Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"Στης σκέψης τα γυρίσματα μ’ έκανε να σταθώ
ιδέα περιπλάνησης σε όμορφο βουνό.
Έτσι μια μέρα το ’φερε κι εμέ να γυροφέρει
τ’ άτι το γοργοκίνητο στου Γοργογυριού τα μέρη !!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε,
καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!
-Aναζητείστε το"Ποίημα για το Γοργογύρι " στο τέλος της σελίδας.

31.7.26

ΔΥΟ ΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΝΤΑΚΟΥ του ποιητή της φύσης από την ιστορική και πνευματική Πιάλεια.

Φίλες και Φίλοι καλησπέρα, αυτή είναι η τελευταία ανάρτηση για τον Ιούλιο, από αύριο Αύγουστος!! Κάποτε όταν είχαμε το PEPOS SCHOOL OF DELICATESSEN απέναντι από το σημερινό Μουσείο της Ακρόπολης έλεγα: Αύγουστε καλέ μου μήνα νάσουν δυο φορές το χρόνο!! Πάμε τώρα στην σημερινή ανάρτηση, κάποια στιγμή σας είχα παρουσιάσει τον Βουκολικό ποιητή ΣΤΕΦΑΝΟ ΝΤΑΚΟ από την ιστορική και πνευματική Πιάλεια. Σήμερα θα σας παρουσιάσω δύο ακόμη ποιήματα του φίλου μου του Στέφανου. Σας εύχομαι καλή ανάγνωση και καλή αυτογνωσία.

Πρόλογος
Η ποίηση της μνήμης και του τόπου.
Υπάρχουν ποιητές που αναζητούν την έμπνευση σε μακρινούς κόσμους και αφηρημένες έννοιες. 
Υπάρχουν όμως και εκείνοι που στρέφουν το βλέμμα στον τόπο τους, στη φύση που τους μεγάλωσε και στους ανθρώπους που τους κληροδότησαν μνήμες και αξίες. 

Στη δεύτερη αυτή κατηγορία ανήκει ο Στέφανος Ντάκος.
Η ποίησή του δεν γεννιέται από τη φιλοδοξία της πρωτοτυπίας, αλλά από την ανάγκη της διατήρησης. 
Διατηρεί εικόνες, τοπία, πρόσωπα και βιώματα που κινδυνεύουν να χαθούν μέσα στη γρήγορη μεταβολή της σύγχρονης ζωής. 
Η γλώσσα του είναι απλή και κατανοητή, χωρίς να στερείται ποιητικότητας. 
Αντλεί τη δύναμή της από την ελληνική λαϊκή παράδοση, από το δημοτικό τραγούδι και από την άμεση σχέση του ανθρώπου με τη φύση.

Στα δύο ποιήματα που ακολουθούν, η «Καστροσυκιά» και το «Τραγούδι της Βρύσης», ο ποιητής δεν περιγράφει απλώς δύο στοιχεία του φυσικού τοπίου. Τα μεταμορφώνει σε ζωντανά σύμβολα. Η καστροσυκιά γίνεται φορέας ιστορικής μνήμης και διαχρονικής προσφοράς, ενώ η βρύση αποκτά μουσική υπόσταση, μετατρέποντας ολόκληρη τη φύση σε μια αόρατη ορχήστρα.
Πρόκειται για μια ποίηση που υπηρετεί την ελληνική γη, την παράδοση και την ανθρώπινη ευγνωμοσύνη· μια ποίηση ήρεμη, ειλικρινή και βαθιά ανθρωποκεντρική.

Η ΚΑΣΤΡΟΣΥΚΙΑ

Καστροσυκιά μου γέρικη
στο βράχο της Αλμπίνας
όπου καρπείς αιώνια
και στις χρονιές της πείνας.

Πλάι στου κάστρου την πορεία
στην ξέρα, στο λιοπύρι,
μέλι σταλάζουν οι καρποί,
ο τρύγος πανηγύρι.

Απλόχερα μάς ταΐζες
απ' τα μικρά μας χρόνια.
Εμείς αγάπη δίναμε
κι εσύ σε μας συμπόνια.

Και τις παλιότερες γενιές
στο πέρασμα των χρόνων
αιώνες τώρα θα μετράς
με μαρτυρίες προγόνων.


Ανάλυση του ποιήματος «Η Καστροσυκιά».

Από τον πρώτο κιόλας στίχο, η καστροσυκιά αποκτά ανθρώπινη υπόσταση.
«Καστροσυκιά μου γέρικη»
Το επίθετο «γέρικη» δεν δηλώνει φθορά αλλά διάρκεια. 
Το δέντρο είναι μάρτυρας της ιστορίας. Έχει δει γενιές να γεννιούνται και να φεύγουν, χωρίς να παύει να προσφέρει.

Η θέση της, «στο βράχο της Αλμπίνας»,
δεν είναι τυχαία. Ο βράχος συμβολίζει τη σταθερότητα και την αντοχή απέναντι στον χρόνο.

Η προσφορά ως κεντρική ιδέα.
Στη δεύτερη στροφή η εικόνα γίνεται πιο ζωντανή.
«μέλι σταλάζουν οι καρποί»
Ο ποιητής δεν επιλέγει τυχαία το μέλι.
Το μέλι στην ελληνική παράδοση συμβολίζει:
την αφθονία,
την ευλογία,
την αγαθοσύνη της φύσης.

Η καστροσυκιά δεν υπάρχει μόνο για να στολίζει το τοπίο.
Προσφέρει.
Τρέφει.
Συντηρεί.
Γίνεται μέρος της ζωής των ανθρώπων.
Η σχέση ανθρώπου και φύσης
Η τρίτη στροφή αποτελεί τον συναισθηματικό πυρήνα του ποιήματος.

