Η σκάλα των μικρών θαυμάτων.
Δεκατέσσερα σκαλοπάτια κι ένα πλατύσκαλο.
Φίλες και φίλοι καλημέρα, σαν σήμερα 36 χρόνια πριν ο Επικούρειος Πέπος βρισκόταν στον αέρα για 18 ώρες, με ενδιάμεσο σταθμό την Ταϊλάνδη, προκειμένου να μεταβεί στην Ιαπωνία για την βάπτιση του, να αποκτήσει και το ιαπωνικό όνομα Fuji Tomo Kazu!!
Μα ποτέ πέρασαν κιόλας 36!! χρόνια από την ημέρα που ανέβαινα την σκάλα του Jumbo 747 της Ολυμπιακής αεροπορίας;
Χθες βράδυ είδα ένα παράξενο όνειρο, βρισκόμουν στο πλατύσκαλο, λίγο πριν περάσω την πόρτα του αεροπλάνου, και γυρίζοντας πίσω έφερα στη μνήμη μου όμορφες στιγμές από όλα αυτά τα 36 χρόνια.
Κι εκεί που συλογιζόμουν όλα τα παρελθοντολογικά, τσουπ και παρουσιάζονται οι Μούσες οι οποίες με παρότρυναν να γράψω μερικά χαϊκού, και μερικές σύντομες ιστορίες για τα 15 σκαλιά που με οδήγησαν στην είσοδο του αεροπλάνου με προορισμό το αεροδρόμιο NARITA της Ιαπωνίας.
Ζήτησα την βοήθεια των Μουσών και ιδού το αποτέλεσμα.
Δεκαπέντε χαϊκού και δεκαπέντε μικρές ιστορίες, σαν ψίθυροι ανάμεσα στη γη και τον ουρανό.
Ας φανταστούμε μια παλιά πέτρινη σκάλα. Κανείς δεν γνωρίζει ποιος την έχτισε ούτε πού ακριβώς οδηγεί.
Στα σκαλοπάτια της έχουν απομείνει λέξεις, ίχνη, όνειρα και σιωπές. Σε καθένα αντιστοιχεί μια ανθρώπινη αξία ή μια εσωτερική αναζήτηση.
Στο πλατύσκαλο, εκεί όπου τελειώνει η ανάβαση, ίσως αρχίζει κάτι άλλο.
Θα τοποθετήσουμε την αγάπη στο πλατύσκαλο, ως την τελευταία αποκάλυψη της διαδρομής. Οι υπόλοιπες έννοιες θα κατοικήσουν στα δεκατέσσερα σκαλοπάτια και στο τελευταίο σημείο της ανάβασης, με τη φιλία και την αρετή να μοιράζονται το πρώτο σκαλί ως θεμέλια κάθε ανθρώπινης πορείας.
Τα δεκαπέντε χαϊκού.
1. Φιλία και Αρετή.
Δυο σκιές μαζί
μοιράζονται τον ήλιο
δίχως να μιλούν.
Η αρετή θεμελιώνει το βήμα:
το χέρι που απλώνεται χωρίς αντάλλαγμα.
2. Ποίηση.
Μέσα στο χαρτί
χίλιοι δρόμοι ξυπνούν
χωρίς βήματα μόνο με λέξεις.
3. Έρωτας.
Μια ματιά μονάχα
και δρομέας τ' Ουρανού αλλάζει πορεία.
4. Σεβασμός.
Σκύβει ο λόγος μου
για να περάσει πρώτος
ο άλλος άνθρωπος.
5. Φιλοσοφία.
Χαμόγελα η πένα του Ηλία
για την αγαθή τύχη που της έτυχε
να βρεθεί στα χέρια του.
6. Φύση.
Στης πέτρας τη σχισμή
ένα αγριολούλουδο
νικά τη σιωπή.
7. Μνήμη.
Σβησμένα βήματα
επιμένουν στη σκόνη
σαν να ’ναι χθες.
8. Λήθη.
Ομίχλη στο χθες
κι ένα κλαδί ελαφρύ
λικνίζεται πάλι.
