Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"Στης σκέψης τα γυρίσματα μ’ έκανε να σταθώ
ιδέα περιπλάνησης σε όμορφο βουνό.
Έτσι μια μέρα το ’φερε κι εμέ να γυροφέρει
τ’ άτι το γοργοκίνητο στου Γοργογυριού τα μέρη !!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε,
καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!
-Aναζητείστε το"Ποίημα για το Γοργογύρι " στο τέλος της σελίδας.

2.12.25

[ΒΙΒΛΙΟ] Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΛΕΥΚΩΜΑΤΟΣ ΜΕ ΤΙΤΛΟ ''ΑΜΑΡΥΛΛΙΔΑ''. Από τον Παρατηρητή και Συλλέκτη Ωραίων Στιγμών Επικούρειο Πέπο.

ΚΟΖΑΝΗ 1976
Φίλες και Φίλοι καλησπέρα, μία φωτογραφία από το 1975; 1976; στάθηκε η αφορμή ώστε να επαναφέρω στη μνήμη μου την πιο κάτω ιστορία. Η φωτογραφία είναι στο υπασπιστήριο  του Α' ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥ που τότε ήταν στην Κοζάνη. Μία φωτογραφία χίλιες λέξεις που λέει και ο σοφός Διδάσκαλος, χάρη λοιπόν σ' αυτή τη φωτογραφία έκανα ένα υπέροχο ταξίδι στα συρτάρια της μνήμης κι εκεί βρήκα ξανά, Υπέροχους φίλους από την εποχή της θητείας μου. Μιας θητείας που τότε κρατούσε από 28 μήνες έως 32 χωρίς παράπτωμα, όταν σκέφτομαι τους 9 μήνες της σημερινής θητείας αναρωτιέμαι αν τα σημερινά παιδιά θα άντεχαν ή θα είχαμε ομαδικές αυτοκτονίες. Είχε και τα καλά της εκείνη η περίοδος, μας έδινε τον χρόνο να κτίσουμε υπέροχες και διαχρονικές φιλίες. Παναγιώτης, Ντίνος, Μανδραγόρας, Εμιρζάς, Γράβας, Γιάννης, Τρισμπιώτης είναι μερικοί φίλοι από εκείνη την εποχή. Δυστυχώς οι δύο εξ αυτών μας έχουν αποχαιρετήσει. Διαβάστε λοιπόν την ιστορία του λευκώματος. Ήταν το 2020 που συνέβη το γεγονός. Φίλες και φίλοι, αγαπητοί σύντροφοι της τέχνης και της ζωής· ζωγράφοι και ποιητές, περιπατητές και επικούρειοι, νεφελοταξιδευτές, οραματιστές και ουτοπιστές, καλή Ανάγνωση.

Η Ιστορία του Λευκώματος.

Την αφιερώνω στους φίλους του ιστολογίου, στους παλιούς, στους νέους, σε όσους το ταξίδι της ζωής το μοιράζονται με περιέργεια και ανοιχτή καρδιά· στη Γιώτα, στον Διδάσκαλο, στον Παπαγιώργη, στον πατέρα Ευθύμιο, στον καθηγητή Σεχίδη, στον Κώστα, στην Αλέκα, στην πανίσχυρη γραμματέα, στον Ηλία, στην Διοτίμα, στην Ελένη της Γερμανίας, στη Βάσω και στον Γιάννη,  και στη Γοργόνα, την καθηγήτρια που μου είπε ένα πρωί, χαμογελώντας μέσα από το τηλέφωνο:

«Πέπο, στας Σέρρας έχεις γίνει διάσημος. Τα κείμενά σου τα συζητώ με τα παιδιά στην τάξη».

Και κάπως έτσι ξεκινά αυτό το παράξενο, σχεδόν μεταφυσικό ταξίδι.

Το εύρημα

Από χρόνια περιδιάβαινα τα παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι. Αναζητούσα γκραβούρες με σκηνές από την Ιλιάδα, την Οδύσσεια, την παλιά Αθήνα.
Οι παλαιοπώλες με είχαν μάθει πια· ήξεραν τη μανία μου για την τέχνη και τα παλιά χαρτιά.
Ένα μεσημέρι, ο φίλος μου ο παλαιοπώλης μού πρότεινε να δω κάποια παλιά ημερολόγια, λευκώματα ξεχασμένων κοριτσιών. Δεν έδωσα σημασία. Την επόμενη φορά όμως επέμεινε, και σχεδόν για να του κάνω το χατίρι άρχισα να τα ξεφυλλίζω.

Ένα από αυτά είχε κάτι το ιδιαίτερο.

«Κοίτα τα γράμματα και τις ζωγραφιές», μου είπε ο Παλαιοπώλης.


Το άγγιξα – και ήταν σαν να πέρασε μέσα μου ένας μικρός ηλεκτρισμός. Μια λεπτή καλλιγραφία, σχέδια ευαίσθητα, στολισμένα με χρώματα που έμοιαζαν να ανασαίνουν. Χωρίς να το ξέρω ακόμη, είχα ήδη δεθεί μαζί του.

Ο παλαιοπώλης αρνήθηκε να πάρει χρήματα.

«Δώρο», μου είπε. «Εσύ θα το εκτιμήσεις όσο κανείς».


Το πήρα σπίτι· κι όταν το ξεφύλλισα προσεκτικά, είδα την υπογραφή:

Αμαρυλλίδα.
Και τότε κάτι μέσα μου ράγισε γλυκά.
Το όνομα αυτό – σαν άρωμα από αρχαία νύμφη, σαν ψίθυρος μέσα από δάσος φωτεινό – έβαλε φωτιά στη φαντασία μου. Ένιωσα μια απόκοσμη ανάγκη να γνωρίσω την κοπέλα που δημιούργησε αυτόν τον μικρό θησαυρό. Ήξερα όμως καλά: τα κορίτσια στα λευκώματα υπέγραφαν πάντα με ψευδώνυμο. Τότε δεν υπήρχε ακόμα η ΟΚΡΑ ώστε να με βοηθούσε το αρμόδιο τμήμα να βρώ την κοπέλα, η ΟΚΡΑ δεν υπήρχε αλλά υπήρχαν οι οιωνοί που λέει και ο σοφός Γεώργιος.

Κανένα ίχνος, κανένας δρόμος για αναζήτηση.

Το λεύκωμα έγινε σύντομα κάτι παραπάνω από αντικείμενο. Ήταν ένας ψίθυρος από έναν άγνωστο κόσμο.

Η επιβεβαίωση των ειδικών

Η απορία μου για το πώς βρέθηκε στα χέρια του παλαιοπώλη έμεινε άλυτη· και ίσως να ήταν καλύτερα έτσι.
Κάποια στιγμή έδειξα το λεύκωμα στον κορυφαίο φιλόλογο και συγγραφέα Ηλία Γιαννακόπουλο.
Το κράτησε στα χέρια του όπως κρατά κανείς ένα σπάνιο χειρόγραφο.

«Πέπο», μου είπε, «αυτό είναι θησαυρός».

Κι όταν ο Ηλίας Γιαννακόπουλος δίνει τέτοια κρίση, δεν έχεις λόγο να αμφιβάλλεις.
Για τις ζωγραφιές απευθύνθηκα στην Αφροδίτη της Πιάλειας, τη διεθνούς φήμης ζωγράφο.
Έμεινε σιωπηλή, με το βλέμμα καρφωμένο στις σελίδες.


«Επίκουρε… κρατάς κάτι μοναδικό».

Σαν να ζωντάνευε μπροστά της ένα παρελθόν που είχε χαθεί.
Το όνομα που μεγάλωνε μέσα μου

Το όνομα Αμαρυλλίδα δεν έφυγε ποτέ από τη σκέψη μου.

Τόσο που μια μέρα, πρότεινα στον φίλο μου τον Λευτέρη να δώσει αυτό το όνομα στην κόρη του. Εκείνος και η Βασιλική συμφώνησαν. Μα την ημέρα της βάφτισης, ο παπάς – σαν να έπαιζε κι αυτός ρόλο στο μυστήριο – άλλαξε την ιστορία και έδωσε το όνομα Μαρίλια.

Κάπως έτσι τελείωσε το πρώτο μέρος της περιπέτειας.

Το λεύκωμα παρέμεινε για χρόνια στη βιβλιοθήκη μου, στο Μαγευτικό και Πανέμορφο Γοργογύρι σαν ένα άσβεστο ερώτημα:

Ποια ήταν η Αμαρυλλίδα; Πόσο χρονών θα ήταν σήμερα;

Και μετά ήρθε εκείνο το καλοκαίρι.

Το ταξίδι στη Νάουσα – και η μοίρα που καραδοκούσε


Στα μέσα Αυγούστου μας επισκέφθηκε στο χωριό ο Δήμαρχος Μανδραγόρας με την ψαροντουφεκού σύζυγό του. Αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε μαζί στον Άη Νικόλα της Νάουσας, ο Μανδραγόρας αν και νησιώτης, με καταγωγή από την Μυτιλήνη, προτιμάει τη Νάουσα από τον Μόλυβο!! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Εννοείται πως τους έδειξα κι αυτούς το λεύκωμα της Αμαρυλλίδας, και η πρώτη τους αντίδραση ήταν η κλασική: ενθουσιασμός και απορία για το πώς κατέληξε αυτό το υπέροχο λεύκωμα στο παλαιοπωλείο.

«Επίκουρε, πρέπει να ψάξεις να βρεις αυτήν την κοπέλα· θα είναι σημαντικό να της το παραδώσεις είπε η Νίκη».
Όπως κι εγώ, έτσι κι εκείνοι εύχονταν να ήταν καλά στην υγεία της και να μπορούσα, με κάποιον μαγικό τρόπο, να τη βρω.

Εκείνο το ταξίδι στη Νάουσα έκρυβε τελικά πολλές χαρές και όμορφες εκπλήξεις.

Στη Σιάτιστα συναντήσαμε την αγαπημένη μας Στέλλα, φίλη από την εποχή του Μακρυγιάννη. Τότε ήταν φοιτήτρια· σήμερα είναι καθηγήτρια στη Σιάτιστα.