«Απλόχερα μάς ταΐζες
απ' τα μικρά μας χρόνια.»
Το δέντρο αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν μητέρα.
Η λέξη «απλόχερα» αποδίδει ανιδιοτέλεια.
Ο άνθρωπος δεν παρουσιάζεται ως κυρίαρχος της φύσης αλλά ως παιδί της.

Στη συνέχεια η σχέση γίνεται αμφίδρομη.
«Εμείς αγάπη δίναμε
κι εσύ σε μας συμπόνια.»
Η φύση και ο άνθρωπος ανταλλάσσουν συναισθήματα.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ελληνική αντίληψη, όπου το φυσικό περιβάλλον αποτελεί μέλος της κοινότητας.

Η ιστορική διάσταση
Η τελευταία στροφή ξεπερνά την προσωπική ανάμνηση.
Η καστροσυκιά γίνεται πλέον σύμβολο της συλλογικής ιστορίας.
«Και τις παλιότερες γενιές
στο πέρασμα των χρόνων»

Το δέντρο λειτουργεί σαν άτυπο ιστορικό μνημείο.
Δεν γράφει την ιστορία με λέξεις αλλά με την παρουσία του.
Οι «μαρτυρίες προγόνων» παραπέμπουν στην προφορική παράδοση, στη συλλογική μνήμη και στη συνέχεια του ελληνικού τόπου.

Γλώσσα και τεχνική
Το ποίημα διακρίνεται για:
φυσική μουσικότητα, καθαρή εικόνα, λιτό λεξιλόγιο,
παραδοσιακή στιχουργική, έντονο λυρισμό.
Η απλότητα αποτελεί συνειδητή επιλογή και όχι αδυναμία.

Το μήνυμα.
Η πραγματική ιστορία ενός τόπου δεν βρίσκεται μόνο στα πέτρινα μνημεία αλλά και στα δέντρα που έζησαν μαζί με τους ανθρώπους του.
Η καστροσυκιά γίνεται σύμβολο μνήμης, προσφοράς και συνέχειας.


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΡΥΣΗΣ

Λύρας τραγούδι χαρωπό
στην όμορφη πιρτούσα,
πλέκουν βλάσταρια και κλαδιά
με του βουνού μια Μούσα.

Κι όπως φυσάει από ψηλά
του Μάη το αγέρι,
νότες γλυκές κι αμέτρητες
τραγουδιστά θα φέρει.

Χορδές μιας φτέρης τα κλαδιά,
δοξάρι το κορμί της,
κι αυτό της βρύσης το νερό
λυράρης η φωνή της.

Δίπλα ο ημερόβατος
απλώνει να ποτίσει,
κι όπως αγγίζει τα νερά
τη νότα του θ' αφήσει.

Κρίνα λευκά και κόκκινα
με το ψηλό κορμί τους,
με δέος σαν προσκύνημα
γέρνουν την κεφαλή τους.

Σαν μπαλαρίνες το χορό
στήνουν οι λιβελούλες
και κολυμπούν και χαίρονται
στις γάργαρες λιμνούλες.

Ανάλυση του ποιήματος «Το Τραγούδι της Βρύσης»

Η φύση ως μουσική.
Από τον πρώτο στίχο ο ποιητής μας εισάγει σ' έναν κόσμο όπου η φύση τραγουδά.
«Λύρας τραγούδι χαρωπό»
Η λύρα αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα μουσικά σύμβολα του ελληνικού πολιτισμού.
Έτσι η βρύση δεν παράγει απλώς νερό.
Παράγει μουσική.

Η Μούσα του βουνού
«Πλέκουν βλάσταρια και κλαδιά
με του βουνού μια Μούσα.»
Η προσωποποίηση είναι εμφανής.
Το βουνό αποκτά τη δική του Μούσα.
Η φύση παρουσιάζεται σαν δημιουργός τέχνης.

Η συμφωνία της φύσης.
Στη δεύτερη και τρίτη στροφή εμφανίζεται το ωραιότερο ίσως ποιητικό εύρημα.
«Χορδές μιας φτέρης τα κλαδιά,
δοξάρι το κορμί της,
κι αυτό της βρύσης το νερό
λυράρης η φωνή της.»
Ολόκληρο το φυσικό τοπίο μετατρέπεται σε μουσικό όργανο.
η φτέρη γίνεται χορδές,
το σώμα γίνεται δοξάρι,
το νερό γίνεται λυράρης.
Η μεταφορά είναι πρωτότυπη και ιδιαίτερα εύστοχη.
Ο αναγνώστης σχεδόν ακούει το νερό να κελαρύζει.

Η αρμονία όλων των πλασμάτων
Στις επόμενες στροφές συμμετέχουν:
ο ημερόβατος,
τα κρίνα,
οι λιβελούλες.
Κανένα στοιχείο της φύσης δεν μένει αμέτοχο.
Η φύση παρουσιάζεται ως μια μεγάλη κοινότητα όπου όλα συνυπάρχουν χωρίς συγκρούσεις.