9. Οι Μούσες.
Εννέα φωνές
φυσούν πάνω στην πέτρα
κι αυτή τραγουδά.
10. Μυθολογία.
Θεοί και θνητοί
φορούν το ίδιο πρόσωπο
πίσω απ’ τον μύθο.
11. Ιθάκη.
Πολλά μποφόρ στη θάλασσα
μα η καρδιά γνωρίζει
το δικό της λιμάνι.
12. Ευτυχία.
Αταραξία, Φίλους,
6. Φύση.
Στης πέτρας τη σχισμή
ένα αγριολούλουδο
νικά τη σιωπή.
7. Μνήμη.
Σβησμένα βήματα
επιμένουν στη σκόνη
σαν να ’ναι χθες.
8. Λήθη.
Ομίχλη στο χθες
κι ένα κλαδί ελαφρύ
λικνίζεται πάλι.
9. Οι Μούσες.
Εννέα φωνές
φυσούν πάνω στην πέτρα
κι αυτή τραγουδά.
10. Μυθολογία.
Θεοί και θνητοί
φορούν το ίδιο πρόσωπο
πίσω απ’ τον μύθο.
11. Ιθάκη.
Πολλά μποφόρ στη θάλασσα
μα η καρδιά γνωρίζει
το δικό της λιμάνι.
12. Ευτυχία.
Αταραξία, Φίλους,
ψωμί στο τραπέζι κι ένα
παράθυρο ανοιχτό· ιδού η ζωή.
13. Μηδέν Άγαν.
Ούτε πολύ φως
ούτε βαθιά σκοτάδια·
χώρος για πνοή.
14. Γνώθι σαυτόν.
Κοιτώ το νερό·
αυτός/τη που με κοιτά
ξέρει τ’ όνομά μου.
15. Αγάπη-πλατύσκαλο.
Δεν έχει άλλο σκαλί.
Απλώνω την παλάμη·
χωράμε κι οι δυο.
Ακολουθούν δεκαπέντε μικρές ιστορίες.
1. Η φιλία και η αρετή — Το πρώτο σκαλί
Ένας γέρος ανέβαινε καθημερινά τη σκάλα, κρατώντας δυο μπαστούνια. Το ένα ήταν για τον ίδιο, το άλλο για τον φίλο του, που είχε φύγει χρόνια πριν. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κουβαλά, απάντησε:
«Για να θυμάμαι πως η δύναμη δεν είναι να ανεβαίνεις μόνος, αλλά να μην ξεχνάς εκείνον που δυσκολεύεται».
Κι άφησε το δεύτερο μπαστούνι στο πρώτο σκαλί, για όποιον θα το χρειαζόταν.
2. Η Ποίηση — Το βιβλίο που ανέβαινε μόνο του.
Ένα κορίτσι βρήκε ένα βιβλίο ακουμπισμένο στο δεύτερο σκαλί. Δεν είχε τίτλο, συγγραφέα ούτε τελευταία σελίδα. Κάθε φορά που το διάβαζε, ανακάλυπτε πως η ιστορία συνεχιζόταν με όσα είχε ζήσει την προηγούμενη μέρα.
Μεγάλωσε διαβάζοντας, όχι για να γνωρίζει τις απαντήσεις, αλλά για να συναντά καλύτερες ερωτήσεις.
Όταν έφτασε στο τέλος της σκάλας, έκλεισε το βιβλίο.
Στην πρώτη σελίδα είχε μόλις αρχίσει να γράφει το όνομά της.
Ήταν η Ποίηση.
3. Ο έρωτας — Η λάθος σκάλα
Εκείνος ανέβαινε. Εκείνη κατέβαινε.
Συναντήθηκαν στη μέση, αντάλλαξαν μια συγγνώμη και συνέχισαν τον δρόμο τους. Στο επόμενο σκαλί, σταμάτησαν. Γύρισαν και κοιτάχτηκαν.
«Πού πηγαίνεις;» ρώτησε εκείνος.
«Δεν ξέρω πια», είπε εκείνη.
