Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"Στης σκέψης τα γυρίσματα μ’ έκανε να σταθώ
ιδέα περιπλάνησης σε όμορφο βουνό.
Έτσι μια μέρα το ’φερε κι εμέ να γυροφέρει
τ’ άτι το γοργοκίνητο στου Γοργογυριού τα μέρη !!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε,
καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!
-Aναζητείστε το"Ποίημα για το Γοργογύρι " στο τέλος της σελίδας.

2.7.26

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΞΕΝΗΣ, ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΕΚΑΒΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΙΑΜΟΥ, ΜΕ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΥ ΠΕΠΟΥ.

Φίλες και Φίλοι καλησπέρα, το πιο κάτω κείμενο δημιουργήθηκε χάρη στην προτροπή του φίλου της σοφίας, αλλά παράλληλα και δικού μας φίλου, φυσικά και μιλάω για τον εκλεκτό μας φίλο, Ηλία Γιαννακόπουλο.

Ας πάρω όμως τα πράγματα από την αρχή, επικοινώνησα σήμερα με τον Ηλία για να του μεταφέρω την χθεσινή μου συγκλονιστική εμπειρία για την οποία θα διαβάσετε πιο κάτω. Ο Ηλίας με το που τελείωσα την αφήγηση μου μού είπε: όλα αυτά που μου είπες θα πρέπει να τα καταγράψεις, είναι μια συγκινητική και συγκλονιστική σύμπτωση και δεν σου κρύβω πως είναι και για μένα ένα ερέθισμα να γράψω ένα σχετικό άρθρο. Θα μου επιτρέψει ο Ηλίας να σας γνωστοποιήσω το εξής, σε πάρα πολλά άρθρα που έχει γράψει, η αφορμή πολλές φορές ήταν μια φράση, μία λέξη, μία εικόνα, ένα απόφθεγμα, ένα βλέμμα, κ.λπ. κ.λπ. Ο Ηλίας έχει τέτοιο ωκεάνιο λογοτεχνικό απόθεμα λέξεων και φράσεων που θα μπορούσε να γράφει επί μήνες και χρόνια χωρίς σταματημό. Είναι ένας Μπετόβεν και Μότσαρτ της λογοτεχνίας.

Κατά την διάρκεια της μεσημεριανής σιέστας ένιωσα το πνεύμα της γραφής να μου λέει ξεκίνα, ίσως και να ήταν το πνεύμα της μητέρας μου, ίσως να ήταν οι οιωνοί, σημασία έχει πως έκανα πράξη το ξεκίνα και ξεκίνησα. Εννοείται πως στη συνέχεια ζήτησα την βοήθεια των Μουσών, πάντα σ' αυτές τις περιπτώσεις ζητώ την βοήθεια των Μουσών και, μπορώ να πω πως τις περισσότερες φορές έχουν συνδράμει ώστε να πετύχω το καλύτερο αποτέλεσμα. Προφανώς και θα πρέπει να είσαστε επιεικείς μαζί μου γιατί εγώ ως ένας απλός παρατηρητής και συλλέκτης ωραίων στιγμών απλά καταγράφω τα συναισθήματα μου, και σας παρουσιάζω τις αλήθειες της ψυχής μου. Οφείλω βέβαια γι' αυτό να ευχαριστήσω τους παλιούς και τους νέους Δασκάλους μου. Πολύ σωστά μου είχε πει ο Πατροκοσμάς ο Πλακιώτης: "Επίκουρε, παιδί μου, αν θέλεις να μάθεις θα βρεθεί το στόμα να σου μιλήσει".

Φίλες και Φίλοι αγαπητοί ουτοπιστές υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει να υφαίνει αόρατα νήματα ανάμεσα στους ανθρώπους και στους αιώνες. Συμπτώσεις, θα πουν κάποιοι. Οιωνοί, θα ψιθυρίσουν άλλοι. Ίσως πάλι να είναι η μνήμη της ίδιας της ανθρωπότητας, που βρίσκει πάντοτε τον τρόπο να μας θυμίζει πως οι μεγάλες αλήθειες δεν ανήκουν ούτε στα βιβλία ούτε στους σοφούς, αλλά στην ψυχή του ανθρώπου.