Η κορύφωση.
Η τελευταία εικόνα είναι ιδιαίτερα χαριτωμένη.
«Σαν μπαλαρίνες το χορό
στήνουν οι λιβελούλες»
Η σύγκριση είναι απλή αλλά ζωντανή.
Οι λιβελούλες μεταμορφώνονται σε χορεύτριες.
Το ποίημα κλείνει με χαρά, κίνηση και αισιοδοξία.
Γλώσσα και τεχνική
Το ποίημα χαρακτηρίζεται από:
πλούσιες προσωποποιήσεις,
συνεχείς μεταφορές,
μουσικότητα,
ζωγραφικές εικόνες,
επιρροές από το δημοτικό τραγούδι.
Η χρήση της μουσικής ορολογίας (λύρα, χορδές, δοξάρι, λυράρης, νότα) δημιουργεί μια ενιαία αισθητική σύνθεση.

Το μήνυμα.
Η φύση δεν είναι σιωπηλή.
Όποιος μπορεί να την ακούσει, ανακαλύπτει μέσα της μια αέναη μουσική που ενώνει τον άνθρωπο με τη δημιουργία.

Συνολική αξιολόγηση.
Τα δύο ποιήματα αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα μιας ποίησης που στηρίζεται στη μνήμη, στον τόπο και στη βιωματική εμπειρία. Ο Στέφανος Ντάκος δεν επιδιώκει τον δύσκολο συμβολισμό ή την πειραματική μορφή. Επιλέγει τον δρόμο της καθαρής εικόνας και της άμεσης συγκίνησης, διατηρώντας ζωντανή τη σχέση με τη λαϊκή ποιητική παράδοση.

Στην «Καστροσυκιά» κυριαρχεί η έννοια της ιστορικής συνέχειας. Το δέντρο γίνεται σύμβολο αντοχής, προσφοράς και συλλογικής μνήμης. Στο «Τραγούδι της Βρύσης», αντίθετα, κυριαρχεί η κίνηση, ο ήχος και η αρμονία· η φύση μεταμορφώνεται σε μια ποιητική ορχήστρα όπου κάθε στοιχείο έχει τη δική του φωνή.
Από τεχνική άποψη, ο ποιητής αξιοποιεί με συνέπεια τη ρίμα και τον ρυθμό, στοιχεία που προσδίδουν στα ποιήματα τραγουδιστή ποιότητα και τα φέρνουν κοντά στην παράδοση του δημοτικού τραγουδιού. Εκεί όπου ξεχωρίζει περισσότερο είναι στην ικανότητά του να μετατρέπει οικείες εικόνες της υπαίθρου σε φορείς συναισθημάτων και αξιών, χωρίς να χάνει τη φυσικότητα της έκφρασης.

Επίλογος
Ο τόπος δεν διατηρείται μόνο μέσα από τα ιστορικά βιβλία ούτε μόνο από τα πέτρινα μνημεία. Διατηρείται και μέσα από την ποίηση. Ένα δέντρο, μια βρύση, ένα μονοπάτι ή ένας παλιός βράχος μπορούν να γίνουν φορείς μνήμης, όταν κάποιος τα παρατηρήσει με ευαισθησία και τα μετατρέψει σε λόγο.
Με την «Καστροσυκιά» και το «Τραγούδι της Βρύσης», ο Στέφανος Ντάκος αποτυπώνει δύο όψεις του ίδιου κόσμου: τη σταθερότητα της μνήμης και τη ζωντάνια της φύσης. Η πρώτη ριζώνει στο παρελθόν και θυμίζει την αξία της συνέχειας· η δεύτερη κυλά σαν το νερό, μεταφέροντας μουσική, κίνηση και ελπίδα.
Η αξία αυτών των ποιημάτων δεν βρίσκεται μόνο στη λογοτεχνική τους μορφή, αλλά κυρίως στην ειλικρίνεια του αισθήματος και στην αγάπη για τον γενέθλιο τόπο. Σε μια εποχή όπου η σχέση του ανθρώπου με τη φύση και την παράδοση δοκιμάζεται, τέτοιες φωνές υπενθυμίζουν ότι η μνήμη δεν είναι βάρος του παρελθόντος, αλλά πηγή ταυτότητας και έμπνευσης για το μέλλον.
Υ.Γ. Επικούρειου Πέπου.
Καλό ταξίδι στα μέλη της ΟΚΡΑ που θα ταξιδέψουν αύριο για Μαγευτικό και Πιάλεια.

12.7.26

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΝΕΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ''ΑΣΠΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ''. Ευτυχώς που υπάρχουν και οι ποιητές.