Κάθισαν μαζί. Η σκάλα δεν τους οδήγησε εκεί που είχαν σχεδιάσει. Η σκάλα δεν τους οδήγησε εκεί που είχαν σχεδιάσει.
Τους έφερε, όμως, εκεί όπου ήθελαν να μείνουν.
4. Ο σεβασμός — Η πόρτα που δεν άνοιξε.
Ο μαθητής χτύπησε την πόρτα του Διδασκάλου του. Καμία απάντηση.
Περίμενε. Ξαναχτύπησε. Τίποτα.
Ήταν έτοιμος να φύγει θυμωμένος, όταν άκουσε πίσω από την πόρτα έναν λυγμό. Σήκωσε το χέρι του για τρίτη φορά, μα δεν χτύπησε.
Κάθισε στο σκαλί και περίμενε.
Το πρωί, ο Διδάσκαλος βγήκε και τον αγκάλιασε.
«Σήμερα», του είπε, «έμαθες περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσα να σου διδάξω».
Αφορά τον Διδάσκαλο Δ.Π.
5. Η φιλοσοφία — Ο άνθρωπος και η πέτρα
Ένας φιλόσοφος βρήκε μια πέτρα στη μέση της σκάλας. Την παραμέρισε, μα ύστερα αναρωτήθηκε αν είχε κάνει το σωστό.
Αν η πέτρα εμπόδιζε τους ανθρώπους, έπρεπε να φύγει.
Αν τους ανάγκαζε να κοιτούν πού πατούν, ίσως τους προστάτευε.
Την ξανατοποθέτησε στη θέση της. Έπειτα τη μετακίνησε λίγο πιο δίπλα.
Πέρασε όλη τη μέρα σκεφτόμενος.
Το βράδυ κατάλαβε πως η φιλοσοφία δεν του είχε δώσει όλες τις απαντήσεις.
Του είχε μάθει όμως να εμπιστεύεται τις λέξεις και τον ορθό λόγο.
Αφορά τον διανοητή Η.Γ.
6. Η φύση — Ο κήπος της πέτρας
Στο έκτο σκαλί φύτρωσε μια παπαρούνα.
Ο δήμαρχος έστειλε εργάτες να την ξεριζώσουν. Δεν ταίριαζε, είπε, με την αναπαλαίωση της σκάλας.
Ο κηπουρός τού ζήτησε να περιμένει μια μέρα.
Το επόμενο πρωί, η παπαρούνα είχε ανοίξει. Ένα παιδί την έδειξε στη μητέρα του. Ένας περαστικός στάθηκε να τη φωτογραφίσει. Ένας ηλικιωμένος χαμογέλασε.
Ο δήμαρχος ακύρωσε την εντολή.
Για πρώτη φορά, μια μικρή ατέλεια έγινε το ωραιότερο μέρος της πόλης.
Υ.Γ. Αυτό δεν συνέβη στην Ελλάδα αλλά στην Ιαπωνία.
7. Η μνήμη — Το όνομα στη σκόνη
Κάθε Κυριακή, μια γυναίκα ανέβαινε τη σκάλα και χάραζε με το δάχτυλό της ένα όνομα στη σκόνη.
Ο άνεμος το έσβηνε κάθε βράδυ.
Εκείνη επέστρεφε κάθε Κυριακή.
Ένα παιδί τη ρώτησε γιατί δεν το χάραζε βαθύτερα, ώστε να μείνει για πάντα.
«Γιατί δεν χρειάζεται να μείνει στην πέτρα», απάντησε. «Αρκεί που μένει μέσα μου».
Χρόνια αργότερα, η γυναίκα δεν ξαναφάνηκε.
Το παιδί, πια γέρος, συνέχισε να γράφει το όνομα.
7. Η μνήμη — Το όνομα στη σκόνη
Κάθε Κυριακή, μια γυναίκα ανέβαινε τη σκάλα και χάραζε με το δάχτυλό της ένα όνομα στη σκόνη.
Ο άνεμος το έσβηνε κάθε βράδυ.
Εκείνη επέστρεφε κάθε Κυριακή.
