31.7.26

ΔΥΟ ΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΝΤΑΚΟΥ του ποιητή της φύσης από την ιστορική και πνευματική Πιάλεια.

Φίλες και Φίλοι καλησπέρα, αυτή είναι η τελευταία ανάρτηση για τον Ιούλιο, από αύριο Αύγουστος!! Κάποτε όταν είχαμε το PEPOS SCHOOL OF DELICATESSEN απέναντι από το σημερινό Μουσείο της Ακρόπολης έλεγα: Αύγουστε καλέ μου μήνα νάσουν δυο φορές το χρόνο!! Πάμε τώρα στην σημερινή ανάρτηση, κάποια στιγμή σας είχα παρουσιάσει τον Βουκολικό ποιητή ΣΤΕΦΑΝΟ ΝΤΑΚΟ από την ιστορική και πνευματική Πιάλεια. Σήμερα θα σας παρουσιάσω δύο ακόμη ποιήματα του φίλου μου του Στέφανου. Σας εύχομαι καλή ανάγνωση και καλή αυτογνωσία.

Πρόλογος
Η ποίηση της μνήμης και του τόπου.
Υπάρχουν ποιητές που αναζητούν την έμπνευση σε μακρινούς κόσμους και αφηρημένες έννοιες. 
Υπάρχουν όμως και εκείνοι που στρέφουν το βλέμμα στον τόπο τους, στη φύση που τους μεγάλωσε και στους ανθρώπους που τους κληροδότησαν μνήμες και αξίες. 

Στη δεύτερη αυτή κατηγορία ανήκει ο Στέφανος Ντάκος.
Η ποίησή του δεν γεννιέται από τη φιλοδοξία της πρωτοτυπίας, αλλά από την ανάγκη της διατήρησης. 
Διατηρεί εικόνες, τοπία, πρόσωπα και βιώματα που κινδυνεύουν να χαθούν μέσα στη γρήγορη μεταβολή της σύγχρονης ζωής. 
Η γλώσσα του είναι απλή και κατανοητή, χωρίς να στερείται ποιητικότητας. 
Αντλεί τη δύναμή της από την ελληνική λαϊκή παράδοση, από το δημοτικό τραγούδι και από την άμεση σχέση του ανθρώπου με τη φύση.

Στα δύο ποιήματα που ακολουθούν, η «Καστροσυκιά» και το «Τραγούδι της Βρύσης», ο ποιητής δεν περιγράφει απλώς δύο στοιχεία του φυσικού τοπίου. Τα μεταμορφώνει σε ζωντανά σύμβολα. Η καστροσυκιά γίνεται φορέας ιστορικής μνήμης και διαχρονικής προσφοράς, ενώ η βρύση αποκτά μουσική υπόσταση, μετατρέποντας ολόκληρη τη φύση σε μια αόρατη ορχήστρα.
Πρόκειται για μια ποίηση που υπηρετεί την ελληνική γη, την παράδοση και την ανθρώπινη ευγνωμοσύνη· μια ποίηση ήρεμη, ειλικρινή και βαθιά ανθρωποκεντρική.

Η ΚΑΣΤΡΟΣΥΚΙΑ

Καστροσυκιά μου γέρικη
στο βράχο της Αλμπίνας
όπου καρπείς αιώνια
και στις χρονιές της πείνας.

Πλάι στου κάστρου την πορεία
στην ξέρα, στο λιοπύρι,
μέλι σταλάζουν οι καρποί,
ο τρύγος πανηγύρι.

Απλόχερα μάς ταΐζες
απ' τα μικρά μας χρόνια.
Εμείς αγάπη δίναμε
κι εσύ σε μας συμπόνια.

Και τις παλιότερες γενιές
στο πέρασμα των χρόνων
αιώνες τώρα θα μετράς
με μαρτυρίες προγόνων.


Ανάλυση του ποιήματος «Η Καστροσυκιά».

Από τον πρώτο κιόλας στίχο, η καστροσυκιά αποκτά ανθρώπινη υπόσταση.
«Καστροσυκιά μου γέρικη»
Το επίθετο «γέρικη» δεν δηλώνει φθορά αλλά διάρκεια. 
Το δέντρο είναι μάρτυρας της ιστορίας. Έχει δει γενιές να γεννιούνται και να φεύγουν, χωρίς να παύει να προσφέρει.

Η θέση της, «στο βράχο της Αλμπίνας»,
δεν είναι τυχαία. Ο βράχος συμβολίζει τη σταθερότητα και την αντοχή απέναντι στον χρόνο.

Η προσφορά ως κεντρική ιδέα.
Στη δεύτερη στροφή η εικόνα γίνεται πιο ζωντανή.
«μέλι σταλάζουν οι καρποί»
Ο ποιητής δεν επιλέγει τυχαία το μέλι.
Το μέλι στην ελληνική παράδοση συμβολίζει:
την αφθονία,
την ευλογία,
την αγαθοσύνη της φύσης.