Φίλες και Φίλοι αγαπητοί ουτοπιστές καλησπέρα, Κυριακή σήμερα και είπα να ασχοληθώ με το πνεύμα μου γιατί όλες τις προηγούμενες μέρες, λόγω των μαστόρων δεν είχα αυτή την πολυτέλεια. 'Οπως καλά γνωρίζετε τα μαστόρια -πλην του καθηγητή Σεχίδη, ο μόνος που αξίζει τα μέγιστα - ζητούν να πληρωθούν αδρά αλλά ως προς την επαγγελματική τους κατάρτιση οι περισσότεροι με άριστα το δέκα μετά βίας αξίζουν ένα τέσσερα, ως εκ τούτου θα πρέπει να είμαι συνέχεια πάνω από το κεφάλι τους.
Ευτυχώς που υπάρχουν και οι ποιητές οι οποίοι ως σκαπανείς του λόγου και των λέξεων, προσπαθούν με την τέχνη τους, να μας κρατήσουν όρθιους όπως αξίζει στο ανθρώπινο γένος. Αν ζούσε ο Καβάφης σίγουρα θα έλεγε: Για μαστόρους της οικοδομής θα μιλάμε τώρα τι στιγμή που υπάρχουν οι Μάστορες της ποίησης; Φίλες και Φίλοι είχα την τύχη κάποια στιγμή, χάρη στον φίλο της σοφίας Ηλία Γιαννακόπουλο να ανακαλύψω έναν κρυμμένο - για μένα - ποιητικό θησαυρό στα Τρίκαλα, το όνομα αυτού ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Είναι η δεύτερη φορά που σας παρουσιάζω το έργο του ποιητή. Με μεγάλη χαρά διάβασα τη νέα ποιητική συλλογή του Τρικαλινού ποιητή με τίτλο «ΑΣΠΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ» πάντα όταν διαβάζω κάποια ποιητική συλλογή εκστασιάζομαι, νιώθω δέος για το έργο των δημιουργών και γηθοσύνη μέσα μου. Η νέα ποιητική συλλογή βρίσκεται ήδη στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ''ΑΠΟΠΕΙΡΑ''. Εγώ θα σας παρουσιάσω τρία από τα πολλά ποιήματα που υπάρχουν στο βιβλίο, αυτά και άλλα πολλά μου έκαναν κλικ που λένε και οι νέοι, εσάς μπορεί να σας κάνουν κλικ κάποια άλλα, σας προτρέπω να αγοράσετε το βιβλίο και να ταξιδέψετε με τις σκέψεις και τις λέξεις του ποιητή. Απορία: Υπάρχουν σήμερα παρόμοιοι δάσκαλοι όπως ο κ. Αλεξανδρής;
Πάμε λοιπόν στα ποιήματα.
Πρόκειται για ποίηση εσωτερική, στοχαστική και βαθιά ανθρωποκεντρική, που κινείται ανάμεσα στη μνήμη, την επιθυμία, τον έρωτα και την υπαρξιακή περισυλλογή.

Η γλώσσα του Αλεξανδρή δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό· αναζητεί τη μουσικότητα της ψυχής και την ήρεμη αποκάλυψη του βιώματος.

Η ποιητική συλλογή του Γιώργου Αλεξανδρή αποτελεί μια κατάθεση ψυχής, όπου ο λόγος συναντά τη σιωπή και η εμπειρία μεταμορφώνεται σε λυρική εξομολόγηση.

Ο ποιητής κινείται με σεμνότητα αλλά και εσωτερική ένταση ανάμεσα στα μεγάλα θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης: την αγάπη, τη μοναξιά, τη μνήμη, τη συνύπαρξη και τη διαρκή αναζήτηση της χαράς και της αλήθειας. Οι στίχοι του δεν κραυγάζουν· ψιθυρίζουν. Και μέσα σε αυτόν τον χαμηλόφωνο λυρισμό αναδύεται μια βαθιά ανθρωπιά, που αγγίζει τον αναγνώστη και τον καλεί σε προσωπική περισυλλογή.

ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ.
ΑΣΠΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ
Περίσσευμα ευτυχίας το βλέμμα το εξομολογητικό,
το λόγιασμα το στοχαστικό για την αλήθεια και τα όνειρα,
για τις μεγάλες πεθυμιές και το ασίγαστο πάθος.
Ιεροτελεστία η ζωή στις δημιουργικές αγρύπνιες
και αρμονίας δόξασμα η καθημερινότητα στην αποζήτηση
της χαράς.
Ασπασμοί στις ομορφιές και χάρες,
στα πορφυρώματα και στο γήτεμα της ψυχής
και παρακλήσεις στο σκίρτημα της καρδιάς
χωρίς αναστολές, δισταγμούς και επιφυλάξεις.
Προσκύνημα ιερό ο έρωτας στη πλησμονή της συμβίωσης
και πεταλούδισμα τ' αγνάντιο της ζωής.

Το ομώνυμο ποίημα, ΑΣΠΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ λειτουργεί ως ποιητική διακήρυξη της συλλογής. Από τον πρώτο κιόλας στίχο – «Περίσσευμα ευτυχίας το βλέμμα το εξομολογητικό» – ο ποιητής συνδέει το βλέμμα με την αλήθεια και την εσωτερική αποκάλυψη. Η ευτυχία δεν παρουσιάζεται ως θορυβώδης κατάσταση, αλλά ως περίσσευμα ψυχής, ως μια ήσυχη πληρότητα που γεννιέται από τη συνάντηση με τον άλλον.

Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στις «μεγάλες πεθυμιές» και στο «ασίγαστο πάθος» από τη μία, και στην «αρμονίας δόξασμα η καθημερινότητα» από την άλλη. Ο Αλεξανδρής κατορθώνει να υψώσει την καθημερινή ζωή σε ιεροτελεστία, δίνοντας στο κοινό βίωμα μεταφυσική διάσταση. Η ποίησή του θυμίζει ότι η χαρά δεν βρίσκεται μόνο στις εξάρσεις, αλλά και στην ήρεμη συνύπαρξη των ανθρώπων.

Το καταληκτικό δίστιχο – «Προσκύνημα ιερό ο έρωτας στη πλησμονή της συμβίωσης / και πεταλούδισμα τ’ αγνάντιο της ζωής» – συμπυκνώνει τη φιλοσοφία του ποιήματος. Ο έρωτας δεν είναι στιγμιαία έξαρση· είναι ιερό προσκύνημα μέσα στη διάρκεια και την κοινή πορεία. Η εικόνα του «πεταλουδίσματος» προσθέτει ελαφρότητα και φως, αφήνοντας μια αίσθηση λυτρωτικής αισιοδοξίας.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΟΙΗΜΑ.
Όλη του η ζωή,
ήταν δυο γωνιές και λίγα μέτρα δρόμος.
Άπλωνε τα χέρια του κι έφτανε ως τ' ακρινά του κόσμου.
Το 'να της μοναξιάς το γλύκασμα
και τ' άλλο στο φέγγισμα του ονείρου.
Χωρίς απαντοχές,
δρασκέλιζε τις μέρες ίδιες.
Πότε λογιάζοντας πρόσωπα σκυφτά
και πότε αναθυμώντας λόγια ξένα.