Ένα παιδί τη ρώτησε γιατί δεν το χάραζε βαθύτερα, ώστε να μείνει για πάντα.
Χρόνια αργότερα, η γυναίκα δεν ξαναφάνηκε.
Το παιδί, πια γέρος, συνέχισε να γράφει το όνομα.
13. Μηδέν Άγαν.
Ούτε πολύ φως
ούτε βαθιά σκοτάδια·
χώρος για πνοή.
14. Γνώθι σαυτόν.
Κοιτώ το νερό·
αυτός/τη που με κοιτά
ξέρει τ’ όνομά μου.
15. Αγάπη-πλατύσκαλο.
Δεν έχει άλλο σκαλί.
Απλώνω την παλάμη·
χωράμε κι οι δυο.
Ακολουθούν δεκαπέντε μικρές ιστορίες.
1. Η φιλία και η αρετή — Το πρώτο σκαλί
Ένας γέρος ανέβαινε καθημερινά τη σκάλα, κρατώντας δυο μπαστούνια. Το ένα ήταν για τον ίδιο, το άλλο για τον φίλο του, που είχε φύγει χρόνια πριν. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κουβαλά, απάντησε:
«Για να θυμάμαι πως η δύναμη δεν είναι να ανεβαίνεις μόνος, αλλά να μην ξεχνάς εκείνον που δυσκολεύεται».
Κι άφησε το δεύτερο μπαστούνι στο πρώτο σκαλί, για όποιον θα το χρειαζόταν.
2. Η Ποίηση — Το βιβλίο που ανέβαινε μόνο του.
Ένα κορίτσι βρήκε ένα βιβλίο ακουμπισμένο στο δεύτερο σκαλί. Δεν είχε τίτλο, συγγραφέα ούτε τελευταία σελίδα. Κάθε φορά που το διάβαζε, ανακάλυπτε πως η ιστορία συνεχιζόταν με όσα είχε ζήσει την προηγούμενη μέρα.
Μεγάλωσε διαβάζοντας, όχι για να γνωρίζει τις απαντήσεις, αλλά για να συναντά καλύτερες ερωτήσεις.
Όταν έφτασε στο τέλος της σκάλας, έκλεισε το βιβλίο.
Στην πρώτη σελίδα είχε μόλις αρχίσει να γράφει το όνομά της.
Ήταν η Ποίηση.
3. Ο έρωτας — Η λάθος σκάλα
Εκείνος ανέβαινε. Εκείνη κατέβαινε.
Συναντήθηκαν στη μέση, αντάλλαξαν μια συγγνώμη και συνέχισαν τον δρόμο τους. Στο επόμενο σκαλί, σταμάτησαν. Γύρισαν και κοιτάχτηκαν.
«Πού πηγαίνεις;» ρώτησε εκείνος.
«Δεν ξέρω πια», είπε εκείνη.
Κάθισαν μαζί. Η σκάλα δεν τους οδήγησε εκεί που είχαν σχεδιάσει. Η σκάλα δεν τους οδήγησε εκεί που είχαν σχεδιάσει.
Τους έφερε, όμως, εκεί όπου ήθελαν να μείνουν.
4. Ο σεβασμός — Η πόρτα που δεν άνοιξε.
Ο μαθητής χτύπησε την πόρτα του Διδασκάλου του. Καμία απάντηση.
Περίμενε. Ξαναχτύπησε. Τίποτα.
Ήταν έτοιμος να φύγει θυμωμένος, όταν άκουσε πίσω από την πόρτα έναν λυγμό. Σήκωσε το χέρι του για τρίτη φορά, μα δεν χτύπησε.
Κάθισε στο σκαλί και περίμενε.
Το πρωί, ο Διδάσκαλος βγήκε και τον αγκάλιασε.
«Σήμερα», του είπε, «έμαθες περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσα να σου διδάξω».
Αφορά τον Διδάσκαλο Δ.Π.