Στην Κοζάνη συναντήσαμε τον φίλο μας τον Γιάννη, φίλο από την εποχή της θητείας στο Α’ Σώμα Στρατού.

Στο πάρκο του Άη Νικόλα συναντήσαμε τη Μνημοσύνη, η οποία μας ξενάγησε στο πάρκο και ζήσαμε μαζί της μαγικές στιγμές.

Στη Βέροια συναντήσαμε τον στρατόφιλο Ντίνο Ράπτη, εκπληκτικό και διαχρονικό φίλο, και εξαιρετικό άνθρωπο.


Στην επιστροφή σταματήσαμε στο Βαρικό, όπου η Λένα – η σύζυγος του Γιάννη – μας υποδέχθηκε με απλόχερη φιλοξενία. Δεν γνωριζόμασταν καλά, μα ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που νιώθεις πως τους ξέρεις από παλιά.
Ευχαριστήσαμε την Λένα και επειδή δεν είχαμε αρκετό χρόνο ανανεώσαμε το ραντεβού για μια νέα συνάντηση στο Μαγευτικό και Πανέμορφο Γοργογύρι, όπου θα ερχόταν μαζί με τον Γιάννη.

Πράγματι, αυτό συνέβη στα τέλη Αυγούστου. Η Λένα είχε ακούσει και διαβάσει πάρα πολλά θετικά σχόλια για το Μαγευτικό και Πανέμορφο Γοργογύρι από τις δύο εγγονές της, που σπουδάζουν στην όμορφη πόλη των Τρικάλων, και θεώρησε πως ήταν μοναδική ευκαιρία να το επισκεφθεί.
Και όταν κάτι το θέλουμε πάρα πολύ, υπάρχουν στο σύμπαν αόρατες δυνάμεις που, αν είναι δίκαιο αυτό που θέλουμε, μας βοηθούν να το πραγματποιήσουμε, αυτό συνέβη και αυτή γη φορά.
Σαν ψέμα μού φαινόταν πως θα υποδεχόμουν στο Μαγευτικό τον φίλο μου τον Γιάννη και τη σύζυγό του.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
1976–2020.
42 χρόνια μετά…

Υποδεχθήκαμε τους φίλους με μεγάλη χαρά και το βράδυ συμφάγαμε στη διεθνούς φήμης ταβέρνα που υπάρχει στο Μαγευτικό και Πανέμορφο Γοργογύρι «Τα Χασαπάκια».

Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι, το φεγγάρι λαμπερό και στολισμένο μας περίμενε πάνω από την «αυλή των θαυμάτων».
Καθίσαμε και, πίνοντας λίγο οίνο που είχα προμηθευτεί από τον κορυφαίο κρασοπαραγωγό Θανάση Τρικαλιώτη, αρχίσαμε να λέμε πολλά και διάφορα, κουβέντες ατελείωτες. Οι γυναίκες τα δικά τους, κι εμείς τα δικά μας.
Και τότε…
Έφτασε η στιγμή που η μοίρα άνοιξε την πόρτα της.


Η εξομολόγηση της Λένας

Μιλούσα με τον Γιάννη όταν άκουσα τυχαία τη λέξη «λεύκωμα».
Νόμιζα πως η Λαμπρινή διηγούνταν τη δική μας ιστορία.
Μα πριν προλάβω να μιλήσω, μου είπε:

«Επίκουρε, άκου τι λέει η Λένα…»

Η Λένα άρχισε να διηγείται  στην Λαμπρινή την ιστορία του δικού της λευκώματος, που είχε χαθεί όταν ήταν μαθήτρια γυμνασίου.

«Όταν ήμουν στο γυμνάσιο, όπως όλα τα κορίτσια, έτσι κι εγώ κρατούσα ημερολόγιο–λεύκωμα.

Είχα μια πολύ καλή φίλη· μοιραζόμασταν τα πάντα. Εκείνη γνώριζε τι έγραφα εγώ στο δικό μου λεύκωμα, κι εγώ τι έγραφε εκείνη στο δικό της.

Με τον καιρό άρχισα να διακρίνω στη φίλη μου κάποια σημάδια ζήλιας. Στην αρχή δεν καταλάβαινα τον λόγο. Από κοινή μας φίλη έμαθα πως ο λόγος ήταν καλλιτεχνικός: ζήλευε που το δικό μου λεύκωμα ήταν καλύτερα στολισμένο με εικόνες. Τα δικά της γράμματα ήταν πιο καλλιγραφικά, αλλά υστερούσε στη ζωγραφική.
Μια μέρα, μετά από μια μονοήμερη εκδρομή, διαπίστωσα πως δεν έβρισκα το λεύκωμά μου. Ρώτησα την Κατερίνα και τα άλλα κορίτσια, αλλά όλες απάντησαν αρνητικά.

Όσο περνούσαν οι μέρες, η ελπίδα να το βρω χανόταν. Ήμουν απογοητευμένη. Ήταν κομμάτι της ζωής μου. Πέρασα μεγάλη στενοχώρια. Τόσο, που ενώ ήμουν άριστη μαθήτρια, εκείνη τη χρονιά είχα μεγάλη πτώση.
Ποτέ δεν μπόρεσα να ξεχάσω την απώλεια εκείνου του λευκώματος. Με βασάνιζαν δύο σκέψεις:

Α) το έχασα από αμέλειά μου;

Β) μου το έκλεψαν;


Όταν κατέληγα στη δεύτερη σκέψη, το μυαλό μου πήγαινε αυτόματα στην Κατερίνα. Προσπαθούσα όμως να διώξω αυτή τη σκέψη, γιατί δεν είχα αποδείξεις.

Εντωμεταξύ εγώ, [Επ'ικουρος] και η Λαμπρινή είχαμε παγώσει.

Η δική μου καρδιά χτυπούσε σαν τύμπανο  ίσως τότε να απέκτησα την κολπική μαρμαρυγή.

Και τότε ρώτησα, σχεδόν ψιθυριστά, με φωνή που δεν αναγνώριζα:
«Λένα… με ποιο ψευδώνυμο υπέγραφες;»


Κι εκείνη είπε:

«Με το όνομα Αμαρυλλίδα».

Η στιγμή πάγωσε.


Ο αέρας λες και σταμάτησε να φυσά.

Για μερικά δευτερόλεπτα, ήμασταν όλοι ακίνητοι – σαν να στεκόμασταν μπροστά σε αποκάλυψη.


Η επιστροφή της Αμαρυλλίδας.

Παρακάλεσα τους φίλους μας να μας ακολουθήσουν στον Ξενώνα όπου είχαμε την βιβλιοθήκη.
Τα χέρια μου έτρεμαν όταν τράβηξα το λεύκωμα από το ράφι.

Όταν η Λένα – η Αμαρυλλίδα της νιότης – το αντίκρισε, η ψυχή της άνοιξε σαν ρόδο που αναγνωρίζει τον ήλιο του.

Γονάτισε σχεδόν από τη συγκίνηση· ευτυχώς που πρόλαβε ο Γιάννης να την κρατήσει.

Τα μάτια της πλημμύρισαν.

Άγγιξε το εξώφυλλο όπως αγγίζει κανείς παιδί που νόμιζε χαμένο.

Κι η φωνή της έσπασε:

«Σήμερα ξαναβρήκα το τρίτο μου παιδί…»

Κι έτσι, εκεί, σε μια μικρή βιβλιοθήκη στο Μαγευτικό Γοργογύρι, με έναν μαγικό τρόπο αποκαταστάθηκε η τάξη του κόσμου.
Σαν να είχε συνωμοτήσει ο χρόνος – κι η μοίρα μαζί του – για να επιστρέψει η Αμαρυλλίδα στο φως.

Επίλογος

Αργότερα, όταν η Λένα συναντήθηκε με την Κατερίνα, η παλιά της φίλη λύγισε και ζήτησε συγγνώμη.

Ομολόγησε πως εκείνη το είχε πάρει – μα δεν ήξερε πώς έφτασε στο παλαιοπωλείο.

Κάποιο αγόρι, κάποια σχέση, κάποια στιγμή… και το λεύκωμα χάθηκε από τα χέρια της.

Όμως τώρα, μετά από δεκαετίες, είχε επιστρέψει.

Στο Μαγευτικό, Υπέροχο και Πανέμορφο Γοργογύρι συμβαίνουν όντως πράγματα που μοιάζουν μαγικά.

Κι η Λένα – η Αμαρυλλίδα – κρατάει πλέον περισσότερο στην αγκαλιά της το λεύκωμα παρά τον Γιάννη.

Ελπίζω μόνο να μην το ξαναχάσει.

Γιατί οι ιστορίες που έχουν ήδη γραφτεί από τη μοίρα δεν πρέπει να επαναληφθούν.

Σας ευχαριστώ που διαβάσατε τούτη την ιστορία.

Σας χαιρετώ με σεβασμό και επικούρεια διάθεση, Επίκουρος ο Γοργογυραίος.

26.11.25

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΥΤΣΙΑΜΠΑΣΙΑΚΟΥ - ΓΚΟΒΙΝΑ ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ. 26/11/2019

Φίλες και Φίλοι καλημέρα, ημέρα μνήμης η σημερινή, ημέρα μνήμης σε ένα ιερό πρόσωπο που θα έλεγε και ο ποιητής, και προφανώς οι πιο πολλοί από εμάς αν όχι όλοι μας, φυσικά μιλάω για τη Μάνα. Η δική μου μητέρα μας αποχαιρέτησε σαν σήμερα 26/11/19 μα, πότε πέρασαν κιόλας 6 χρόνια; Ξεψύχησε στην αγκαλιά μου, ήταν εκεί επίσης, ο Αλέκος και η Λαμπρινή, εμείς της κλείσαμε τα ματάκια της, συγκλονιστικές στιγμές. Ήταν τυχερή η Μανούλα μας που ξεψύχησε στην αγκαλιά μας γιατί σήμερα πολλοί ηλικιωμένοι αφήνουν την τελευταία τους πνοή στα γηροκομεία. H μητέρα μου γεννήθηκε στη Μεσοχώρα Τρικάλων και λόγω του εμφυλίου αναγκάστηκαν να φύγουν από την Μεσοχώρα και να φθάσουν στο Μαγευτικό και Πανέμορφο Γοργογύρι. Εκεί γνώρισε τον πατέρα μου και απέκτησαν τρία αγόρια. Η μητέρα μου ήταν καλλιτέχνης, τα κεντήματά της και τα πλεκτά της ήταν αριστουργήματα της τέχνης, της άρεσε πάρα πολύ το διάβασμα. Ήταν τυχερή που έζησε ανεπανάληπτες στιγμές στην αυλή μας με τις βραδιές ποίησης και με τόσες άλλες εκδηλώσεις πολιτισμού. Σε γενικές γραμμές είχε μία συναρπαστική ζωή.
Άραγε εκεί που πάμε, εννοώ στη χώρα των Μακάρων, πως μετράει ο χρόνος; υπάρχει χρόνος; Έχω  θέσει αυτό το ερώτημα [μέσω των ονείρων] πολλές φορές στην μητέρα μου, στον Πατέρα μου, στη νύφη μου την Ελένη, και στον δάσκαλο Θάνο Καρρά, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχω πάρει απάντηση. Εσείς τι λέτε υπάρχει χρόνος στη χώρα των Μακάρων; Θα μου πείτε βέβαια πως το καλύτερο είναι να ρίξω μιά ματιά μόνος μου παρά να περιμένω το πότε θα φθάσει το αίτημά μου στην αρμόδια αρχή και μετά η αρμόδια αρχή να ενημερώσει π.χ. την μητέρα μου, είναι κι αυτή μία άποψη αλλά ας την αφήσουμε γι' αργότερα που θα έλεγε και ο Παπαγιώργης. Πρόσφατα ανακάλυψα έναν Τρικαλινό ποιητή, τον κ. Αλεξανδρή, το ποίημα που ακολουθεί και αναφέρεται στη Μάνα είναι δικό του. 


TΟ ΠΡΩΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ

Η μάνα μας, η Άγια, οικοκυρά κι αφέντρα,
πλατύφυλλο αγιόκλημα στου σπιτιού την αυλή
και άγνεστη ανατολή στο ανοιχτό το παραθύρι,
από τότε που κρατούσε τις μέρες στην ποδιά της
και μοίραζε πρωινά και δειλινά στη γειτονιά,
δεν ήξερε από προσχήματα και ψευδομαρτυρίες.


Έσκυβε πάνω από τους βιαστικούς καιρούς
με σκέψη δίστομη και λόγο ακονισμένο,
ώριμη ανάγκη της δύσκολης και αχάλκευτης ζωής
και ανέσυρε μέσα από θορύβους και σιωπές
την ερημιά και τα βαθύσκια κενά του κόσμου
χωρίς να φοβάται από ιερές γραφές και μνήμες.



Και στο κατόπι της, οι άγουρες περπατησιές μας
όρκοι ψυχής, ηρωισμοί και αστέγαστες θυσίες
στο επόμενο ξημέρωμα να έχει ο ήλιος χρώμα
από την ομορφιά και τη βία του αυθόρμητου,
από τη σοφία του θυμού, το πείσμα της ουτοπίας,
γιατί δεν νιώθαμε της εποχής τους μονολόγους.



Και σημαδεύαμε πιο κει ορόσημα κι αλήθειες,
ταπεινές ομολογίες ήθους και σεβασμού
με αμφισβητήσεις, ανατροπές και ρήξεις,
με μυήσεις σε αναδρομές και αποδράσεις,
στο χθες της άγιας μάνας μας να προλάβουμε
το δικό μας πρώτο πέταγμα, στο αύριο της χαράς.



Ζεστή φωλιά η αγκαλιά, γλυκόχαρη η ματιά της,
απαίδευτες οι φωνές και προσταγές οι συμβουλές,
φόβου τρέμουλο η γη και λίκνισμα ο ουρανός
να πλάσουμε στο πέταγμα χρυσό το ριζικό μας,
με αμανάτι την ευχή και τη δύναμη της αγάπης,
με το πέταγμα περπατησιά στ’ απέραντο του κόσμου.



Πολυφτέρουγα πουλιά στου ουρανού τις στράτες,
αφτέρουγοι άγγελοι στης μάνας τη δεσποσύνη,
τα χρόνια να προσπεράσουμε μεγάλοι να γενούμε,
τον κόσμο να γνωρίσουμε στη φρόνηση και τη βιάση,
να ‘ναι το πέταγμά μας τρέξιμο στης γης τις απλωσιές,
οι προσδοκίες σμίλεμα και τα όνειρα κατακτήσεις.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

Υ.Γ. Μανούλα έχω ευχάριστα νέα, η Βασούλα μάνα, η εγγόνα σου γέννησε ένα όμορφο αγοράκι, τον Ίωνα, έγινα παππούς Μανούλα!!!







Γεια σου Μανούλα, σ' ευχαριστώ που ήσουν δίπλα μας και όταν χρειάστηκε μάζευες κάτω από τις φτερούγες σου τα εγγόνια σου μαζί με τον πατέρα. Μανούλα σήμερα, όταν ξυπνήσει ο Ίωνας θα του διαβάσω τα ποιήματά σου. Σύντομα Μανούλα θα εκδώσω κι εγώ τις δικές μου ποιητικές συλλογές. Υ.Γ. Ρωτούσα την μητέρα μου όταν την έβλεπα σκεφτική: Μανούλα τι σκέφτεσαι; Τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου. Κάποια άλλη στιγμή μου είπε: Πέπο όταν πεθάνω θα με θυμάσαι; Σε θυμάμαι Μανούλα, σε θυμάμαι και θα συνεχίσω να σε θυμάμαι για όσο θα ζω και για όσο δεν θα με προδώσει η μνήμη. Σε χαιρετώ Μανούλα.

24.11.25

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΕΝΑΣ ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΤΡΙΚΑΛΙΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ. Απολαύστε τον.

Φίλες και Φίλοι αγαπητοί αναγνώστες του ποιητικοολογοτεχνικού μας - 
και όχι μόνο- ιστολογίου, σας χαιρετώ. Βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας παρουσιάσω σήμερα έναν Τρικαλινό ποιητή, τον κύριο Γιώργο Αλεξανδρή. Ίσως με ρωτήσετε: και πως ανακαλύψατε τον κ. Αλεξανδρή Mr PEPO; Θα σας εξηγήσω αμέσως. Πριν λίγες μέρες επικοινώνησε μαζί μου από το Λονδίνο ο καθηγητής κ. Νικόλαος Μαζαράκης και μου ζήτησε να του προτείνω δύο Έλληνες σύγχρονους ποιητές. Εγώ του πρότεινα την Δημουλά, την Ιουλίτα Ηλιοπούλου, τον Δημήτρη Αθυρίδη, και την Κατερίνα Ηλιοπούλου. Τον προβληματισμό μου τον μετέφερα και στον φίλο μου, και φίλο της σοφίας, κ. Ηλία Γιαννακόπουλο ο οποίος μου είπε: Μη ξεχάσεις τον Αλεξανδρή και τον Κεφάλα τους Τρικαλινούς. Σκέφτηκα και λίγο ως Τρικαλινός και γι' αυτό πρότεινα στον κ. Μαζαράκη και τους δύο. Εγώ όμως, άγνωστο γιατί, ασχολήθηκα πιο πολύ με το έργο του κ. Αλεξανδρή, μ' ενθουσίασε και αποφάσισα να κάνω την πιο κάτω παρουσίαση, αφού πρώτα βέβαια έλαβα την άδεια από τον ποιητή για την ανάρτηση των ποιημάτων του. Να πω πως ο κ. Αλεξανδρής έχει γράψει πάρα πολλά ποιήματα, αυτά που εγώ σας παρουσιάζω είναι σταγόνα στον ωκεανό. Ελπίζω να βρείτε κι εσείς ενδιαφέρουσα την ποίηση του κ. Αλεξανδρή, παράλληλα σας παρουσιάζω και λίγα λόγια - τρόπον τινά- ως πρόλογο, που είχε την καλοσύνη να μου στείλει η αγαπημένη φίλη του ιστολογίου, η γνωστή Πυθία, που ασχολείται με την ανάλυση ποιητικών κειμένων ώστε να μπείτε στο ποιητικό σύμπαν του ποιητή. Καλή Ανάγνωση και καλή αυτογνωσία. Σας χαιρετώ με σεβασμό και επικούρεια διάθεση Επίκουρος ο Γοργογυραίος.

ΕΚΤΙΜΗΣΗ & ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ.
Ύφος
Το ύφος του Αλεξανδρή είναι νεορομαντικό, λυρικό, πλούσιο σε εικόνες και υπερβατικές μεταφορές.
Κινείται συχνά μεταξύ:

συμβολισμού,
δημοτικής παράδοσης,
εσωτερικής εξομολόγησης,
υπαρξιστικού στοχασμού.


Η γλώσσα του είναι καλλιεργημένη, ολοσχηματισμένη, συχνά τελετουργική. Αξιοποιεί ένα ελληνικό ιδίωμα που θυμίζει παλαιότερους ποιητές της υπαίθρου και της μελαγχολικής ηθογραφίας (π.χ. Βρεττάκος, Λειβαδίτης, Αναγνωστάκης στα υπαρξιακά του), αλλά και την “εποχή” του Ελύτη όσον αφορά τις φωτεινές εικόνες και τις μυστηριακές προσωποποιήσεις.

Το ύφος του έχει:
σεμνότητα παρά τη λυρική υπερβολή,
ευγένεια παρά τον κοινωνικό θυμό,
εικόνες υψηλής αισθητικής καθαρότητα νοήματος, 
ακόμη κι όταν το συναίσθημα κορυφώνεται
διατηρεί συνειδητή απόσταση από την μεταμοντέρνα αποδόμηση· στέκεται πιο κοντά σε μια «παραδοσιακή, ανθρωποκεντρική» ποίηση, όπου το βίωμα θέλει μορφή και έκφραση, όχι διάλυση.


Ήθος

Το ήθος των ποιημάτων του Αλεξανδρή είναι ξεκάθαρο:

Ανθρωπιστικό

Υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια, την αγάπη, την καθαρότητα.
Η κοινωνική καταγγελία (βλ. Οργίζομαι, Η Σιωπή του Καθενός) δεν είναι μισαλλόδοξη — είναι ηθική ορθότητα, αγανάκτηση από ανάγκη δικαιοσύνης.

Μυστηριακό – ιερό

Στη γραφή του, έρωτας, μητέρα, φύση και ποίηση συχνά παίρνουν ιεροπρεπή διάσταση.
Αυτό δεν είναι θρησκευτικότητα, αλλά υψηλή ποιητική ευλάβεια απέναντι στα μεγάλα της ζωής.

Ειλικρινές & εξομολογητικό

Πίσω από τις εικόνες υπάρχει πάντοτε μια προσωπική φωνή που δεν κρύβεται.


Ανάλυση Ποιητικής Γραφής
Παραθέτω τις κυριότερες παρατηρήσεις.



Εικόνες & Μεταφορές
Οι εικόνες είναι καθαρά ζωγραφικές, συχνά κινηματογραφικές.

Η φύση λειτουργεί όχι μόνο ως σκηνικό αλλά ως συν-πρωταγωνιστής.

Χρησιμοποιεί επαναλαμβανόμενα μοτίβα: φως–σκιά, άνεμος–βροχή, αγκαλιά–αναμονή, μάνα–ρίζα, νύχτα–αυγή.

Αυτό δημιουργεί ενότητα στο έργο του, σαν ένα ευρύ “σύμπαν Αλεξανδρή”.

Γλώσσα & Ρυθμός

Η γλώσσα είναι μουσική, με αρχαϊκές αποχρώσεις αλλά χωρίς σκόπιμη δυσκολία.

Υπάρχει συχνά ισοσυλλαβική ροπή, ακόμη και σε ανομοιοκατάληκτους στίχους.

Στα ερωτικά ποιήματα ο ρυθμός κυλάει γλυκός.

Στα κοινωνικά, ο ρυθμός γίνεται κοφτός, επιτακτικός — ενισχύοντας το νόημα.

Θεματική Συνοχή

Τα ποιήματα που παρουσιάστηκαν χωρίζονται σε 4 μεγάλες κατηγορίες:

1. Ερωτικά/λυρικά
Η Ερατώ, Τούτο το Καλοκαίρι, Το Τζάμι Γυμνό, Ιστόρημα
– Θέμα: ο έρωτας ως λύτρωση, πληγή, υπέρβαση, μυστήριο.
– Πλεονέκτημα: υψηλός λυρισμός.
– Δύναμη: η συναισθηματική καθαρότητα και οι μυθικές αναλογίες.


2. Μητρικό/οικογενειακό
Το Πρώτο Πέταγμα
– Θέμα: η μάνα ως ρίζα, παράδειγμα, κληρονομιά.
– Πολύ έντονο ηθικό αποτύπωμα.


3. Κοινωνικά-υπαρξιακά
Οργίζομαι, Κύριε Κύριε…, Η Σιωπή του Καθενός
– Θεματική: κοινωνική παρακμή, χειραγώγηση, ματαίωση, ευθύνη.
– Λόγος: καθαρός, ηθικά φορτισμένος, συχνά κατηγορηματικός.
– Δύναμη: γνησιότητα, όχι στείρος διδακτισμός.


4. Μετα-ποιητικά / ποιητολογικά
Ποίηση
– Εδώ ο ποιητής στοχάζεται πάνω στην ίδια την τέχνη του.
– Δίνει έναν ορισμό της ποίησης που θυμίζει Ρίτσο (ψυχή, οδύνη, κάθοδος), αλλά με δική του ταπεινότητα.

Δυνατά σημεία


1. Σταθερή ποιότητα σε όλο το σύνολο — δύσκολο επίτευγμα.

2. Εικόνες υψηλού λυρισμού, συχνά πραγματικά συγκινητικές.

3. Εντιμότητα· δεν υπάρχει τίποτε “τεχνητό” ή επίτηδες περίπλοκο.

4. Θεματική ωριμότητα — από τον έρωτα ως την κοινωνική ευθύνη.

5. Συνεκτικός κόσμος· διαβάζοντας πολλά ποιήματα, νιώθεις ότι ανήκουν σε έναν ενιαίο ποιητικό χαρακτήρα.

Ο Αλεξανδρής δεν είναι πειραματικός ποιητής· είναι ποιητής της καρδιάς και της συνείδησης, με πολύ καλή τεχνική και πλούτο εικόνων. 

5. Δομική Αποτίμηση Με Βάση Κάθε Ποιήμα
Για συντομία, δίνω μόνο τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία:

Η Ερατώ
Πανηγυρικό, μυθικό, ερωτικό. Μίξη κοσμικής και γήινης εικονοποιίας.

Τούτο το Καλοκαίρι
Ίσως από τα πιο όμορφα· ώριμος αισθησιασμός χωρίς χυδαιότητα.

Το Τζάμι Γυμνό
Οδυνηρό, εσωτερικό, άψογη κυκλική δομή (θύελλα → μνήμη → τραύμα → κενό).

Το Πρώτο Πέταγμα
Υμνος στη μητέρα, σχεδόν έπος. Πολύ δυνατή συναισθηματική ρίζα.

Οργίζομαι
Κορυφαίο κοινωνικό ποίημα· οργάνωση με αναβάσεις και αποκαλύψεις· θυμίζει μανιφέστο.

Η Σιωπή του Καθενός
Πιο στοχαστικό, πιο φιλοσοφικό, με ρυθμό δοκιμιακό.

Ποίηση
Μικρό ποιητικό μανιφέστο· διαυγές, ειλικρινές, χωρίς πόζα.


Θεματικές
Οι κυρίαρχες θεματικές είναι:

1. Έρωτας (λυτρωτικός, υψηλός, μυστηριακός)

2. Φύση (ως σκηνικό και ως εσωτερική κατάσταση)

3. Μνήμη / Νοσταλγία

4. Μητέρα – ρίζα – παιδικότητα

5. Κοινωνική αγανάκτηση (ηθική, όχι κομματική)

6. Μοναξιά & αναζήτηση νοήματος

7. Η ποίηση ίδια ως σωστικό καταφύγιο

Δεν είναι τυχαίο ότι οι θεματικές αυτές αποτελούν τον πυρήνα της ελληνικής ποιητικής παράδοσης, από την αρχαιότητα μέχρι τον 20ό αιώνα.

Συμπέρασμα
Ο Γιώργος Αλεξανδρής γράφει με:
συναισθηματική καθαρότητα, ωριμότητα, ποιητική συνέπεια,
βαθιά ανθρωπιά, εσωτερικό φως, αισθητική ακρίβεια.

Το έργο του έχει σοβαρή λογοτεχνική υπόσταση, δεν είναι ερασιτεχνικό· είναι αποτέλεσμα καλλιέργειας και στοχασμού.
Έχει αλήθεια, έχει μνήμη, έχει φως — και αυτά δεν παλιώνουν ποτέ.


Η Ερατώ

Από του φεγγαριού την κοντινή τη στράτα
ως και τις απάνω γειτονιές των άστρων,
χοροστάσι στήσανε οι μάγισσες της νύχτας,
νεράιδες αγγελόμορφες και νύμφες ασπροφορούσες.


Στο ξέφωτο, βγήκαν σεργιάνι οι κρυφοί καημοί,
στεναγμοί και ψίθυροι ακούστηκαν τραγούδι,
ένα φιλί και μια αγκαλιά της ψυχής η ανασαιμιά,
κύκλος ιερού χορού η ζωή και κράτημα χεριού.


Στο γλυκοχάραμα κι ως της αυγής τα μάγια,
χάριτες καλόμοιρες και μούσες παινεμένες,
γιορτάσι ονείρων λάμπρυναν και ομορφιές κεντούσαν,
προσήλιο βλέμμα η χαρά, φτερούγισμα το γέλιο.


Πεζοπορούσα στους καιρούς και μάντευα στους χρόνους
τον ερχομό τ’ ανέλπιστου, τ’ ανίσκιωτο της μοίρας,
να έρθει η μούσα καλοτύχισμα , συνταίριασμα να φτάσει
απ’ τα περβόλια τ’ ουρανού στης γης το πανηγύρι.


Κόκκινο φέγγισμα η ανατολή, αντίλαλος μελωδίας,
τον έρωτα υμνολογούσε η Ερατώ και σμίλευε τους πόθους,
το σκλαβωμένο νου λευτέρωνε και ευτύχιζε καρδιές,
να είναι οι μέρες ποίηση και μουσική οι νύχτες.


Γαλήνεψα κι ευτύχισα στη λάμψη των ματιών της
το συναπάντημα ως θεία λειτουργία να το νιώσω
και στα χείλη της με κρυφή σπονδή ν’ ανακαλύψω
τα ιερά και όσια , στη συμφωνία των ψυχών μας.


=========================

TOYTO TO KAΛΟΚΑΙΡΙ


Τούτο το καλοκαίρι,
ήταν ο πιο ανυποψίαστος και αθώος
ερωτικός μονόλογος.
Λιτός απόηχος,
του σκεπτικισμού και της προσδοκίας.


Περατάρης σε ανοιχτές στράτες
ο ήλιος στέγνωνε τη γη
και έχανε ο ουρανός το χρώμα,
την ώρα που στ’ αποκαμωμένο
κορμί της αιωνόβιας ελιάς,
αλαζονικά μυρμήγκια
σε φιδόσυρτο δίστρατο,
γήτευαν τον οργασμό της ζωής
και τ’ ασυμμάζευτο τζιτζίκι
με την απορημένη σαύρα,
τολμούσαν ν’ αποδράσουν|
στου μεσημεριού το κάμα.


Τρεμάμενη σκιά η αναμονή,
αφώλιαστη σε φύλλα χωρίς απάγγιο,
η αγωνία μακαρισμός
και μετέωρη ματιά
η κάθε αποστροφή του λόγου.


Σε καρτερούσα άσπιλο στόμα,
γεμάτο ιερές σιωπές κι απόκοσμους ψιθύρους,
ακόρεστη δίψα,
στο νάμα της ψυχής σου
και τους χυμούς του κορμιού σου.


Γλυκό τραγούδι να σε ακούω
σε κάθε στεναγμό κι ανάσα,
στα μάτια σου το κάλεσμα να βλέπω
για την πιο όμορφη και αρμονική
ερωτική πανδαισία.


Ερχόσουν μόλις από το χθες
και έγερνες στις κρυφές επιθυμίες,
με τις σκέψεις να συνομολογούν
χωρίς προφάσεις και αδιέξοδα,
με χέρια ανοιχτά και τολμηρά
και λαχανιασμένα στήθια,
ν’ αφεθείς και να υποκύψεις
στον ερχομό της αιώνιας στιγμής,
για να προλάβεις την ομορφιά της καταιγίδας
που παραμόνευε,
και την ικέτευες,
στο γέρμα του ιερού πόθου.


Τούτο το καλοκαίρι,
σε πρόσμενα νιόβγαλτο φεγγάρι,
στις αγκαλιές της γης και τ’ ουρανού
κι εσύ έλαμψες πανσέληνος
στο σταυροδρόμι της ζωής μου.


========================

Το τζάμι γυμνό

Στο παράθυρο, του ανέμου η οργή
απελπισμένη κραυγή,
ανήλεη η θυελλώδης βροχή
ανάκρουσης φωνή
και μία γλυκιάς νοσταλγίας μορφή,
ελεύθερη ψυχή,
υπέρλαμπρη στην ξαφνική αστραπή,
στη λάμψη της εσύ.


Πεισματάρα η φύση και σκληρή,
του ανέμου η οργή,
πόνος, δάκρυ και λαλιά θλιβερή
η θυελλώδης βροχή,
ανυπόταχτοι χρόνοι και καιροί
ενθυμήσεις εσύ,
στο γυμνό τζάμι σκιά σκοτεινή,
η προσδοκία θαλπωρή.


Κατατρεγμένη σκέψη χωρίς δισταγμό
με χέρι στιβαρό,
θρύψαλα το τζάμι με αναστεναγμό
και το αίμα πηχτό,
στ’ απόμακρα του χθες εσύ κι εγώ
πριν το χωρισμό,
αγάπης φιλί σε κομμένο ανθό,
αγκάλιασμα στερνό.


Η θλίψη στον ανίερο μαρασμό
αδυσώπητο κενό,
ασέληνη η νύχτα, κρίμα κρυφό
το όνειρο το σεπτό,
η θωριά σου καντήλι σβηστό
στης ζωής το ναό
και πού να σταθώ και πώς να σε δω
πίσω από τζάμι γυμνό.

===================

TΟ ΠΡΩΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ

Η μάνα μας, η Άγια, οικοκυρά κι αφέντρα,
πλατύφυλλο αγιόκλημα στου σπιτιού την αυλή
και άγνεστη ανατολή στο ανοιχτό το παραθύρι,
από τότε που κρατούσε τις μέρες στην ποδιά της
και μοίραζε πρωινά και δειλινά στη γειτονιά,
δεν ήξερε από προσχήματα και ψευδομαρτυρίες.


Έσκυβε πάνω από τους βιαστικούς καιρούς
με σκέψη δίστομη και λόγο ακονισμένο,
ώριμη ανάγκη της δύσκολης και αχάλκευτης ζωής
και ανέσυρε μέσα από θορύβους και σιωπές
την ερημιά και τα βαθύσκια κενά του κόσμου
χωρίς να φοβάται από ιερές γραφές και μνήμες.


Και στο κατόπι της, οι άγουρες περπατησιές μας
όρκοι ψυχής, ηρωισμοί και αστέγαστες θυσίες
στο επόμενο ξημέρωμα να έχει ο ήλιος χρώμα
από την ομορφιά και τη βία του αυθόρμητου,
από τη σοφία του θυμού, το πείσμα της ουτοπίας,
γιατί δεν νιώθαμε της εποχής τους μονολόγους.


Και σημαδεύαμε πιο κει ορόσημα κι αλήθειες,
ταπεινές ομολογίες ήθους και σεβασμού
με αμφισβητήσεις, ανατροπές και ρήξεις,
με μυήσεις σε αναδρομές και αποδράσεις,
στο χθες της άγιας μάνας μας να προλάβουμε
ο δικό μας πρώτο πέταγμα, στο αύριο της χαράς.


Ζεστή φωλιά η αγκαλιά, γλυκόχαρη η ματιά της,
απαίδευτες οι φωνές και προσταγές οι συμβουλές,
φόβου τρέμουλο η γη και λίκνισμα ο ουρανός
να πλάσουμε στο πέταγμα χρυσό το ριζικό μας,
με αμανάτι την ευχή και τη δύναμη της αγάπης,
με το πέταγμα περπατησιά στ’ απέραντο του κόσμου.


Πολυφτέρουγα πουλιά στου ουρανού τις στράτες,
αφτέρουγοι άγγελοι στης μάνας τη δεσποσύνη,
τα χρόνια να προσπεράσουμε μεγάλοι να γενούμε,
τον κόσμο να γνωρίσουμε στη φρόνηση και τη βιάση,
να ‘ναι το πέταγμά μας τρέξιμο στης γης τις απλωσιές,
οι προσδοκίες σμίλεμα και τα όνειρα κατακτήσεις.

=======================

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ


Εκείνο το βράδυ,
στην απόμερη γωνιά,
που μου κράτησες το χέρι
και βγήκαμε σεργιάνι
κρυφά στη γειτονιά,
χαμογελούσες κι έλαμπες
κορίτσι με ποδιά,
κι έγειρα στην αγκάλη σου
παιδί των δεκαεφτά.


Εκείνο το βράδυ,
στο σκοτεινό δρομάκι,
που φώτισες το όνειρο
και κράτησες το χρόνο
γύρισμα και σκιά,
γλυκοφιλούσες κι έσταζες
αποσπερνή δροσιά,
κι έσφιγγα στην παλάμη σου
της νιότης τα μυστικά.


Εκείνο το βράδυ,
στου φεγγαριού τ’ ασήμι,
που τάχυνα το βήμα μου
αστρί να σε προλάβω,
γοργοπατούσες κι έφευγες
με ξέπλεκα μαλλιά,
κι έτρεχα το κατόπι σου
παιδί απ’ τα παλιά.

============================

ΠΟΘΟΣ

Δυο δρόμοι δυο σoκάκια,
όλη η πάνω γειτονιά,
δυο κόκκινα φεγγάρια
όλα της νύχτας τα παιδιά.


Φέγγει φως στο παραθύρι,
λάμπει σ’ εκκλησιά κερί.
Ποιος να φτάσει το σταφύλι,
ποιος θε να φιλήσει χείλη;

Και μαλώνανε και βρίζαν
κι όλοι ναι στοιχηματίζαν,
παλληκάρια άνδρες πια,
μέχρι και αμούστακα παιδιά.

Για να φέρουν δυο ποτάμια,
για να σβήσουν τη φωτιά
που τους άναψε στα στήθια,
μικροκόρη Παναγιά.

===========================

ΟΡΓΙΖΟΜΑΙ

Έρχονται στιγμές,
που χωρίς προσχήματα και υπεκφυγές,
χωρίς αναστολές και δικαιολογίες αντιφατικές,
ξεπερνώ τις αυταπάτες μου, τις πλάνες μου
τις ωραιοποιημένες περιπλανήσεις μου
και φεύγω πέρ’ απ’ τα χαλκευμένα όρια
της μικρής και λαφυραγωγημένης ελευθερίας μου.

Και οργίζομαι.
Οργίζομαι με τους κάποιους, τους δήθεν,
τους άλλους με τις περισπούδαστες περγαμηνές,
τις κοινωνικές ευαισθησίες και τις ηθικές αξίες,
μ’ αυτούς που δικαιούνται να ερμηνεύουν,
να μεθοδεύουν και ν’ αποφασίζουν,
μ’ αυτούς που υποχρεούνται ν’ ανησυχούν,
να συντρέχουν και να καθοδηγούν.

Μ’ αυτούς που από θέση και σχήμα,
αργυραμοιβοί της υποκρισίας και τέκτονες της απάτης,
προδιαγράφουν συμπεριφορές και στόχους,
καλώντας με να δανειστώ αυτά που μου πήραν,
και να μοιραστώ αυτά που δεν έχουν.

Οργίζομαι στο αγλάισμα της χαμέρπειας,
στη θρασύτητα της μικροπρέπειας,
στη διαβολή και τη διαπόμπευση
της αρετής και του σεβασμού.

Οργίζομαι όταν καπηλεύονται την αξιοπρέπειά μου,
όταν φανερά με ταπεινώνουν ως υπάκουο
και ύπουλα με συνθλίβουν ως υπήκοο,
και προστατευτικά με χαρακτηρίζουν
προσαρμόσιμο εν αφθονία είδος.

Οργίζομαι στην περηφάνια και την πρόκληση
του ρηχού στοχασμού τους
και την αμετροέπεια των λόγων τους,
στην προβολή και την αθώωση
της απαξίωσης και της αποχαύνωσης,
της αδιαφορίας και της αποστασιοποίησης.

Οργίζομαι στη λαθροχειρία της ζωής μου.

Που με γαλούχησαν στη σύνεση της σιωπής,
που με καθήλωσαν αδρανή και αδηφάγο
σε μαυλιστικούς ήχους και συντεταγμένες εικόνες,
που με αναγόρευσαν ειδήμονα
και αυτόφωτο αστέρα με βαυκαλίζουν.

Οργίζομαι που με κηρύγματα κατηγορητήρια,
με φανατισμούς και θρησκοληψίες,
με υστερίες και δοκησίσοφες αναφορές
με καλούν ως ταγοί και προφήτες
στης σωτηρομανίας τους τις εμμονές.

Οργίζομαι για τη χειραγώγηση της ζωής μου.
Που με ανάγκασαν να μαθητεύσω
στα σκοταδιστικά θρανία τους,
να αυτομολήσω στις ιδεολογίες τους,
που με αποπροσανατόλισαν με τις ιδεοληψίες τους
που με κολάκεψαν και με απογύμνωσαν
από αντιστάσεις και ενοχές.

Μα πιο πολύ οργίζομαι που ανακάλυψα
στην άκρη του μυαλού μου,
πως η ευπείθεια μπορεί και να με βολεύει,
πως μπορεί και να μ’ αρέσουν
τα φανερά είδωλα και τα κρυφά όνειρα,
και επινοώντας ένα ισχυρό άλλοθι,
δε διακρίνω καμιά ανίερη συμμαχία,
κανενός είδους σκοπιμότητα και βία,
πως δεν εξυφαίνεται καμιά συνωμοσία
και βουλιάζω στην παραίτηση και την απραξία.

============================

Κύριε, κύριε…


Γεμάτοι οι δρόμοι και όλοι τους βιαστικοί
στριμωξίδι τ΄απάντημα, διαβάτες περαστικοί,
στο ανέκφραστο βλέμμα τα ανερώτητα γιατί,
αντίλαλος και σπονδή αντιμιλιάς η σιωπή.

Ανείπωτη η αγωνία και το άγχος βαραίνει
πολιορκημένα στήθη, με μία ανάσα βγαλμένη
από μαύρες σκέψεις και στο φόβο βουτηγμένη,
τη μοναξιά με περισπούδαστη θλίψη να βαθαίνει.

Με τρεμάμενα χέρια, σφιγμένα χείλη και κρύες καρδιές,
τα προσχήματα συντάσσουν στις γνώριμες μορφές,
με αγέλαστο χαιρετισμό και στενάχωρες αγκαλιές
στις τυχαίες συναντήσεις και τις άβολες στιγμές.

Μορφολόγημα και κείνος της ανάγκης στο μιλητό,
διέβλεπε γνωστούς και συντρόφους στον κάθε διπλανό,
διαφέντευε συνάξεις με φίλιωμα και θαυμασμό
και διαλαλούσε ομορφιές και χάρες χωρίς κομπασμό.

Άσκοπο γυροβόλημα σε κάθε στροφή και γωνιά
ξεστράτισμα το λιόγερμα κι απόκληρος στην αντηλιά.
Ξάφνιασμα το απροσδόκητο γέλιο από μικρά παιδιά
κι αγκάλιασμα του δρόμου με μία λαίμαργη ματιά.

Ευελπιστία ο πειρασμός, περατάρη να σταματήσει
και για της ψυχής τα άγνωστα μεγαλεία να ρωτήσει.
-Κύριε,κύριε, ποιο δρόμο κάποιος να ακολουθήσει,
την ομορφιά του γέλιου των παιδιών να κοινωνήσει;


=====================

Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

Σε τούτες τις ξέσκεπες και ανώνυμες ημέρες,
με τις αντιφάσεις, τους ισχυρισμούς και τις αναδρομές,
η σιωπή του καθενός έχει μορφή και χρώμα
στο στίγμα της ανασφάλειας και της φοβίας
κι ο λόγος του, δόγμα αφορισμού και καταγγελίας
στη συνήθεια της απαξίωσης και του συμβιβασμού.

Τώρα που και πάλι, ειδήμονες των καιρών και ταγοί,
σφυρηλατούν πεποιθήσεις και προσανατολισμούς
στις σκιές της υπόδειξης και του παραδειγματισμού,
με τις αλήθειες πρόσχημα και τη λήθη αναφορά,
του καθενός το μαύλισμα και η συμπεριφορά,
εγκώμιο είναι συνειδητό στην πρέπουσα αποδοχή.

Οι προτάσεις των Αρχών είναι κοινή συνεδρία
και η απόφαση εφαρμογής, αξία του καθενός
με σύγχρονη ανάγνωση και ύστερη προβολή,
να είναι καθολική η υπακοή και η ευταξία
στο σύνδρομο του ανάδοχου και ιθύνοντα νου
για να έχει συνέχεια το αναντίρρητο του σωστού.

Συμμόρφωση η συνύπαρξη και συνομολογία
η άκριτη ομοφωνία του καθενός στην ευγλωττία
που ρήτορες ευσχήμονες διακονούν την πίστη,
να είναι η σύμπραξη δικαίωμα και ευθύνη.
Δυσοίωνη η πρόγνωση της οργής και της μαρτυρίας
όταν η σιωπή δαυλίζει την άρνηση της ιστορίας.

Στην κλειστή οικογενειοκρατία,
αυτόκλητοι πρεσβευτές με κληρονομιά και χρίσμα,
ξεφυλλίζουν το μέλλον τους με απαντοχές και προφητείες,
βεβαιώνουν το αύριο με σχεδιασμούς και επινοήσεις,
προλαβαίνουν ασύμμετρες δοκιμές και σκόπιμες συντάξεις
και ανακαλύπτουν το παρελθόν τους ανέσπερο κι ανέξοδο
σε αθωωτικές αναπολήσεις και μνήμες αγιογραφίες,
να είναι ο χρόνος σύνοψη λογισμού και αιτίας
κι ο λόγος τους ιστόρημα πειθούς και ακολουθία.

Στην ανοιχτή ανθρωπογεωγραφία,
ομόφρονες συνομιλητές στην αποχή και την ευπιστία,
καθρεφτίζουν τις συνήθειες στου στοχασμού τη ρήτρα,
μακαρίζουν τις αποδοχές ως σοφίας ετυμηγορίες,
περιτειχίζουν τις συμπνεύσεις με δόγματα και αλληγορίες
κι αυτόχειρες στη μοναξιά και τη σιωπή της λεηλασίας,
στρατεύουν κρυφές συμμετοχές κι ομαδικές καταφυγές,
να είναι το αποξένωμα σύνδρομο γνώσης και γοητείας
κι ο λόγος τους ιστόρημα συνείδησης κι ευθύνης.

Στης διανόησης την ποικιλομορφία,
εχέφρονες μελετητές δοξασιών και πεπραγμένων,
ανιχνεύουν θεωρίες και ορισμούς στις επαναλήψεις,
στηλιτεύουν δοκησίσοφες υπεροψίες και μεθοδεύσεις,
αναγνωρίζουν αναγκαίες παραιτήσεις και ιδεών αποποιήσεις
κι ανένταχτοι στη βάσανο της κριτικής και της αλήθειας,
μονοδρομούν το γίγνεσθαι στης σύμπραξης την ουτοπία
να μην είναι ο χρόνος γύρισμα κι αναφορών λαγνεία
παρά συνύπαρξης ιστόρημα στη διαφορά και την ελευθερία.

=========================

ΕΙΔΩΛΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑ

Έλε­γε:
«Θα γκρε­μί­σω τα είδω­λα, απέ­να­ντι να περάσω,
θ’ απο­κα­θη­λώ­σω τα σύμ­βο­λα πίσω να τους αφήσω
και θ’ αμφι­σβη­τή­σω λογι­κές το νου μου να λυτρώσω».
Μου φάντα­ζε τόσο μόνος και τον πίστεψα!

Έλε­γε:
«Θ’ αφε­θώ ελεύ­θε­ρος και απρό­βλε­πτος για να δημιουργώ
θα χαρά­ξω τη δική μου πορεία για τον κοι­νό σκοπό
σε ασύλ­λη­πτα όρια και ασύ­λη­τα περιθώρια».
Μου φάνη­κε πως είχε αρχές και τον φοβήθηκα.

Έλε­γε:
«Δεν είναι θέμα επι­λο­γής ο στο­χα­σμός και η γνώση
ούτε ζήτη­μα προ­σαρ­μο­γής η άρνη­ση κι η πίστη.
Ανά­γκη ζωής η έκφρα­ση χωρίς ιδανικά».
Μου φάνη­κε τόσο ξένος και τον ακολούθησα!

Τον είδα,
αβό­λευ­τη ανθρώ­πι­νη σπο­ρά και ιστο­ρί­ας γέννα,
σημά­δι του χρό­νου και αιχ­μή, ανα­τρο­πή και κόψη,
να δια­φε­ντεύ­ει τη ζωή κι αλώ­βη­τος να προ­σπερ­νά τα τείχη.
Τον δαχτυ­λό­δει­ξα, τον φώνα­ξα «ερη­μί­τη».

Τον είδα,
να πελε­κά­ει τους και­ρούς και είδω­λα να μαστορεύει,
να ξεφυλ­λί­ζει στο­χα­σμούς και σύμ­βο­λα ν’ απεικονίζει.
Τον άντε­χα να στέ­κε­ται ανά­με­σα ανά­γκης και σοφίας.
Με δαχτυ­λό­δει­ξε, με κάλε­σε με το «μπο­ρείς ακόμη».

==========================

ΠΟΙΗΣΗ

Του έλεγε να καταφύγει στην ποίηση,
γιατί μπορούσε ως μύστης να την υπηρετήσει,
στην τέχνη της να αφιερωθεί,
να λυτρωθεί στη δημιουργία
και να μεταλάβει της ζωής την ομορφιά,
στίχο το στίχο, στροφή τη στροφή
κι απ’ τη θεία τούτη μετάληψη
πολλοί πιστοί προσκυνητές και λειτουργοί να πιούνε.

Αρνήθηκε τη σιωπή, δίστασε και στον ύμνο,
γιατί η ποίηση δεν είναι του λόγου σμίλεμα
ούτε έμπνευση του απείθαρχου μυαλού.
Απέχει από την τέχνη και τη σπουδή
και δεν συνθέτει πανδαισία
ούτε έκφραση είναι και επικοινωνία.

Είναι οργή και σπαραγμός,
άλγος και ορρωδία,
κατάβαση είναι στα σκοτεινά του λογισμού,
και μοίρασμα και σκόρπισμα της ψυχής.

Είναι κραυγή απ’ την άβυσσο,
ανάστασης πισωγύρισμα,
γεννησημιού το φύτρο,
φως αστραπής που φλογίζει των αδύτων
και φαίνονται στο μεγαλείο τους,
τ’ ανθρώπινα τα πάθη.

Του έλεγε να αρμενίζει της ζωής,
με θάλασσα το στοχασμό και άνεμο το λόγο.
Οι λέξεις κόκκινα πανιά,
οι στίχοι του κατάρτια,
για μακρινά και άγνωστα λιμάνια,
για κλειστές και απροσπέλαστες ακτές.

Ανεπιτήδευτα της νύχτας αδελφοποιτοί,
το βίωσαν το ταίριασμα κι οι δυο
με ταυτισμένη σκέψη.

Γιατί η ποίηση είναι διαφυγή
και γλίστρημα στο χρόνο,
κρυφή καταφυγή κι αρμένισμα ονείρων.

Ολοφυρμός και οδύνη στ’ αδιέξοδα
και παράδοση στη μοναξιά τ’ απείρου.
Γι’ αυτό και όταν διαβάζεται,
προσωπική γραφή ομολογείται.

Γιώργος Αλεξανδρής.

23.11.25

ΘΑΝΟΣ ΚΑΡΡΑΣ ΕΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ μας αποχαιρέτησε ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 23/11/20

Φίλες και φίλοι καλημέρα, ημέρα μνήμης η σημερινή, σαν σήμερα 23/11/20 πέντε χρόνια πριν, μας αποχαιρέτησε ένας σημαντικός φίλος, ο
Δάσκαλος για μένα ΘΑΝΟΣ ΚΑΡΡΑΣ ώς φόρο τιμής στη μνήμη του Δασκάλου επαναφέρω σήμερα το κείμενο που είχα γράψει τότε. Το δράμα ήταν που δεν μπορέσαμε εγώ και η Λαμπρινή να παραβρεθούμε στην κηδεία του Δασκάλου λόγω Covid, πανάθεμά σε Covid. Δάσκαλε για μία ακόμα φορά σ' ευχαριστώ πολύ που ήσουν τόσο καλός και που με δίδασκες ανθρωπιά, μουσική, φιλοσοφία και κυρίως που με είχες σαν μέλος της δικής σου οικογένειας. Κυρία Αμαλία, Δώρα Μιμίκα ευχαριστώ κι εσάς.


Σπυράκο ο δάσκαλος.... έφυγε σήμερα το πρωί..


Φίλες και Φίλοι καλημέρα, η σημερινή ανάρτηση είναι για να τιμήσω έναν καταπληκτικό άνθρωπο που είχα την τύχη να συναντήσω στη ζωή μου στα 13μου χρόνια. Ήταν ο καταξιωμένος μουσικός και τραγουδιστής ΘΑΝΟΣ ΚΑΡΡΑΣ, τον είχα γνωρίσει στον ΒΑΚΧΟ ήμουν μόνος μου στην Αθήνα και κάποια στιγμή μετά την πρώτη μας συνάντηση, με κάλεσε ένα βράδυ μετά τη δουλειά, και με ρωτούσε που μένω, για τους γονείς μου, με ποιους μένω κ.λπ.

Όταν άκουσε πως έμενα μόνος με έναν ξάδερφό μου μού είπε: Την ερχόμενη Κυριακή - ήταν Τετάρτη - το μεσημέρι σε περιμένω στο σπίτι μου να φάμε μαζί. Εντωμεταξύ εγώ είχα γνωρίσει και την κ. ΑΜΑΛΙΑ την σύζυγό του, μια εκπληκτική Κυρία η οποία ερχόταν που και που στον ΒΑΚΧΟ με οικογενειακούς φίλους για διασκέδαση. Είχαν δύο κόρες, δύο αγγελούδια, η Δώρα ήταν η πιο μεγάλη και η Μιμίκα η πιο μικρή. Αρκετά πιο μικρές από μένα. Όταν η κ. ΑΜΑΛΙΑ έμαθε πως ήμουν μόνος μου στην Αθήνα παρότρυνε τον σύζυγό της να με καλέσει στο σπίτι τους ώστε να συνεχίσω να νιώθω την οικογενειακή θαλπωρή. Ο σύζυγός της βέβαια το είχε κάνει ήδη. Όταν βρέθηκα στο σπίτι τους για πρώτη φορά κατάλαβα, αν και μικρός, πως επρόκειτο για μία θαυμάσια και με αρχές οικογένεια. Τους αγάπησα όλους από την πρώτη στιγμή.


Τότε δεν είχα καταλάβει ακόμα το πόσο τυχερός ήμουν που βρήκα στο δρόμο μου αυτή την οικογένεια και κυρίως πως ο ΘΑΝΟΣ ΚΑΡΡΑΣ θα γινόταν για μένα ο φίλος μου, ο δάσκαλος μου. Αυτός ο άνθρωπος μ' αγκάλιασε σαν παιδί του, αφιέρωνε χρόνο για μένα για να με μυήσει στη μουσική, μ' έβαλε να κάνω μαθήματα κιθάρας με τον καθηγητή μουσικής που είχε στην ορχήστρα του τον αείμνηστό πια ΚΩΣΤΑ ΤΡΙΑΝΤΗ και κυρίως μου μιλούσε για ποιοτική μουσική, για συνθέτες όπως ο ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, ο ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ, ο ΞΑΡΧΑΚΟΣ, και για πολλούς ακόμα, εγώ όλους αυτούς ούτε που τους είχα ακούσει ποτέ στη ζωή μου γιατί στο χωριό ακούγαμε ΚΑΝΤΡΥ και ΡΟΚΑΔΙΚΑ από τα κουδούνια και τα κυπριά των καρκατζαλαίων κάθε πρωτοχρονιά και από τα γιδοπρόβατα του Χρήστου Πατούκα.

Είχε βάλει ο δάσκαλος και τον αρμονίστα τον αείμνηστο Δημήτρη που είχε επίσης στην ορχήστρα να με μάθει να παίζω πιάνο. Το είχα πάρει μάλιστα τόσο σοβαρά που καθόμουνα μέχρι το πρωί στο μαγαζί, αφού έφευγαν όλοι για να κάνω πρόβες. Ευτυχώς που γύρω από την ταβέρνα δεν υπήρχαν γείτονες γιατί θα με είχαν λυντσάρει. Μη φανταστείτε πως πλήρωνα για τα μαθήματα, κάθε άλλο, όταν κάποια στιγμή έκανα κάποια κρούση για χρήματα στον δάσκαλο της κιθάρας μου το ξέκοψε άμεσα, μου είπε πως αυτό ήταν θέμα του Θάνου και καλά θα κάνω να μην το αναφέρω ξανά. Στην αρχή είχα ζήλο, στην πορεία όμως ο ζήλος μου ατόνισε γιατί είχα γνωρίσει εντωμεταξύ τον κορυφαίο ζωγράφο ΓΙΩΡΓΟ ΣΑΒΒΑΚΗ που ζωγράφιζε σε όλα τα καλά μαγαζιά της συνοικίας των Θεών [ΠΛΑΚΑ] με θέματα της παλιάς Αθήνας και που και που ζωγράφιζε και καμία ζωηρή αρτίστα μισόγυμνη, αυτό ήταν πολύ ελκυστικό για μένα και χρίστηκα βοηθός του καλλιτέχνη με αρμοδιότητα να του πλένω τα πινέλα, κάτι ήταν κι αυτό, και μοιραία εγκατάλειψα τις μουσικές σπουδές.

Εντωμεταξύ ο δάσκαλος, δάσκαλος ήταν για μένα πλέον ο ΘΑΝΟΣ ΚΑΡΡΑΣ μού μιλούσε για τέχνη και για βιβλία. Ερχόταν στο μαγαζί να τον ακούσουν άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα αλλά ξεχώριζαν οι άνθρωποι που είχαν ποιότητα στη ζωή τους. Ο Δάσκαλος τότε ήταν μεγάλη φίρμα στη νύχτα και τον σεβόντουσαν όλοι, μαγαζάτορες, πελάτες, εργαζόμενοι και φυσικά οι συνάδελφοί του οι καλλιτέχνες. Είχε κάνει πάρα πολλά για μένα, θα έλεγα και όχι μόνο για μένα, και για τ' άλλα παιδιά, απλά εμένα μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία γιατί ήμουν στην Αθήνα μόνος μου και γιατί προφανώς είχε καταλάβει πως μπορεί να ήμουνα μεν ένα χωριατόπαιδο αλλά έβλεπε πως είχα δίψα για μάθηση. Κάποια στιγμή ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας ο αείμνηστος κι αυτός ΣΩΤΗΡΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ είχε την φαεινή ιδέα αντί να πάρει ξανά για την χειμερινή σεζόν τον ΘΑΝΟ ΚΑΡΡΑ πήρε έναν καινούριο άγνωστο καλλιτέχνη που δεν τον ήξερε ούτε η μάνα του, μετά βέβαια τον έμαθε όλη η Ελλάδα, μιλάω για τον ΤΑΚΗ ΜΟΥΣΑΦΙΡΗ τότε όμως ήταν άγνωστος μεταξύ αγνώστων και καταλαβαίνετε βέβαια πως οι εργαζόμενοι είχαμε τα οικονομικά μας χάλια. Το μαγαζί πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, οι εργαζόμενοι είχαμε θέσει όλοι υποψηφιότητα για να γίνουμε άγιοι λόγω νηστείας = πείνας.

Τότε ήρθε και με βρήκε ο δάσκαλος, αφού είπαμε πολλά και διάφορα όταν πήγε να φύγει, κοντοστάθηκε, γύρισε, έβγαλε κάποια χαρτονομίσματα και μου τα έδωσε λέγοντας: Πάρε αυτά τα χρήματα και θα μου τα επιστρέψεις όταν θα επιστρέψω εδώ για δουλειά, και νομίζω πως με τα χάλια που έχετε σύντομα θα με καλέσει πίσω ο ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αυτό και έγινε, και ευτυχώς που έγινε σύντομα γιατί θα μας έπαιρνε και θα μας σήκωνε. Όταν κάποια στιγμή αργότερα πήγα να δώσω εκείνα τα χρήματα στον δάσκαλο, με αγριοκοίταξε και μου είπε, ξέχασε το!!! Αυτός ήταν ο δάσκαλος. Κάποια στιγμή μας είχε φτιάξει και μια ομάδα και κάθε Κυριακή, παίζαμε με άλλες ομάδες της περιοχής και δύο φορές την εβδομάδα κάναμε προπόνηση. Αυτή η ενασχόληση έσωσε εμένα και άλλα παιδιά από το πιοτό και το τσιγάρο. Είχαμε στην ομάδα και έναν φοιτητή της ιατρικής, πολλά παιδιά τότε σπούδαζαν και παράλληλα εργαζόντουσαν γιατί δεν υπήρχε το εισόδημα του μπαμπά και της μαμάς, αυτό το παιδί με τον δάσκαλο μισή ώρα πριν τον αγώνα μας μιλούσαν για πολλά και διάφορα θέματα όπως: κάπνισμα, ποτό, γυναίκες, καμπαρέ, συμπεριφορές και κυρίως μας είχαν πείσει πως θα γινόμασταν μεγάλοι αθλητές αν δεν βάζαμε στη ζωή μας το ποτό και το κάπνισμα. Εγώ βέβαια μεγάλος αθλητής δεν έγινα - αν εξαιρέσουμε τη συμμετοχή μου σε κάποιους Μαραθώνιους - αλλά θα ευγνωμονώ για πάντα τον δάσκαλο και τον ΧΡΗΣΤΟ τον φοιτητή που μας παρότρυναν να μείνουμε εκτός ποτού και τσιγάρου. Επειδή αυτό το κείμενο θα το διαβάσουν και κάποια παιδιά της ΟΚΡΑ όπως π.χ. ο ΑΡΚΑΣ σίγουρα θα καταλάβουν πως πολλά πράγματα που τους έλεγα εγώ μετά, το 1999 που δημιουργήσαμε την ΟΚΡΑ είχαν τη ρίζα τους στην εποχή εκείνη. Κάποια στιγμή οι δρόμοι μας χώρισαν αλλά ποτέ δεν έπαψε να μ' αγαπάει και να τον αγαπάω. Όταν γνώρισε την Λαμπρινή, ήμασταν τότε αρραβωνιασμένοι, αφού μίλησε κάποια λεπτά μαζί της ήταν στο PEPOS RESTAURANT που είχαμε απέναντι από το σημερινό Μουσείο Ακροπόλεως, γύρισε, μου έκλεισε το μάτι και μου είπε: έκανες καλή επιλογή!! Δεν γνωρίζω αν η Λαμπρινή είχε ακούσει εκείνα τα λόγια και αν ήταν αυτό ο λόγος που στην πορεία αγάπησε τον δάσκαλο και όλη την οικογένεια εξίσου με μένα. Το ίδιο την αγάπησε και ο δάσκαλος, και η κ. Αμαλία και τα κορίτσια.

Σωτήριο έτος 2007!! Έχω ήδη ξεκινήσει στην αυλή των θαυμάτων να διοργανώνω βραδιές ποίησης, το 2007 θα ήταν το αποκορύφωμα, θα ερχόταν και οι φίλος μου με την δίδυμη αδερφή μου για να γιορτάσουμε τα 30 χρόνια φιλίας. Η σκέψη μου πήγε στον δάσκαλο, ήταν μοναδική ευκαιρία να τον τιμήσω. τον κάλεσα και αποδέχτηκε την πρόσκληση, έφερε μάλιστα και το μπουζούκι μαζί του, το τι έγινε εκείνο το βράδυ δεν μπορώ να σας το περιγράψω, ελπίζω κάποια στιγμή ή ο ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ ή ο ΣΚΟΡΤΣΕΖΕ να γυρίσουν μια ταινία για να σας δώσουν το κλίμα που επικρατούσε εκείνο το βράδυ. Θα σταθώ στη στιγμή που ο δάσκαλος πήρε από την κόρη μου την αναμνηστική πλακέτα, ήταν η πρώτη φορά που αντίκριζα τον δάσκαλο βουρκωμένο. Αρχές του 2019 νομίζω ήταν Φεβρουάριος που τον επισκεφτήκαμε στο σπίτι του, μου είχε πει δείχνοντας την πλακέτα που την είχε σε περίοπτη θέση στην βιβλιοθήκη του, αυτή η πλακέτα είναι για μένα το καλύτερο δώρο της ζωής μου!!! Για όσο έμειναν στο χωριό τους αγάπησαν όλοι.

Δάσκαλε, θέλω να σου πω για μία ακόμα φορά ένα μεγάλο ευχαριστώ από τα βάθη της ψυχής μου, υπήρξες για μένα ένας σημαντικός ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΔΑΣΚΑΛΟΣ και ΦΙΛΟΣ δυστυχώς λόγω κορωνο'ι'ού δεν θα μπορέσω να παραβρεθώ στον αποχαιρετισμό γι' αυτό παρακάλεσα την πολυαγαπημένη μου Μιμίκα να σε αποχαιρετήσει εκ μέρους μου με τα πιο κάτω λόγια.

🌷🌹🌷

Δάσκαλε ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού, όπως είπε και ο σοφός Σωκράτης ''δεν γνωρίζω ποιος είναι πιο τυχερός, αυτός που μένει ή αυτός που φεύγει''; αυτό που σίγουρα γνωρίζω είναι το γεγονός πως υπήρξα τυχερός που σε συνάντησα, θέλω λοιπόν να σου πω από τα τρίσβαθα της ψυχής μου ένα μεγάλο ευχαριστώ, υπήρξες για μένα ένας φάρος αγάπης, στοργής και πολιτισμού, χάρη σε σένα δάσκαλε μπόρεσα να δω τις αθέατες πλευρές τις ζωής, χάρη σε σένα γνώρισα την πραγματική και άδολη αγάπη.

Εσύ ήσουν αυτός που όταν ήμουν μόλις 13 χρονών και μόνος μου στην Αθήνα με καλούσες στο σπίτι σου, στη δική σου οικογένεια για να νιώθω την οικογενειακή θαλπωρή.

Δάσκαλε, για όσο ζω θα υπάρχεις στην καρδιά μου.


Καλό ταξίδι δάσκαλε..

ΥΓ. Χαίρομαι που ο δάσκαλος επέλεξε την καύση αντί για την ταφή, αν και δεν το είχαμε συζητήσει ποτέ αυτό το θέμα με τον δάσκαλο, το βρίσκω συναρπαστικό που έχουμε την ίδια άποψη για τα επέκεινα.

Θα μπορούσα να σας μιλάω πολλές μέρες για το μεγαλείο της ψυχής του δασκάλου μου, νομίζω πως αυτά τα λίγα είναι αρκετά για να καταλάβει κάποιος το πόσο ευλογημένος στάθηκα στη ζωή μου που με πήρε για προστασία κάτω από τις φτερούγες του. Ευτυχώς αυτό το μεγαλείο ψυχής το κληρονόμησε και στις κόρες του. Θα προσθέσω μόνο δυό λόγια για την Κυρία Αμαλία, κυριολεκτικά την λάτρευε γιατί γνώριζε πως πίσω από έναν πετυχημένο άντρα κρύβεται μία αξιολάτρευτη και ικανότατη σύζυγος, μη ξεχνάτε πως ο δάσκαλος εκτός από μεγάλη φίρμα της εποχής ήταν κατά γενική ομολογία ένας τζέντελμαν, επίσης να μην ξεχνάμε πως οι πειρασμοί της νύχτας τότε, όπως και σήμερα, ήταν πολλοί, κι όμως ο δάσκαλος παρέμεινε αλώβητος γιατί λάτρευε την Κυρία Αμαλία, πάντα μου έλεγε, ήμουν τυχερός, αν δεν ήταν η Αμαλία δεν θα είχα την οικογένεια που έχω, είχε δίκιο ο δάσκαλος αυτή ήταν η πραγματικότητα.

Όλα αυτά που διαβάσατε τα έγραψε ο μαθητής για τον δάσκαλό του, δηλαδή ο Επικούρειος Πέπος για τον Θάνο Καρρά απλά και μόνο για να του πει ευχαριστώ.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ 22/11/2025
Που να το φανταζόμουν εγώ και ο Δάσκαλος [Θάνος Καρράς] πως το 2019 που γνώρισα έναν άλλο διδάσκαλο, από την ιστορική και πνευματική Πιάλεια, τον κ. Δημήτρη Παπαγιαννόπουλο, θα μάθαινα πως κ. Δημήτρης Παπαγιαννόπουλος γνώριζε ήδη πάρα πολλά για τον Θάνο Καρρά γιατί για κάποια χρόνια δίδασκε σε κάποιο κοντινό χωριό της γενέτειρας του Θάνου, και πως κάθε φορά που βρισκόμαστε μιλάμε γι' αυτόν. Αφορμή για να μάθουμε πως ο Θάνος Καρράς είναι κοινός γνωστός μας στάθηκε ένα γράμμα που είχα λάβει από τον παπά του χωριού Γλυφάδα Χαλκίδας, τον Βασίλειο Ντελέκο, και το οποίο κάποια στιγμή είχα στείλει στον σοφό διδάσκαλο κ. Δημήτρη Παπαγιαννόπουλο. 
Ένας Δάσκαλος ''έφυγε'', ένας άλλος Δάσκαλος ήρθε. 
Σας χαιρετώ με σεβασμό και Επικούρεια διάθεση Επίκουρος ο Γοργογυραίος.
Υ.Γ. 2 τελευταίας στιγμής.
ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ κι όμως αληθινό, πριν λίγο, στις 13:15 22/11/25 που είχα φθάσει στον επίλογο του κειμένου και έκανα την αναφορά στον σοφό διδάσκαλο της Πιάλειας, χτυπάει το τηλέφωνο και ω! του θαύματος ήταν ο διδάσκαλος!!!!!! Ευτυχώς που υπάρχουν μάρτυρες γιατί ίσως να μην γινόμουν πιστευτός, η Λαμπρινή και η Γιώτα ήταν παρούσες στην συζήτηση και άκουσαν το τί λέχθηκε.