Όλη του η ζωή,
ένα παράθυρο κλειστό και μία σχισμή στο χρόνο.
Δίπλωνε τις πεθυμιές
κι ευδαιμόνευε στο ησυχαστήριό του.
Άλλοτε με μία μοναχική σε συμπόσιο τελετή
και άλλοτε με μία ακόμη σε απόδειπνο καταφυγή.
Δίχως θύμησες,
ασκήτευε στη σιωπή και τη φαντασία.
Για το γαλήνεμα της ψυχής και το απάγκιο,
για το ημέρεμα του νου και τη λησμοσύνη.

Όλη του η ζωή,
ένα ιστόρημα λειψό και μία επανάληψη δειλή.
Σύναζε τις αλήθειες του
και σμίλευε την καθημερινότητα του.
Με μία αυτάρεσκη εντρυφή στις βεβαιότητές του
κι έναν ανύποπτο εγκλεισμό στις συνήθειές του.
Χωρίς πειρασμούς,
γήτευε την κάθε αρχή και εξάγνιζε το τέλος.
ενδόμυχα, ως αρετή η αίρεση και ο αφορισμός
και ως τελείωση η αποδοχή και ο καθαρμός.

Το δεύτερο ποίημα που φέρει τον τίτλο «Βιογραφία» είναι ίσως το πιο υπαρξιακό από τα δύο ποιήματα. Με την επαναλαμβανόμενη φράση «Όλη του η ζωή» ο ποιητής δημιουργεί έναν ρυθμό εξομολογητικό, σχεδόν ψαλμικό, που οργανώνει την πορεία ενός ανθρώπου από τη μοναξιά προς την αυτογνωσία.

Οι εικόνες είναι λιτές αλλά βαθιά συμβολικές: «δυο γωνιές και λίγα μέτρα δρόμος», «ένα παράθυρο κλειστό και μια σχισμή στο χρόνο», «το φέγγισμα του ονείρου». Μέσα από αυτές ο Αλεξανδρής σκιαγραφεί μια ύπαρξη περιορισμένη εξωτερικά, αλλά απέραντη εσωτερικά. Ο άνθρωπος του ποιήματος ζει ανάμεσα στη σιωπή και τη φαντασία, ανάμεσα στη μνήμη και στη λησμονιά.

Στην τελευταία ενότητα το ποίημα αποκτά σχεδόν φιλοσοφικό βάθος. Η αποδοχή, ο καθαρμός και η άρνηση των εύκολων πειρασμών προβάλλουν ως στάση ζωής. Ο ποιητής δεν εξιδανικεύει τον ήρωά του· τον παρουσιάζει ως έναν άνθρωπο που «εξάγνιζε το τέλος», αναζητώντας νόημα μέσα από την πειθαρχία της ψυχής. Η κατάληξη έχει τη βαρύτητα προσωπικού αποφθέγματος και αφήνει την αίσθηση μιας ήρεμης, ώριμης σοφίας.

Ακολουθεί το τρίτο ποίημα με τον τίτλο,

Ω! ΘΕΕ ΜΟΥ…

Βαθύς ο ίσκιος της ζωής
πίσω από θλιμμένα μάτια
κι αυτό το δράμα της ψυχής,
θρήνος σε άγνωστα μονοπάτια.
Ω! Θεέ μου,
παρηγόρησέ με!


Αίμα εδώ και αίμα εκεί,
δρόμοι γεμάτοι δάκρυ,
ποιοι άραγε σ' αυτή τη γη
το μίσος θα φέρουνε στην άκρη;
Ω! Θεέ μου,
αξίωσέ με!

Τα χέρια επάνω στη φωτιά
και οι φωνές πολεμική κραυγή,
ποια θα είναι αυτή η γενιά
που θα φέρει μιαν άλλη εποχή;
Ω! Θεέ μου,
αναθάρρησέ με!


Μετανάστες και όμηροι
σε ανθρώπινα παζάρια,
τι δυστυχία οι κακόμοιροι,
αιχμάλωτοι σε κελάρια.
Ω! Θεέ μου,
αντρέιωσέ με!


Πού να πάνε να προσκυνήσουν,
σε ποιον τόπο να σταθούν,
τη ζωή τους ν' αγαπήσουν
χωρίς το αύριο να φοβηθούν;
Ω! Θεέ μου,
ευλόγησέ με!

Μικρά παιδιά στην απονιά,
απόκληρα κι ορφανά στο δρόμο,
σε ποια θα γείρουν αγκαλιά
χωρίς σπαραγμό και τρόμο;
Ω! Θεέ μου,
προστάτεψέ με!

Δύσκολοι κι απέλπιδες καιροί
δίχως δίκιο και σεβασμό,
με ποια ευχή τόσοι καημοί
θα βρούνε λυτρωμό γλυκό;
Ω! Θεέ μου,
φυγάδευσέ με!


Η αντιδικία θρονιασμένη
με τα πάθη ως αρετή
και η κοινωνία διχασμένη
δίχως έρμα και ντροπή.
Ω! Θεέ μου,
γρηγόρεψέ με!


Την ειρήνη πού να καρτερέψουν,
ποιους ηγέτες να εμπιστευθούν,
πώς εκδικητές να ημερέψουν,
σε ποιους σωτήρες να στραφούν;
Ω! Θεέ μου,
προφύλαξέ με!