Έτσι συνέβη και σε μένα.
Το 2019 η μητέρα μου έφυγε για το μεγάλο ταξίδι. Έφυγε πλήρης ημερών. Πρόλαβε να χαρεί τη ζωή όσο της χαρίστηκε. Είδε τα παιδιά της να μεγαλώνουν, γνώρισε τα εγγόνια της, αγάπησε και αγαπήθηκε. Δεν είχε παράπονο από τη ζωή· μόνο εκείνη τη γαλήνη που αποκτούν όσοι νιώθουν πως ο κύκλος τους ολοκληρώθηκε.
Λίγο πριν φύγει, σαν να είχε καταλάβει πως πλησίαζε το τέλος, κάλεσε εμένα, τον μεσαίο της γιο, και τη γυναίκα μου.
Μας έδειξε μια τσάντα.
Γύρισε πρώτα προς τη Λαμπρινή και της είπε με απόλυτη ηρεμία:
«Λαμπρινή, εδώ μέσα είναι όλα εκείνα που θα χρειαστείς όταν εγώ φύγω για το μεγάλο ταξίδι.»
Είχε φροντίσει για τα πάντα.
Μέσα στην τσάντα υπήρχαν όσα θα χρειάζονταν για την τελευταία της διαδρομή. Είχε σκεφτεί ακόμη και τα πλεκτά που ήθελε να τοποθετηθούν στην οστεοθήκη της όταν θα ερχόταν η ώρα της εκταφής.
Ύστερα γύρισε προς εμένα.
Το βλέμμα της σοβάρεψε.
«Προσέξτε καλά αυτό που θα σας πω. Δεν θέλω να μου δέσετε τα χέρια. Δεν θέλω να πάω στον τάφο με δεμένα χέρια.»
Έμεινα σιωπηλός.
Δεν τη ρώτησα γιατί.
Ούτε εκείνη εξήγησε.
Τα λόγια της χαράχτηκαν μέσα μου, χωρίς τότε να γνωρίζω ότι θα επέστρεφαν κάποτε με έναν τρόπο σχεδόν ανεξήγητο.
Πέρασαν επτά χρόνια.
Χθες συνέχισα να διαβάζω την  Εκάβη του Ευριπίδη. Αφορμή αυτού του διαβάσματος ήταν η Γιώτα η οποία, θα ερχόταν με την παρέα της από τα Τρίκαλα για να παρακολουθήσουν την Εκάβη στο Ηρώδειο. Σκέφτηκα πως ήταν μία καλή ευκαιρία να πάμε με την Λόλα να παρακολουθήσουμε κι εμείς αυτή την παράσταση μιας και θα ήταν η προτελευταία παράσταση στο Ηρώδειο πριν το κλείσιμο λόγω έργων. Πάντα όταν πρόκειται να παρακολουθήσω κάποιο έργο είτε στο Ηρώδειο, είτε στην Επίδαυρο, κάνω ένα φρεσκάρισμα της μνήμης διαβάζοντας το σχετικό έργο της αρχαίας κλασικής γραμματείας. 
Όταν έφτασα στους στίχους όπου η κόρη της Εκάβης, η Πολυξένη '540', λίγο πριν από τη θυσία της, λέει:
«Στ' όνομα των θεών, για να πεθάνω λεύτερη, μη μου δέσετε τα χέρια·
το 'χω ντροπή στον Άδη να με κράζουν εμένα σκλάβα, μια βασιλοπούλα.»
Έκλεισα το βιβλίο.

Για μια στιγμή ένιωσα πως ο χρόνος καταργήθηκε.
Άκουσα ξανά τη φωνή της μητέρας μου:
«Δεν θέλω να μου δέσετε τα χέρια...»
Η ίδια σχεδόν επιθυμία.
Η ίδια ανάγκη να φύγει κανείς ελεύθερος.
Και τότε γεννήθηκε μέσα μου ένα ερώτημα που δεν με εγκαταλείπει.