5. Η φιλοσοφία — Ο άνθρωπος και η πέτρα
Ένας φιλόσοφος βρήκε μια πέτρα στη μέση της σκάλας. Την παραμέρισε, μα ύστερα αναρωτήθηκε αν είχε κάνει το σωστό.
Αν η πέτρα εμπόδιζε τους ανθρώπους, έπρεπε να φύγει.
Αν τους ανάγκαζε να κοιτούν πού πατούν, ίσως τους προστάτευε.
Την ξανατοποθέτησε στη θέση της. Έπειτα τη μετακίνησε λίγο πιο δίπλα.
Πέρασε όλη τη μέρα σκεφτόμενος.
Το βράδυ κατάλαβε πως η φιλοσοφία δεν του είχε δώσει όλες τις απαντήσεις.
Του είχε μάθει όμως να εμπιστεύεται τις λέξεις και τον ορθό λόγο.
Αφορά τον διανοητή Η.Γ.
6. Η φύση — Ο κήπος της πέτρας
Στο έκτο σκαλί φύτρωσε μια παπαρούνα.
Ο δήμαρχος έστειλε εργάτες να την ξεριζώσουν. Δεν ταίριαζε, είπε, με την αναπαλαίωση της σκάλας.
Ο κηπουρός τού ζήτησε να περιμένει μια μέρα.
Το επόμενο πρωί, η παπαρούνα είχε ανοίξει. Ένα παιδί την έδειξε στη μητέρα του. Ένας περαστικός στάθηκε να τη φωτογραφίσει. Ένας ηλικιωμένος χαμογέλασε.
Ο δήμαρχος ακύρωσε την εντολή.
Για πρώτη φορά, μια μικρή ατέλεια έγινε το ωραιότερο μέρος της πόλης.
Υ.Γ. Αυτό δεν συνέβη στην Ελλάδα αλλά στην Ιαπωνία.
7. Η μνήμη — Το όνομα στη σκόνη
Κάθε Κυριακή, μια γυναίκα ανέβαινε τη σκάλα και χάραζε με το δάχτυλό της ένα όνομα στη σκόνη.
Ο άνεμος το έσβηνε κάθε βράδυ.
Εκείνη επέστρεφε κάθε Κυριακή.
Ένα παιδί τη ρώτησε γιατί δεν το χάραζε βαθύτερα, ώστε να μείνει για πάντα.
«Γιατί δεν χρειάζεται να μείνει στην πέτρα», απάντησε. «Αρκεί που μένει μέσα μου».
Χρόνια αργότερα, η γυναίκα δεν ξαναφάνηκε.
Το παιδί, πια γέρος, συνέχισε να γράφει το όνομα.
7. Η μνήμη — Το όνομα στη σκόνη
Κάθε Κυριακή, μια γυναίκα ανέβαινε τη σκάλα και χάραζε με το δάχτυλό της ένα όνομα στη σκόνη.
Ο άνεμος το έσβηνε κάθε βράδυ.
Εκείνη επέστρεφε κάθε Κυριακή.
Ένα παιδί τη ρώτησε γιατί δεν το χάραζε βαθύτερα, ώστε να μείνει για πάντα.
Χρόνια αργότερα, η γυναίκα δεν ξαναφάνηκε.
Το παιδί, πια γέρος, συνέχισε να γράφει το όνομα.
8. Η λήθη — Το ελαφρύ σακίδιο
Ένας ταξιδιώτης ανέβαινε με ένα σακίδιο γεμάτο πέτρες. Σε καθεμιά είχε χαράξει μια προσβολή, μια αποτυχία, μια προδοσία.
Στο όγδοο σκαλί κάθισε εξαντλημένος.
Μια μικρή κοπέλα τον ρώτησε τι κουβαλά.
«Όσα μου έκαναν», απάντησε.
Εκείνη πήρε μια πέτρα και την πέταξε στο χορτάρι.
«Μα αυτό δεν είναι δικό σου», είπε.
Ο ταξιδιώτης άνοιξε το σακίδιο. Άδειασε το περιεχόμενό του μία πέτρα τη φορά.
Ανέβηκε το υπόλοιπο της σκάλας χωρίς να κοιτάξει πίσω.