Ικέτες ιεροί στη δύναμή Σου
να βρει η φιλία χώρο και σκεπή,
να ’ναι αρμονία η θέλησή Σου
των ανθρώπων, και σοφίας ηθική.
Ω! Θεέ μου,
ευτύχισέ με!


Φίλες και Φίλοι αγαπητοί Φιλοκαλιστές το ποίημα «Ω! ΘΕΕ ΜΟΥ…» είναι μια βαθιά ανθρωπιστική προσευχή. Ο ποιητής προφανώς και δεν απευθύνεται στον Θεό μόνο για προσωπική παρηγοριά, αλλά ως εκπρόσωπος κάθε ανθρώπου που βιώνει τον πόνο, την αδικία και την αγωνία της εποχής μας.

Κεντρικός άξονας του ποιήματος είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη δυστυχία και στην ελπίδα για λύτρωση. Κάθε στροφή περιγράφει μια διαφορετική όψη της σύγχρονης πραγματικότητας: πόλεμο, μίσος, προσφυγιά, ορφάνια, κοινωνικό διχασμό, έλλειψη δικαιοσύνης και κρίση αξιών. Αμέσως μετά ακολουθεί η επίκληση «Ω! Θεέ μου...», η οποία λειτουργεί ως επωδός, δίνοντας στο ποίημα χαρακτήρα προσευχής και ψαλμού.

Η γλώσσα είναι απλή και άμεση, αλλά ταυτόχρονα ιδιαίτερα εκφραστική. Οι εικόνες του αίματος, των δακρύων, των ορφανών παιδιών και των μεταναστών δημιουργούν έντονη συγκινησιακή φόρτιση. Ο ποιητής δεν κατονομάζει συγκεκριμένα γεγονότα· έτσι το ποίημα αποκτά διαχρονικό χαρακτήρα και μπορεί να αφορά κάθε εποχή που σημαδεύεται από βία και αδικία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κλιμάκωση των προστακτικών προς τον Θεό: παρηγόρησέ με, αξίωσέ με, αναθάρρησέ με, αντρέιωσέ με, ευλόγησέ με, προστάτεψέ με, φυγάδευσέ με, γρηγόρεψέ με, προφύλαξέ με, ευτύχισέ με. Η προοδευτική αυτή ακολουθία δείχνει την πορεία του ανθρώπου από την απόγνωση προς την ελπίδα και την πνευματική ολοκλήρωση.

Παρά τη σκοτεινή θεματολογία, το ποίημα δεν καταλήγει στην απαισιοδοξία. Η τελευταία στροφή αποτελεί μήνυμα συμφιλίωσης, όπου η φιλία, η αρμονία, η σοφία και η ηθική προβάλλονται ως οι αξίες που μπορούν να οδηγήσουν την ανθρωπότητα σε έναν καλύτερο κόσμο.

Ο Γιώργος Αλεξανδρής, μέσα από το ποίημα "Ω! ΘΕΕ ΜΟΥ…", δεν καταθέτει απλώς μια προσωπική προσευχή. Εκφράζει την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου απέναντι στον πόλεμο, την αδικία και την ηθική κρίση, ενώ ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι η ελπίδα γεννιέται από τη φιλία, την αγάπη, την ειρήνη και τον σεβασμό. Πρόκειται για ένα ποίημα βαθιά ανθρωπιστικό, που συνομιλεί με την εποχή μας και καλεί τον αναγνώστη όχι μόνο να συγκινηθεί, αλλά και να αναλογιστεί τη δική του ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο.

Πιστεύω ότι είναι από τα πιο ώριμα κοινωνικά ποιήματα του Γιώργου Αλεξανδρή, καθώς συνδυάζει λυρικότητα, έντονο ανθρωπισμό και μια διαρκή αναζήτηση ηθικής και πνευματικής ελπίδας.

Στην ποιητική συλλογή «ΑΣΠΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ» ο Γιώργος Αλεξανδρής αποδεικνύεται ποιητής της εσωτερικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Με λόγο λυρικό, καθαρό και βαθιά στοχαστικό, μετατρέπει τις μικρές στιγμές της ζωής σε φορείς πνευματικής εμπειρίας. Η ποίησή του συνομιλεί με την ελληνική λυρική παράδοση, χωρίς μίμηση, και διατηρεί μια αυθεντική φωνή που ξεχωρίζει για τη σεμνότητα, τη μουσικότητα και τη φιλοσοφική της διαύγεια.

Οι «Ασπασμοί» εκφράζουν την κατάφαση στη ζωή και στη συνύπαρξη· οι «Παρακλήσεις» φωτίζουν τη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου για νόημα, γαλήνη και κάθαρση. Έτσι, η συλλογή δεν διαβάζεται απλώς ως μια σειρά ποιημάτων, αλλά ως ένα ενιαίο ταξίδι ψυχής, όπου ο αναγνώστης συναντά τη δική του μνήμη, τις δικές του σιωπές και τις δικές του ελπίδες.

Σας χαιρετώ με σεβασμό και επικούρεια διάθεση Επίκουρος ο Γοργογυραίος.

2.7.26

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΞΕΝΗΣ, ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΕΚΑΒΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΙΑΜΟΥ, ΜΕ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΥ ΠΕΠΟΥ.

Φίλες και Φίλοι καλησπέρα, το πιο κάτω κείμενο δημιουργήθηκε χάρη στην προτροπή του φίλου της σοφίας, αλλά παράλληλα και δικού μας φίλου, φυσικά και μιλάω για τον εκλεκτό μας φίλο, Ηλία Γιαννακόπουλο.

Ας πάρω όμως τα πράγματα από την αρχή, επικοινώνησα σήμερα με τον Ηλία για να του μεταφέρω την χθεσινή μου συγκλονιστική εμπειρία για την οποία θα διαβάσετε πιο κάτω. Ο Ηλίας με το που τελείωσα την αφήγηση μου μού είπε: όλα αυτά που μου είπες θα πρέπει να τα καταγράψεις, είναι μια συγκινητική και συγκλονιστική σύμπτωση και δεν σου κρύβω πως είναι και για μένα ένα ερέθισμα να γράψω ένα σχετικό άρθρο. Θα μου επιτρέψει ο Ηλίας να σας γνωστοποιήσω το εξής, σε πάρα πολλά άρθρα που έχει γράψει, η αφορμή πολλές φορές ήταν μια φράση, μία λέξη, μία εικόνα, ένα απόφθεγμα, ένα βλέμμα, κ.λπ. κ.λπ. Ο Ηλίας έχει τέτοιο ωκεάνιο λογοτεχνικό απόθεμα λέξεων και φράσεων που θα μπορούσε να γράφει επί μήνες και χρόνια χωρίς σταματημό. Είναι ένας Μπετόβεν και Μότσαρτ της λογοτεχνίας.

Κατά την διάρκεια της μεσημεριανής σιέστας ένιωσα το πνεύμα της γραφής να μου λέει ξεκίνα, ίσως και να ήταν το πνεύμα της μητέρας μου, ίσως να ήταν οι οιωνοί, σημασία έχει πως έκανα πράξη το ξεκίνα και ξεκίνησα. Εννοείται πως στη συνέχεια ζήτησα την βοήθεια των Μουσών, πάντα σ' αυτές τις περιπτώσεις ζητώ την βοήθεια των Μουσών και, μπορώ να πω πως τις περισσότερες φορές έχουν συνδράμει ώστε να πετύχω το καλύτερο αποτέλεσμα. Προφανώς και θα πρέπει να είσαστε επιεικείς μαζί μου γιατί εγώ ως ένας απλός παρατηρητής και συλλέκτης ωραίων στιγμών απλά καταγράφω τα συναισθήματα μου, και σας παρουσιάζω τις αλήθειες της ψυχής μου. Οφείλω βέβαια γι' αυτό να ευχαριστήσω τους παλιούς και τους νέους Δασκάλους μου. Πολύ σωστά μου είχε πει ο Πατροκοσμάς ο Πλακιώτης: "Επίκουρε, παιδί μου, αν θέλεις να μάθεις θα βρεθεί το στόμα να σου μιλήσει".

Φίλες και Φίλοι αγαπητοί ουτοπιστές υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει να υφαίνει αόρατα νήματα ανάμεσα στους ανθρώπους και στους αιώνες. Συμπτώσεις, θα πουν κάποιοι. Οιωνοί, θα ψιθυρίσουν άλλοι. Ίσως πάλι να είναι η μνήμη της ίδιας της ανθρωπότητας, που βρίσκει πάντοτε τον τρόπο να μας θυμίζει πως οι μεγάλες αλήθειες δεν ανήκουν ούτε στα βιβλία ούτε στους σοφούς, αλλά στην ψυχή του ανθρώπου.

Έτσι συνέβη και σε μένα.
Το 2019 η μητέρα μου έφυγε για το μεγάλο ταξίδι. Έφυγε πλήρης ημερών. Πρόλαβε να χαρεί τη ζωή όσο της χαρίστηκε. Είδε τα παιδιά της να μεγαλώνουν, γνώρισε τα εγγόνια της, αγάπησε και αγαπήθηκε. Δεν είχε παράπονο από τη ζωή· μόνο εκείνη τη γαλήνη που αποκτούν όσοι νιώθουν πως ο κύκλος τους ολοκληρώθηκε.
Λίγο πριν φύγει, σαν να είχε καταλάβει πως πλησίαζε το τέλος, κάλεσε εμένα, τον μεσαίο της γιο, και τη γυναίκα μου.
Μας έδειξε μια τσάντα.
Γύρισε πρώτα προς τη Λαμπρινή και της είπε με απόλυτη ηρεμία:
«Λαμπρινή, εδώ μέσα είναι όλα εκείνα που θα χρειαστείς όταν εγώ φύγω για το μεγάλο ταξίδι.»
Είχε φροντίσει για τα πάντα.
Μέσα στην τσάντα υπήρχαν όσα θα χρειάζονταν για την τελευταία της διαδρομή. Είχε σκεφτεί ακόμη και τα πλεκτά που ήθελε να τοποθετηθούν στην οστεοθήκη της όταν θα ερχόταν η ώρα της εκταφής.
Ύστερα γύρισε προς εμένα.
Το βλέμμα της σοβάρεψε.
«Προσέξτε καλά αυτό που θα σας πω. Δεν θέλω να μου δέσετε τα χέρια. Δεν θέλω να πάω στον τάφο με δεμένα χέρια.»
Έμεινα σιωπηλός.
Δεν τη ρώτησα γιατί.
Ούτε εκείνη εξήγησε.
Τα λόγια της χαράχτηκαν μέσα μου, χωρίς τότε να γνωρίζω ότι θα επέστρεφαν κάποτε με έναν τρόπο σχεδόν ανεξήγητο.
Πέρασαν επτά χρόνια.
Χθες συνέχισα να διαβάζω την  Εκάβη του Ευριπίδη. Αφορμή αυτού του διαβάσματος ήταν η Γιώτα η οποία, θα ερχόταν με την παρέα της από τα Τρίκαλα για να παρακολουθήσουν την Εκάβη στο Ηρώδειο. Σκέφτηκα πως ήταν μία καλή ευκαιρία να πάμε με την Λόλα να παρακολουθήσουμε κι εμείς αυτή την παράσταση μιας και θα ήταν η προτελευταία παράσταση στο Ηρώδειο πριν το κλείσιμο λόγω έργων. Πάντα όταν πρόκειται να παρακολουθήσω κάποιο έργο είτε στο Ηρώδειο, είτε στην Επίδαυρο, κάνω ένα φρεσκάρισμα της μνήμης διαβάζοντας το σχετικό έργο της αρχαίας κλασικής γραμματείας. 
Όταν έφτασα στους στίχους όπου η κόρη της Εκάβης, η Πολυξένη '540', λίγο πριν από τη θυσία της, λέει:
«Στ' όνομα των θεών, για να πεθάνω λεύτερη, μη μου δέσετε τα χέρια·
το 'χω ντροπή στον Άδη να με κράζουν εμένα σκλάβα, μια βασιλοπούλα.»
Έκλεισα το βιβλίο.

Για μια στιγμή ένιωσα πως ο χρόνος καταργήθηκε.
Άκουσα ξανά τη φωνή της μητέρας μου:
«Δεν θέλω να μου δέσετε τα χέρια...»
Η ίδια σχεδόν επιθυμία.
Η ίδια ανάγκη να φύγει κανείς ελεύθερος.
Και τότε γεννήθηκε μέσα μου ένα ερώτημα που δεν με εγκαταλείπει.

Πώς ήταν δυνατόν η μητέρα μου, μια γυναίκα γεννημένη το 1928, στη Μεσοχώρα Τρικάλων, που ο πόλεμος και ο εμφύλιος της στέρησαν ακόμη και τη δυνατότητα να ξεκινήσει το γυμνάσιο, να εκφράσει μια σκέψη τόσο κοντά στα λόγια που έγραψε ο Ευριπίδης πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια;
Τα είχε άραγε ακούσει κάποτε από κάποιον χωρίς να το γνωρίζει;
Τα είχε διαβάσει κάπου;
Ή μήπως υπάρχουν σκέψεις που γεννιούνται αυθόρμητα στις ανθρώπινες ψυχές όταν πλησιάζουν τα μεγάλα σύνορα της ζωής;
Δεν έχω απάντηση.
Και ίσως να μη χρειάζεται να έχω.
Εκείνο όμως που με συγκλόνισε περισσότερο ήταν η χρονική σύμπτωση.

Από τις δεκάδες τραγωδίες και τα εκατοντάδες βιβλία που θα μπορούσα να διαβάζω αυτές τις ημέρες, βρέθηκα ακριβώς μπροστά στους στίχους της Πολυξένης. Σαν κάποιος αδιόρατος οιωνός να μου ψιθύρισε: «Θυμήσου.»
Ίσως να ήταν απλώς μια σύμπτωση.
Ίσως όμως και η ίδια η ζωή να έχει τον δικό της μυστικό τρόπο να μας ξυπνά αναμνήσεις όταν έρχεται η κατάλληλη στιγμή.
Δεν ξέρω αν οι οιωνοί υπάρχουν, και με ποιον τρόπο υπάρχουν.
Ξέρω μόνο πως, εκείνη τη στιγμή, ένιωσα πως η μητέρα μου ήταν ξανά δίπλα μου.
Και τότε κατάλαβα πως τα χέρια δεν είναι απλώς μέλη του σώματος.
Είναι το σύμβολο της ανθρώπινης ελευθερίας.
Με αυτά αγκαλιάζουμε.
Με αυτά εργαζόμαστε.
Με αυτά δημιουργούμε.
Με αυτά αποχαιρετούμε.
Ίσως γι' αυτό ούτε η Πολυξένη ούτε η μητέρα μου ήθελαν να φύγουν με δεμένα χέρια.
Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να χάσει τα πάντα, όχι όμως την αξιοπρέπειά του.
Και ίσως τελικά αυτή να είναι η βαθύτερη σοφία που ταξιδεύει από γενιά σε γενιά χωρίς βιβλία, χωρίς δασκάλους, χωρίς σχολεία.
Μια σοφία που περνά από καρδιά σε καρδιά.
Αν είναι έτσι, τότε η μητέρα μου δεν γνώριζε τα λόγια του Ευριπίδη.
Γνώριζε, όμως, αυτό που γνώριζε και η Πολυξένη.
Πως ακόμη και μπροστά στον θάνατο, ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να παραμένει ελεύθερος.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο αρχαίο, το πιο ελληνικό και συνάμα το πιο ανθρώπινο μάθημα που μπορεί να αφήσει μια μάνα στο παιδί της.
Φίλες και Φίλοι, επίσης δεν γνωρίζω αν όλα αυτά συνέβησαν απλά και μόνο από εσωτερική ανάγκη ώστε να βρεθώ ξανά - τρόπον τινά - με την μητέρα μου, η αν ήταν σύμπτωση, ό,τι κι αν ήταν ευχαριστώ τους οιωνούς, τις Μούσες και φυσικά τον Ηλία που με παρότρυνε να καταγράψω όλα αυτά που έζησα.
Σας χαιρετώ με σεβασμό και επικούρεια διάθεση Επίκουρος ο Γοργογυραίος.
Υ.Γ. Είναι το πρώτο κείμενο που γράφω στο τραπέζι - γραφείο που μου χάρισε μία ευγενική και ευαίσθητη ψυχή.