Πώς ήταν δυνατόν η μητέρα μου, μια γυναίκα γεννημένη το 1928, στη Μεσοχώρα Τρικάλων, που ο πόλεμος και ο εμφύλιος της στέρησαν ακόμη και τη δυνατότητα να ξεκινήσει το γυμνάσιο, να εκφράσει μια σκέψη τόσο κοντά στα λόγια που έγραψε ο Ευριπίδης πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια;
Τα είχε άραγε ακούσει κάποτε από κάποιον χωρίς να το γνωρίζει;
Τα είχε διαβάσει κάπου;
Ή μήπως υπάρχουν σκέψεις που γεννιούνται αυθόρμητα στις ανθρώπινες ψυχές όταν πλησιάζουν τα μεγάλα σύνορα της ζωής;
Δεν έχω απάντηση.
Και ίσως να μη χρειάζεται να έχω.
Εκείνο όμως που με συγκλόνισε περισσότερο ήταν η χρονική σύμπτωση.

Από τις δεκάδες τραγωδίες και τα εκατοντάδες βιβλία που θα μπορούσα να διαβάζω αυτές τις ημέρες, βρέθηκα ακριβώς μπροστά στους στίχους της Πολυξένης. Σαν κάποιος αδιόρατος οιωνός να μου ψιθύρισε: «Θυμήσου.»
Ίσως να ήταν απλώς μια σύμπτωση.
Ίσως όμως και η ίδια η ζωή να έχει τον δικό της μυστικό τρόπο να μας ξυπνά αναμνήσεις όταν έρχεται η κατάλληλη στιγμή.
Δεν ξέρω αν οι οιωνοί υπάρχουν, και με ποιον τρόπο υπάρχουν.
Ξέρω μόνο πως, εκείνη τη στιγμή, ένιωσα πως η μητέρα μου ήταν ξανά δίπλα μου.
Και τότε κατάλαβα πως τα χέρια δεν είναι απλώς μέλη του σώματος.
Είναι το σύμβολο της ανθρώπινης ελευθερίας.
Με αυτά αγκαλιάζουμε.
Με αυτά εργαζόμαστε.
Με αυτά δημιουργούμε.
Με αυτά αποχαιρετούμε.
Ίσως γι' αυτό ούτε η Πολυξένη ούτε η μητέρα μου ήθελαν να φύγουν με δεμένα χέρια.
Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να χάσει τα πάντα, όχι όμως την αξιοπρέπειά του.
Και ίσως τελικά αυτή να είναι η βαθύτερη σοφία που ταξιδεύει από γενιά σε γενιά χωρίς βιβλία, χωρίς δασκάλους, χωρίς σχολεία.
Μια σοφία που περνά από καρδιά σε καρδιά.
Αν είναι έτσι, τότε η μητέρα μου δεν γνώριζε τα λόγια του Ευριπίδη.
Γνώριζε, όμως, αυτό που γνώριζε και η Πολυξένη.
Πως ακόμη και μπροστά στον θάνατο, ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να παραμένει ελεύθερος.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο αρχαίο, το πιο ελληνικό και συνάμα το πιο ανθρώπινο μάθημα που μπορεί να αφήσει μια μάνα στο παιδί της.
Φίλες και Φίλοι, επίσης δεν γνωρίζω αν όλα αυτά συνέβησαν απλά και μόνο από εσωτερική ανάγκη ώστε να βρεθώ ξανά - τρόπον τινά - με την μητέρα μου, η αν ήταν σύμπτωση, ό,τι κι αν ήταν ευχαριστώ τους οιωνούς, τις Μούσες και φυσικά τον Ηλία που με παρότρυνε να καταγράψω όλα αυτά που έζησα.
Σας χαιρετώ με σεβασμό και επικούρεια διάθεση Επίκουρος ο Γοργογυραίος.
Υ.Γ. Είναι το πρώτο κείμενο που γράφω στο τραπέζι - γραφείο που μου χάρισε μία ευγενική και ευαίσθητη ψυχή.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Υπεροχο