9. Οι Μούσες.
Ένας μουσικός είχε χάσει τη φωνή του. Ανέβαινε τη σκάλα κρατώντας μια άδεια λύρα.
Στο ένατο σκαλί άκουσε ένα φύσημα. Στο επόμενο, ένα φτερούγισμα. Ύστερα, τον ήχο της βροχής πάνω στην πέτρα.
Άρχισε να γράφει μουσική χωρίς να παίζει.
Όταν έφτασε στο πλατύσκαλο, εννέα άγνωστες γυναίκες τον περίμεναν. Δεν του έδωσαν φωνή. Του έδωσαν προσοχή.
Κι εκείνος κατάλαβε πως η έμπνευση δεν έρχεται πάντα για να γεμίσει το κενό.
Μερικές φορές έρχεται για να μας μάθει να το ακούμε.
10. Η μυθολογία.
Ο Ηρακλής, κουρασμένος από τους άθλους του, βρήκε μια σκάλα που ανέβαινε προς τον Όλυμπο. Σε κάθε σκαλί τον περίμενε ένα τέρας.
Στο δέκατο, όμως, δεν βρήκε τίποτα.
Περίμενε να εμφανιστεί ένας αντίπαλος. Δεν εμφανίστηκε κανείς.
«Ποιον πρέπει να νικήσω;» φώναξε.
Μια φωνή τού απάντησε:
«Εκείνον που χρειάζεται πάντοτε έναν εχθρό για να ξέρει ποιος είναι».
Ο Ηρακλής άφησε το ρόπαλό του κάτω.
Για πρώτη φορά, ανέβηκε χωρίς να πολεμήσει.
Αγορά τον μικρό Ηρακλή της Ευρυδίκης.
11. Η Ιθάκη.
Ένας γέρος ναυτικός ανέβαινε τη σκάλα κρατώντας ένα μικρό κοχύλι.
Είχε ταξιδέψει σε μακρινούς τόπους, είχε γνωρίσει βασιλιάδες και είχε χάσει συντρόφους.
Μα στο τέλος κάθε ταξιδιού αναζητούσε το ίδιο νησί.
Όταν έφτασε στο ενδέκατο σκαλί, σταμάτησε.
Έβαλε το κοχύλι στο αυτί του. Άκουσε τη θάλασσα.
Δεν είχε φτάσει στην Ιθάκη.
Δεν χρειαζόταν πια να φτάσει.
Είχε καταλάβει πως η πατρίδα δεν είναι πάντα ο τόπος που επιστρέφουμε.
Είναι ο τόπος που μας επιτρέπει να επιστρέψουμε στον εαυτό μας.
12. Η ευτυχία.
Ένας πλούσιος έψαχνε την ευτυχία σε όλα τα σκαλιά. Στο καθένα άφηνε ένα χρυσό νόμισμα, ελπίζοντας πως θα την αγοράσει.
Στο δωδέκατο συνάντησε μια γυναίκα που έτρωγε ψωμί και ελιές.
«Πού βρίσκεται;» τη ρώτησε.
Εκείνη τού πρόσφερε μια ελιά.
Ο πλούσιος κάθισε. Έφαγαν μαζί, χωρίς να μιλήσουν για χρήματα.
Όταν σηκώθηκε, ξέχασε τα νομίσματα πίσω του.
Η γυναίκα δεν τον φώναξε.
Ήξερε πως, αν γύριζε να τα πάρει, δεν είχε ακόμη καταλάβει.
13. Μηδέν Άγαν.
Ένας βασιλιάς ήθελε να είναι ο σοφότερος, ο δυνατότερος και ο πιο αγαπητός. Έχτισε μια σκάλα ψηλότερη από κάθε άλλη και διέταξε τους υπηκόους του να τον θαυμάζουν.
Στο δέκατο τρίτο σκαλί, η σκάλα στένεψε. Δεν μπορούσε να κουβαλήσει όλα τα μετάλλιά του.
Τα άφησε κάτω. Έπειτα άφησε το στέμμα. Τέλος, το όνομά του.
Πέρασε ελεύθερος.
Κάποιος είχε χαράξει στην πέτρα:
Μηδέν Άγαν — Τίποτε σε υπερβολή.
Ο βασιλιάς χαμογέλασε.
Είχε ανέβει τόσο ψηλά, ώστε επιτέλους μπορούσε να κατέβει.
14. Γνώθι σαυτόν.
Ένας άνθρωπος έψαχνε έναν καθρέφτη που θα του έδειχνε ποιος πραγματικά ήταν. Ρώτησε εμπόρους, σοφούς και μάντεις. Κανείς δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει.
Στο δέκατο τέταρτο σκαλί βρήκε μια μικρή λίμνη.
Έσκυψε και είδε το πρόσωπό του. Πίσω από αυτό, τις ρυτίδες, τον φόβο, την επιθυμία να τον αγαπούν.
Σηκώθηκε απότομα. Δεν του άρεσαν όλα όσα είδε.
Έπειτα ξαναέσκυψε.
Αυτή τη φορά δεν ζήτησε από το νερό να αλλάξει την εικόνα.
Άρχισε να αλλάζει τον άνθρωπο που την κοιτούσε.
15. Η αγάπη — Το πλατύσκαλο
Στην κορυφή της σκάλας δεν υπήρχε πόρτα, ούτε ναός, ούτε θέαμα.
Μόνο ένα πλατύσκαλο και ένας άνθρωπος που περίμενε.
Ο ταξιδιώτης τον ρώτησε:
«Τι υπάρχει πιο πάνω;»
«Δεν ξέρω», απάντησε εκείνος. «Περιμένω κάποιον να ανέβει μαζί μου».
Ο ταξιδιώτης κάθισε δίπλα του.
Πέρασαν ώρες. Δεν μίλησαν για φιλοσοφία, για θεούς, για μνήμη ή για λήθη. Δεν χρειάστηκε να αποδείξουν τίποτε.
Όταν έπεσε το βράδυ, ο ένας ακούμπησε το χέρι του πάνω στο χέρι του άλλου.
Η σκάλα είχε τελειώσει.
Η αγάπη και ο μεγάλος έρωτας για την Ιαπωνία είχε μόλις αρχίσει.
Επίλογος.
Ίσως η σκάλα να μην ήταν ποτέ φτιαγμένη από πέτρα. Ίσως να ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος, που ανεβαίνει μέσα από όσα μαθαίνει, όσα χάνει, όσα θυμάται και όσα τολμά να αφήσει πίσω.
Η φιλία μάς δίνει συνοδοιπόρους.
Η αρετή μάς δίνει κατεύθυνση.
Η Ποίηση μάς ανοίγει κόσμους,
Ό έρωτας μάς αναστατώνει.
Ο σεβασμός μάς διδάσκει να συνυπάρχουμε.
Η φιλοσοφία ρωτά.
Η φύση απαντά χωρίς λέξεις
Η μνήμη διασώζει
Και η λήθη ελευθερώνει.
Οι Μούσες μάς εμπνέουν.
Οι μύθοι μάς καθρεφτίζουν.
Η Ιθάκη μάς καλεί.
Η ευτυχία μάς ξαφνιάζει.
Το μέτρο μάς προστατεύει από την υπερβολή.
Η αυτογνωσία μάς φέρνει αντιμέτωπους με την αλήθεια μας.
Κι ύστερα έρχεται η αγάπη.
Όχι ως βραβείο για όσους έφτασαν στην κορυφή, αλλά ως το πλατύσκαλο όπου μπορούμε να σταθούμε μαζί.
Γιατί ίσως το βαθύτερο νόημα της ανάβασης να μην είναι να φτάσουμε ψηλότερα από τους άλλους.
Είναι να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου κανείς δεν χρειάζεται πια να ανεβαίνει μόνος.
Έρρωσθε και Ευδαιμονείτε με μία ευχή για τον Fuji Tomo Kazu, να ανέβει σύντομα την σκάλα του αεροπλάνου με προορισμό την Ιαπωνία.