Η καστροσυκιά δεν υπάρχει μόνο για να στολίζει το τοπίο.
Προσφέρει.
Τρέφει.
Συντηρεί.
Γίνεται μέρος της ζωής των ανθρώπων.
Η σχέση ανθρώπου και φύσης
Η τρίτη στροφή αποτελεί τον συναισθηματικό πυρήνα του ποιήματος.

«Απλόχερα μάς ταΐζες
απ' τα μικρά μας χρόνια.»
Το δέντρο αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν μητέρα.
Η λέξη «απλόχερα» αποδίδει ανιδιοτέλεια.
Ο άνθρωπος δεν παρουσιάζεται ως κυρίαρχος της φύσης αλλά ως παιδί της.

Στη συνέχεια η σχέση γίνεται αμφίδρομη.
«Εμείς αγάπη δίναμε
κι εσύ σε μας συμπόνια.»
Η φύση και ο άνθρωπος ανταλλάσσουν συναισθήματα.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ελληνική αντίληψη, όπου το φυσικό περιβάλλον αποτελεί μέλος της κοινότητας.

Η ιστορική διάσταση
Η τελευταία στροφή ξεπερνά την προσωπική ανάμνηση.
Η καστροσυκιά γίνεται πλέον σύμβολο της συλλογικής ιστορίας.
«Και τις παλιότερες γενιές
στο πέρασμα των χρόνων»

Το δέντρο λειτουργεί σαν άτυπο ιστορικό μνημείο.
Δεν γράφει την ιστορία με λέξεις αλλά με την παρουσία του.
Οι «μαρτυρίες προγόνων» παραπέμπουν στην προφορική παράδοση, στη συλλογική μνήμη και στη συνέχεια του ελληνικού τόπου.

Γλώσσα και τεχνική
Το ποίημα διακρίνεται για:
φυσική μουσικότητα, καθαρή εικόνα, λιτό λεξιλόγιο,
παραδοσιακή στιχουργική, έντονο λυρισμό.
Η απλότητα αποτελεί συνειδητή επιλογή και όχι αδυναμία.

Το μήνυμα.
Η πραγματική ιστορία ενός τόπου δεν βρίσκεται μόνο στα πέτρινα μνημεία αλλά και στα δέντρα που έζησαν μαζί με τους ανθρώπους του.
Η καστροσυκιά γίνεται σύμβολο μνήμης, προσφοράς και συνέχειας.


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΡΥΣΗΣ

Λύρας τραγούδι χαρωπό
στην όμορφη πιρτούσα,
πλέκουν βλάσταρια και κλαδιά
με του βουνού μια Μούσα.

Κι όπως φυσάει από ψηλά
του Μάη το αγέρι,
νότες γλυκές κι αμέτρητες
τραγουδιστά θα φέρει.

Χορδές μιας φτέρης τα κλαδιά,
δοξάρι το κορμί της,
κι αυτό της βρύσης το νερό
λυράρης η φωνή της.

Δίπλα ο ημερόβατος
απλώνει να ποτίσει,
κι όπως αγγίζει τα νερά
τη νότα του θ' αφήσει.

Κρίνα λευκά και κόκκινα
με το ψηλό κορμί τους,
με δέος σαν προσκύνημα
γέρνουν την κεφαλή τους.

Σαν μπαλαρίνες το χορό
στήνουν οι λιβελούλες
και κολυμπούν και χαίρονται
στις γάργαρες λιμνούλες.

Ανάλυση του ποιήματος «Το Τραγούδι της Βρύσης»

Η φύση ως μουσική.
Από τον πρώτο στίχο ο ποιητής μας εισάγει σ' έναν κόσμο όπου η φύση τραγουδά.
«Λύρας τραγούδι χαρωπό»
Η λύρα αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα μουσικά σύμβολα του ελληνικού πολιτισμού.
Έτσι η βρύση δεν παράγει απλώς νερό.
Παράγει μουσική.

Η Μούσα του βουνού
«Πλέκουν βλάσταρια και κλαδιά
με του βουνού μια Μούσα.»
Η προσωποποίηση είναι εμφανής.
Το βουνό αποκτά τη δική του Μούσα.
Η φύση παρουσιάζεται σαν δημιουργός τέχνης.

Η συμφωνία της φύσης.
Στη δεύτερη και τρίτη στροφή εμφανίζεται το ωραιότερο ίσως ποιητικό εύρημα.
«Χορδές μιας φτέρης τα κλαδιά,
δοξάρι το κορμί της,
κι αυτό της βρύσης το νερό
λυράρης η φωνή της.»
Ολόκληρο το φυσικό τοπίο μετατρέπεται σε μουσικό όργανο.
η φτέρη γίνεται χορδές,
το σώμα γίνεται δοξάρι,
το νερό γίνεται λυράρης.
Η μεταφορά είναι πρωτότυπη και ιδιαίτερα εύστοχη.
Ο αναγνώστης σχεδόν ακούει το νερό να κελαρύζει.

Η αρμονία όλων των πλασμάτων
Στις επόμενες στροφές συμμετέχουν:
ο ημερόβατος,
τα κρίνα,
οι λιβελούλες.
Κανένα στοιχείο της φύσης δεν μένει αμέτοχο.
Η φύση παρουσιάζεται ως μια μεγάλη κοινότητα όπου όλα συνυπάρχουν χωρίς συγκρούσεις.

Η κορύφωση.
Η τελευταία εικόνα είναι ιδιαίτερα χαριτωμένη.
«Σαν μπαλαρίνες το χορό
στήνουν οι λιβελούλες»
Η σύγκριση είναι απλή αλλά ζωντανή.
Οι λιβελούλες μεταμορφώνονται σε χορεύτριες.
Το ποίημα κλείνει με χαρά, κίνηση και αισιοδοξία.
Γλώσσα και τεχνική
Το ποίημα χαρακτηρίζεται από:
πλούσιες προσωποποιήσεις,
συνεχείς μεταφορές,
μουσικότητα,
ζωγραφικές εικόνες,
επιρροές από το δημοτικό τραγούδι.
Η χρήση της μουσικής ορολογίας (λύρα, χορδές, δοξάρι, λυράρης, νότα) δημιουργεί μια ενιαία αισθητική σύνθεση.

Το μήνυμα.
Η φύση δεν είναι σιωπηλή.
Όποιος μπορεί να την ακούσει, ανακαλύπτει μέσα της μια αέναη μουσική που ενώνει τον άνθρωπο με τη δημιουργία.

Συνολική αξιολόγηση.
Τα δύο ποιήματα αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα μιας ποίησης που στηρίζεται στη μνήμη, στον τόπο και στη βιωματική εμπειρία. Ο Στέφανος Ντάκος δεν επιδιώκει τον δύσκολο συμβολισμό ή την πειραματική μορφή. Επιλέγει τον δρόμο της καθαρής εικόνας και της άμεσης συγκίνησης, διατηρώντας ζωντανή τη σχέση με τη λαϊκή ποιητική παράδοση.

Στην «Καστροσυκιά» κυριαρχεί η έννοια της ιστορικής συνέχειας. Το δέντρο γίνεται σύμβολο αντοχής, προσφοράς και συλλογικής μνήμης. Στο «Τραγούδι της Βρύσης», αντίθετα, κυριαρχεί η κίνηση, ο ήχος και η αρμονία· η φύση μεταμορφώνεται σε μια ποιητική ορχήστρα όπου κάθε στοιχείο έχει τη δική του φωνή.
Από τεχνική άποψη, ο ποιητής αξιοποιεί με συνέπεια τη ρίμα και τον ρυθμό, στοιχεία που προσδίδουν στα ποιήματα τραγουδιστή ποιότητα και τα φέρνουν κοντά στην παράδοση του δημοτικού τραγουδιού. Εκεί όπου ξεχωρίζει περισσότερο είναι στην ικανότητά του να μετατρέπει οικείες εικόνες της υπαίθρου σε φορείς συναισθημάτων και αξιών, χωρίς να χάνει τη φυσικότητα της έκφρασης.

Επίλογος
Ο τόπος δεν διατηρείται μόνο μέσα από τα ιστορικά βιβλία ούτε μόνο από τα πέτρινα μνημεία. Διατηρείται και μέσα από την ποίηση. Ένα δέντρο, μια βρύση, ένα μονοπάτι ή ένας παλιός βράχος μπορούν να γίνουν φορείς μνήμης, όταν κάποιος τα παρατηρήσει με ευαισθησία και τα μετατρέψει σε λόγο.
Με την «Καστροσυκιά» και το «Τραγούδι της Βρύσης», ο Στέφανος Ντάκος αποτυπώνει δύο όψεις του ίδιου κόσμου: τη σταθερότητα της μνήμης και τη ζωντάνια της φύσης. Η πρώτη ριζώνει στο παρελθόν και θυμίζει την αξία της συνέχειας· η δεύτερη κυλά σαν το νερό, μεταφέροντας μουσική, κίνηση και ελπίδα.
Η αξία αυτών των ποιημάτων δεν βρίσκεται μόνο στη λογοτεχνική τους μορφή, αλλά κυρίως στην ειλικρίνεια του αισθήματος και στην αγάπη για τον γενέθλιο τόπο. Σε μια εποχή όπου η σχέση του ανθρώπου με τη φύση και την παράδοση δοκιμάζεται, τέτοιες φωνές υπενθυμίζουν ότι η μνήμη δεν είναι βάρος του παρελθόντος, αλλά πηγή ταυτότητας και έμπνευσης για το μέλλον.
Υ.Γ. Επικούρειου Πέπου.
Καλό ταξίδι στα μέλη της ΟΚΡΑ που θα ταξιδέψουν αύριο για Μαγευτικό και Πιάλεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου