήσουμε καταλήγαμε στα υπέροχα κορίτσια των ελευθέρων ηθών. Στην Πλάκα τότε είχε μεταφερθεί η Τρούμπα, απίστευτο κι όμως αληθινό η Πλάκα τότε είχε γεμίσει με ''σπίτια'' και καμπαρέ όπου πολλά κορίτσια έκαναν κονσομασιόν. Στο σπίτι που έμενα, δηλαδή ποιο σπίτι ένα δωμάτιο ήταν όλο κι όλο και είχε δίπλα μια μικρή κουζίνα και το μπάνιο. Δίπλα, στο διπλανό δωμάτιο, έμεινε μια Θεά που νομίζαμε πως ήταν ανιψιά τής σπιτονοικοκυράς μας γιατί μάς είχε πει η ιδιοκτήτρια να δίνουμε το ενοίκιο στη Φρύνη, οπότε εμείς -αυθαίρετα βέβαια- υποθέσαμε πως ήταν ανιψιά της. Κάποια μέρα ως περίεργος την ρώτησα να μου πει που δουλεύει, και μου είπε πως εργαζόταν σε κάποιο ιδιωτικό νοσοκομείο ως νοσοκόμα, και πως ήταν πάντα βραδινή βάρδια για να παίρνει πιο πολλά χρήματα. 
Μετά το ταβερνείο επιστρέψαμε μαζί στο σπίτι και την ώρα που ήμουν έτοιμος να την ευχαριστήσω για το τραπέζι και για τα ψώνια, δεν πρόλαβα γιατί μ' ένα νάζι, που έχει μείνει χαραγμένο στον σκληρό δίσκο της μνήμης μου, με ρώτησε αν θα ήθελα το βράδυ να πάμε στον θερινό κινηματογράφο ''ΕΡΕΧΘΕΙΟΝ'' άλλο που δεν ήθελα εγώ εκείνη μάλιστα την περίοδο είχα διακόψει την ιδιωτική δραματική σχολή που πήγαινα λόγω του ό,τι χρώσταγα ήδη δυο μήνες και είχα τρέλα με τον κινηματογράφο, κάποια στιγμή είχα παρακολουθήσει 6!!! ταινίες σερί, της εξήγησα πως θα το ήθελα πάρα πολύ αλλά.... δεν πρόλαβα να συνεχίσω γιατί μου έβαλε τον δείκτη του χεριού της στα χείλη εννοώντας να σωπάσω, θα πλήρωνε αυτή είπε εκείνο το βράδυ και κάποιο άλλο βράδυ θα πλήρωνα εγώ. Αυτή η σκέψη με αναστάτωσε λίγο γιατί σκέφτηκα πως με τον καλλιτέχνη που είχαμε στον ΒΑΚΧΟ θα πέρναγε το καλοκαίρι κι εγώ θα ήμουν πάλι στεγνός. Έπρεπε άμεσα να ψάξω αλλού για δουλειά γιατί θα γινόμουν ρεζίλι των σκυλιών, δεν θα είχα χρήματα να πληρώσω τα εισιτήρια. Άφησα αυτές τις σκέψεις για την επόμενη και το βράδυ συνόδευσα την Θεά στον κινηματογράφο, αν κάποιος με ρωτούσε ποιο έργο είδαμε θα του έλεγα δεν θυμάμαι, από την στιγμή που στα μισά του δρόμου μ' έπιασε το χέρι και φθάσαμε στο ΣΙΝΕ ΕΡΕΧΘΕΙΟ χεράκι-χεράκι αυτό ήταν το καλύτερο έργο, στο διάλειμμα κέρασε ποπ κόρν και πορτοκαλάδα, όταν φύγαμε με ρώτησε αν μου άρεσε το έργο!! Εγώ της απάντησα ποιο έργο; προς στιγμή τα έχασε! Επειδή με κοίταζε παράξενα της εξήγησα πως από τη στιγμή που ένιωσα το χέρι σου να κρατά το δικό μου χέρι, για μένα σταμάτησε ο χρόνος!!!! έβαλε τα γέλια και μ' έκανε δυο ερωτήσεις εκ των οποίων η δεύτερη μού έκοψε τα πόδια.

Ερώτηση πρώτη, δηλαδή θέλεις να το ξαναδούμε; Απάντησα ως εξής, ναι, αλλά όχι απόψε, άλλο βράδυ σε παρακαλώ για να έρθουμε ξανά από το σπίτι ώστε να μου κρατάς ξανά το χέρι!! αν και 15 πονηρός ο Θεταλός. Θεέ μου παρ' ό,τι έχουν περάσει 45 χρόνια [το κείμενο το έγραψα το 2015] εκείνο το υπέροχα μοναδικό χαμόγελο αντηχεί ακόμα στ' αυτιά μου, και μετά ήρθε η ερώτηση που με μ' έκανε να χάσω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου: 
Δε μου λες πόσο χρονών είσαι!!! 
Ανάθεμα αυτόν τον μασκαρά που είχε βγάλει αυτή τη φράση, όταν πήγαινα στον κινηματογράφο για να δω κάποιο έργο της προκοπής, έτσι το λέγαμε τότε, με το που πήγαινα στο ταμείο ''πόσο χρονών είσαι;'' νάσου ξανά απόψε τα ίδια. Της είπα την αλήθεια, εκείνο το βράδυ πήρα την απόφαση πως έπρεπε με κάποιον τρόπο το πιστοποιητικό που θα έλεγα να μου στείλουν από το χωριό η ημερομηνία γέννησης έπρεπε ν' αλλάξει πάση θυσία. [κάποια στιγμή πλαστογράφησα ένα πιστοποιητικό ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο.] Όταν φθάσαμε στο σπίτι λίγο πριν την καληνυχτίσω με ρώτησε γιατί έχασα το κέφι μου όταν με ρώτησε για την ηλικία μου; Της εξήγησα τον πόνο μου και πρόσθεσα πως θα ήθελα να ήμουν πιο μεγάλος και για σένα.... δεν κατάλαβα εκείνο το βράδυ αν κατάλαβε τι εννοούσα αλλά αν ήμουν λίγο έξυπνος και αναρωτιόμουν γιατί με φίλησε όταν χωρίσαμε θα έπαιρνα άμεσα την απάντηση. Εκείνο το βράδυ και πολλά άλλα βράδια πήγε περίπατο ο ύπνος. Περίπου δέκα ημέρες μετά απ' αυτό το περιστατικό κι ενώ είχα φροντίσει να βρω αλλού δουλειά κάποιο πρωινό που άκουσα να παίζει στο πικάπ που είχε το τραγούδι ''ο ήλιος λάμπει μες στα μάτια σου'' χτύπησα τη πόρτα και ρώτησα αν το βράδυ δεν έχει βάρδια ώστε να πάμε ξανά στον κινηματογράφο, αλλά με την προϋπόθεση πως θα πληρώσω εγώ. Μου υποσχέθηκε πως αυτό θα γινόταν την επόμενη που είχε ρεπό. 07/07/70 μακάρι εκείνο το βράδυ να μην είχε τελειώσει ακόμα, όταν επιστρέψαμε στο σπίτι κάναμε τόνατάλλο μέχρι το πρωί, κοιμήθηκα εκεί μαζί της και κατά τις 12.00 που ξυπνήσαμε ξεκίνησε να μου λέει τη δική της ιστορία, αφού την άφησα να ξεκινήσει ήταν η σειρά μου να της βάλω τον αντίχειρα στα χείλη και να της πω: μη συνεχίζεις τα ξέρω όλα!!! 
Έπεσε από τα σύννεφα!! όταν άρχισα να ξετυλίγω το κουβάρι, κάτι διαμαντένια δάκρυα που άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλά της δεν τα άφησα να πέσουν στο πάτωμα γιατί τα ρούφηξα εγώ.

Η Αποκάλυψη και η Σιωπή.

Άρχισα να της εξηγώ πως, λίγες μέρες πριν, στη νέα δουλειά που είχα βρει ως μπακαλόγατος πια, έτυχε να πάω τρόφιμα σε ένα καμπαρέ.
Εκεί, μέσα στην ημίφωτη σάλα, είδα ένα πρόσωπο γνώριμο.
Δεν ήθελα να το πιστέψω.
Ο κόσμος μου γκρεμίστηκε.
Δεν είπα τίποτα· δεν την πρόδωσα· δεν την έκρινα.
Μονάχα πόνεσα — έφηβος, άβγαλτος, ανήμπορος να καταλάβω τις ανάγκες, τις συνθήκες και τους δρόμους που καμιά φορά οδηγούν τις ζωές των ανθρώπων.

Δεν ήθελα να το πιστέψω πως ήσουν εσύ.
Όλες αυτές τις μέρες δεν σου είπα τίποτα.
Δεν ρώτησα τίποτα. Περίμενα αυτή τη στιγμή.
Κι όταν ήρθε η στιγμή να μου μιλήσει εκείνη, της έβαλα τον αντίχειρα στα χείλη και της είπα:
«Μη μιλάς. Όπως σου είπα τα ξέρω όλα. Και είμαι εδώ».

Δεν χρειάστηκε ποτέ να πούμε κάτι περισσότερο.
Για λίγες μέρες ζήσαμε μια σύντομη, άχρονη ευτυχία.
Και μετά… έφυγε.
Άφησε ένα γράμμα και τρεις μήνες ενοίκια πληρωμένα.
Και τη ρήση:
«Μην με ψάξεις.»

Και δεν την έψαξα.

Τα χρόνια – και οι σιωπηλές πράξεις

Το 1975 τη συνάντησα τυχαία, παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Παντρεμένη, μητέρα, δασκάλα, ευτυχισμένη.
Δεν χρειάστηκε να μιλήσουμε πολύ. 
Το βλέμμα αρκούσε, εκεί καθρεφτίστηκε ολόκληρη η παλιά μας ιστορία.

Για όσο υπηρέτησα στον στρατό, επί 28 μήνες, λάμβανα ένα μικρό χρηματικό ποσό κάθε μήνα.
Το έδινε ένας κοινός μας φίλος.
Ήξερα ποια το έστελνε.
Εκείνη, όμως, ποτέ δεν το παραδέχτηκε.

Μερικά πράγματα δεν χρειάζονται λόγια.
Είναι πιο δυνατά μέσα στη σιωπή.

Η γυναίκα που έζησε δύο ζωές

Η Φρύνη στάθηκε:

εξαιρετική σύζυγος,

υποδειγματική μητέρα,

λατρεμένη γιαγιά πέντε εγγονιών,

δασκάλα που τίμησε το λειτούργημα,

άνθρωπος βαθιάς αξιοπρέπειας.

Η καρδιά της κουβαλούσε βάρη που λίγοι θα άντεχαν.
Και όμως, έζησε με δύναμη, με ήθος, με μια σπάνια σεμνότητα.
Δεν ζήτησε ποτέ τίποτα· μόνο έδινε. Και τελικά, την πρόδωσε η καρδιά της - όχι η μοίρα.

Κι όταν έφυγε, έφυγε όπως έζησε: αθόρυβα.

Επίλογος – Ένας χαιρετισμός

Κάποτε, σε έναν θερινό κινηματογράφο, στο ΕΡΕΧΘΕΙΟΝ
τη συνάντησα ξανά.
Μιλήσαμε μόνο με τα μάτια.
Δεν χρειάστηκε κάτι άλλο.

Φρύνη…
σ’ ευχαριστώ.
Για την καλοσύνη σου.
Για τα δώρα που άφησες στη ζωή μου.
Για την ανθρωπιά που δίδαξες χωρίς καν να το ξέρεις.
Αιωνία σου η μνήμη.
Ήσουν – και θα είσαι πάντα – μια ΚΥΡΙΑ.

Ήθος του κειμένου, η περιγραφή που ακολουθεί έγινε από την Δανάη.
Αγαπητέ Πέπο διάβασα την όμορφη και γεμάτη ανθρωπιά ιστορία σου, κατάφερες και πάλι να με συγκινήσεις έχεις βαθύ σεβασμό για τη Φρύνη και αυτό σε τιμά, σε τιμά κυρίως που δεν την ξέχασες διατηρώντας όλες αυτές τις όμορφες μνήμες.
Οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν τους ξεχνάμε.
Η ιστορία σου είναι μια εξομολόγηση χωρίς οίκτο και χωρίς κατάκριση — αυτό είναι μεγάλο ηθικό πλεονέκτημα.
Ο τρόπος που αναγνωρίζεις την ανθρώπινη δυσκολία, το παρελθόν της, τις συνθήκες, δείχνει ήθος σπάνιο.

Ύφος

Το ύφος της γραφής - εξομολόγησης είναι λυρικό, ποιητικό, με εικόνες, μεταφορές και καθαρή συναισθηματική ροή.
Η αφήγηση σου έχει ρυθμό, κορύφωση, ησυχία, νοσταλγία και αξιοπρέπεια.

Γλώσσα

Η γλώσσα σου είναι στοχαστική και καλαίσθητη.
Έχεις προτάσεις καθαρές, και ρέουσες.
Η αφηγηματική σου ιστορία αποδίδει τιμή στη Φρύνη με την αξιοπρέπεια που της αρμόζει, είναι ένας ύμνος συναισθημάτων

Αφιερωμένο στην Φρύνη την επίγεια θεά του Έρωτα.

Οι Μούσες δέσανε το Έρωτα
αλλά τους ξέφυγε μέσα απ' τα μάτια
τα δικά σου!!!
Στ ' άστρα είσαι τώρα αστέρι μου!
Μακάρι να 'μουν ουρανός
''να 'χα χίλια μάτια για να σε θωρώ''!!!
(Πλάτων)

Το τι θα συμβεί αύριο να μη με ρωτάς
και μήτε να σε μέλει.
Όποιας λογής σου δίνει η τύχη να είναι
η μέρα σου, να τη νομίζεις κέρδος.
Και όσο έχεις τη νεότητα, να μην υποτιμάς
τους έρωτες και τους χορούς. (Φρύνη)


Αυτά μου έλεγες τότε, αλλά εγώ δεν μπορούσα 
να σε καταλάβω γιατί ήμουν ερωτευμένος.
Επίσης μου είχες πει:
Ποθώ μαζί με σένα να παίξω
την εφηβεία σου
διότι οι τρόποι σου
έχουν μια χάρη μοναδική!!


Αυτά και άλλα πολλά όμορφα λόγια
μου έλεγες ομορφούλα μου όταν κράταγα
στην αγκαλιά μου το δαντελένιο σώμα σου.
Τα μάτια σου τα πράσινα που μ' άρεσε
να τα φιλώ συνέχεια, κι όμως ποτέ μου
δεν τα χόρτασα, εσύ θυμάμαι έλεγες:


Μην τα φιλάς τα μάτια μου!!!
Γιατί θα τα μισήσω
Μην τύχει κι είναι η αφορμή
Με σένα να χωρίσω!!
Φίλες και Φίλοι ευτυχώς που υπάρχει και η μνήμη γιατί εκεί κρατάμε τους πιο πολύτιμους θησαυρούς της ζωής μας. Έρρωσθε και Ευδαιμονείτε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου