Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"Στης σκέψης τα γυρίσματα μ’ έκανε να σταθώ
ιδέα περιπλάνησης σε όμορφο βουνό.
Έτσι μια μέρα το ’φερε κι εμέ να γυροφέρει
τ’ άτι το γοργοκίνητο στου Γοργογυριού τα μέρη !!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε,
καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!
-Aναζητείστε το"Ποίημα για το Γοργογύρι " στο τέλος της σελίδας.

30.11.21

Ευτυχία και Πνευματικότητα: Παράλληλη πορεία. Ηλίας Γιαννακόπουλος φιλόλογος - συγγραφέας.

 Δεν μπορείς να ταξιδέψεις στην ευτυχία. Δεν μπορείς να την κατακτήσεις, να την κερδίσεις ή να την καταναλώσεις. Η ευτυχία είναι μία πνευματική εμπειρία…».(Denis Waitley)

Στο λεξιλόγιό μας υπάρχουν έννοιες που τα λεξικά αδυνατούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια το περιεχόμενό τους. Ωστόσο αυτές τις λέξεις – έννοιες τις χρησιμοποιούμε τακτικά γιατί παραπέμπουν σε μία επιθυμητή και προσδοκώμενη κατάσταση. Στο σημείο αυτό ανιχνεύεται η πρώτη παραδοξότητα και εγείρεται το απότοκο ερώτημαΠώς είναι δυνατόν το υποκείμενο να προσδένεται στο όραμα μιας θετικής κατάστασης (ψυχολογικής, πνευματικής, ηθικής…) με τη βοήθεια της λέξης που το νοηματικό της φορτίο δεν είναι σαφές; Η εξήγηση είναι μία. Ο καθένας βιώνει σε φαντασιακό επίπεδο την επιθυμητή κατάσταση αδιαφορώντας αν η γλωσσική αποτύπωσή της, δηλαδή η λέξη, μπορεί να αποδώσει με καθαρότητα το βίωμά του. Εξάλλου όλοι γνωρίζουν πως το σημαίνον (ήχος, εικόνα…) και το σημαινόμενο (έννοια, ιδέα, αντίληψη) τα διέπει μία αυθαίρετη σχέση. 

Στην κατηγορία αυτών των λέξεων ανήκουν και η Ευτυχία καθώς και η Πνευματικότητα. Η επιλογή αυτών των δύο λέξεων στοχεύει στην καταγραφή της σχέσης μεταξύ τους στο βαθμό που μπορεί να οριοθετηθεί με σαφήνεια το περιεχόμενό τους. Μία γρήγορη περιδιάβαση στο χώρο των λεξικών θα μάς έδινε τα παρακάτω γνωρίσματα του νοηματικού πεδίου των δύο αυτών όρων.

Ως Ευτυχία ορίζεται το αίσθημα εσωτερικής πληρότητας του ανθρώπου και ό,τι ακολουθεί αυτό το αίσθημα. Η ετυμολογία της λέξης Ευ+τύχη (τυγχάνω) πολύ λίγο μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση και κοινή αποδοχή του περιεχομένου της. Κι αυτό γιατί την ευτυχία άλλοι την κατατάσσουν στο συναίσθημα και στο βίωμα. Άλλοι τη θεωρούν ως στόχο ή ουτοπική κατάσταση. Άλλοι τονίζουν πως η ευτυχία είναι περισσότερο στιγμές και λιγότερο μία μόνιμη ή διαρκής κατάσταση. Για τον Καντ ως ευτυχία ορίζεται:

«Η ικανοποίηση όλων των κλίσεών μας τόσο σε έκταση, δηλαδή σε πολλαπλότητα, όσο και σε ένταση, δηλαδή σε διάρκεια».

Η έννοια της Πνευματικότητας παρουσιάζει κι αυτή μεγάλα προβλήματα στην σαφή οριοθέτηση του περιεχομένου της αφού αλλάζει συνεχώς. Έχουν δοθεί πάμπολλοι ορισμοί ανάλογα με τη σκοπιά που εξετάζει κανείς την έννοια. Άλλοι θεωρούν πως η πνευματικότητα συνδέεται με την αναζήτηση ενός νοήματος ζωής. Άλλοι τονίζουν την επίτευξη μιας εσωτερικής αρμονίας και ισορροπίας. Κάποιοι άλλοι επισημαίνουν το στοιχείο τη αυθυπέρβασης. Ίσως για κάποιους η πνευματικότητα να είναι η αναγκαία κατάσταση (πνευματική – ηθική) για την μέθεξη με το θείο. Η πνευματική, ψυχολογική, κοινωνική και ηθική διάσταση της έννοιας την καθιστούν δυσερμήνευτη και γι’ αυτό δεν μπορεί να χωρέσει σε έναν ορισμό. Κι αυτό γιατί:

«Το πνευματικό ταξίδι δεν είναι ένα ταξίδι ανακάλυψης αλλά

ένα ταξίδι αποκατάστασης. Είναι ένα ταξίδι ανακάλυψης

της εσωτερικής σου φύσης».(Billy Gorgan)

Η σχέση Ευτυχίας και Πνευματικότητας

Η πνευματικότητα, λοιπόν, με όποια σημασία κι αν την εκλάβουμε συνιστά τον αναγκαίο όρο για την πραγμάτωση της Ευτυχίας. Βέβαια, κάποιοι άλλοι θα αντιτείνουν πως η πνευματικότητα μπορεί να συνιστά την αναγκαία «αιτία» για την βίωση της ευτυχίας αλλά δεν είναι και «επαρκής» σύμφωνα με τους κανόνες ενός «τέλειου» επαγωγικού συλλογισμού.

Ωστόσο θα πρέπει να τονιστεί πως η πορεία του ανθρώπου προς την πνευματικότητα, ως μία προσπάθεια αυθυπέρβασης δεν είναι και τόσο ακύμαντη. Προσκρούει πάντα σε πολλά εμπόδια που παρεμβάλλονται τόσο από το εξωτερικό περιβάλλον όσο κι από το εσωτερικό. Τα εμπόδια αυτά αντανακλούν την αντιφατικότητα της κοινωνίας μας, όπως γλαφυρά την απέδωσε ο Χόρχε  Μπουκάϊ στο έργο του «Ο δρόμος της Πνευματικότητας».

Με οδηγό, λοιπόν, τις επισημάνσεις του Χόρχε Μπουκάϊ θα δοθούν οι παράπλευρες απώλειες που επιφέρουν οι αντιφατικότητες της ζωής μας στην κατάσταση της πνευματικότητας και κατ’ ακολουθίαν της ευτυχίας 

Οι αντιφατικότητες

α.«Ζούμε σε κτίρια πιο ψηλά… αλλά μια ζωή χωρίς βάθος»

Ο σύγχρονος άνθρωπος και ιδιαίτερα αυτός των μεγαλουπόλεων βιώνει το οδυνηρό αίσθημα της απώλειας νοήματος ζωής. Η καθημερινότητα επιβάλλει τους γρήγορους ρυθμούς ζωής, την παροδικότητα και το επιφανειακό. Από την άλλη πλευρά η υλιστική αντίληψη ζωής με τον άκριτο καταναλωτισμό οδηγούν στην αποβιταμίνωση κάθε πνευματικού στοιχείου της ζωής μας. Η ρηχότητα, όμως, και η επιπεδότητα της ζωής μας δεν μπορούν να αναιρεθούν από τα απρόσωπα και τερατώδη κτίρια που εγκλωβίζουν την ύπαρξή μας στα στενά πλαίσια μιας παράλογης και απάνθρωπης οικιστικής αρχιτεκτονικής. Το ύψος, δηλαδή, των κτιρίων – ως μία κακοσχεδιασμένη αντίληψη φυγής προς το υπερπέραν – προκαλεί ίλιγγο και μάς απογυμνώνει από κάθε γνήσιο και γήϊνο στοιχείο της ύπαρξής μας.

β.«Έχουμε περισσότερους ειδικούς… και λιγότερες λύσεις»

Η ανάγκη για εξειδίκευση επέβαλε την εξουσία των ειδικών και των τεχνοκρατών σε κάθε έκφανση της ζωής μας. Αποτέλεσμα αυτής της εξουσίας η παραίτησή μας από κάθε προσπάθεια για εξεύρεση εκείνης της λύσης που θα μας αναδείξει ως πρωταγωνιστές της ζωής μας. Αφεθήκαμε στη γνώμη των ειδικών ακόμη και σε θέματα που αφορούν λεπτές και προσωπικές πτυχές της ζωής μας. Έτσι αναδύθηκε ένας ιδιαίτερος «κρετινισμός» που μάς καθοδηγεί ως κοινωνικά και πολιτικά όντα. Κι ενώ πιστεύαμε πως η γνώση των ειδικών θα υποδείκνυε και τις ανάλογες λύσεις σε ένα πλήθος προβλημάτων, με απογοήτευση διακρίνουμε μία αδυναμία να επιπλεύσουμε στις φουρτούνες της ζωής. Βρήκαμε το δέντρο, αλλά χάσαμε το δάσος. Ο άνθρωπος είναι μία ολότητα συμπαντική και όχι μόνο μία «ειδική» περίπτωση. 

 


γ.«Υψώνουμε τις σημαίες της ισότητας, αλλά κρατάμε τις προκαταλήψεις»

Η εποχή μας και οι κοινωνίες μας επαίρονται για την θεσμοθετημένη ισότητα αλλά αδιαφορούν ή διάκεινται εχθρικά απέναντι σε ό,τι θρυμματίζει τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις μας. Διατυμπανίζουμε την ισότητα δικαιωμάτων αλλά είμαστε καχύποπτοι και ειρωνικοί απέναντι στο διαφορετικό και στην «άλλη άποψη». Αυτοπαρουσιαζόμαστε ως προοδευτικοί και υπερασπιστές της αλλαγής, αλλά δεν θέλουμε να αποκοπούμε από τις κοινωνικές, πολιτικές, ηθικές και πνευματικές μας προκαταλήψεις. Γινόμαστε σημαιοφόροι της ισότητας αλλά την ίδια στιγμή αρνούμαστε να παραχωρήσουμε οποιοδήποτε δικό μας «κεκτημένο». Βαθιά ριζωμένοι στις αναχρονιστικές μας προκαταλήψεις προπαγανδίζουμε την ισότητα χωρίς ίχνος αυτογνωσίας αλλά με μεγάλη δόση υποκρισίας

Ο Χαράρι για την ευτυχία

Για το ανέφικτο της ευτυχίας ο Ισραηλινός συγγραφέας Yuval Noah Harari δίνει μία άλλη διάσταση, αφού συνδέει την ευτυχία με τις αντικειμενικές συνθήκες και τις προσδοκίες μας:

«Ο χόμο σάπιενς δεν μπορεί ποτέ να είναι ικανοποιημένος. Η ανθρώπινη ευτυχία εξαρτάται λιγότερο από τις αντικειμενικές συνθήκες και περισσότερο από τις προσδοκίες μας. Οι προσδοκίες, ωστόσο, έχουν την τάση να προσαρμόζονται στις υπάρχουσες συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών στις οποίες ζουν οι άλλοι. Όταν τα πράγματα βελτιώνονται, οι προσδοκίες μας μεγαλώνουν και, συνεπώς, ακόμα και με τεράστιες βελτιώσεις στις συνθήκες μπορεί να μείνουμε το ίδιο ανικανοποίητοι όπως και πριν. Αν η καθολική βασική υποστήριξη έχει στόχο να βελτιώσεις τις αντικειμενικές συνθήκες του μέσου ανθρώπου το 2050, έχει αρκετές πιθανότητες να πετύχει. Αν, όμως, ο στόχος της είναι να κάνει τους ανθρώπους αντικειμενικά πιο ικανοποιημένους με τη μοίρα τους και να προλάβει την κοινωνική δυσαρέσκεια, μάλλον θα αποτύχει».

 * Xρήσιμα Βιβλία

       ** 1."Ο δρόμος της Πνευματικότητας",Χόρχε  Μπουκάι

   2." 21 μαθήματα για τον 21ο αιώνα ",Yuval Noah Harari

 

Η επανάσταση του 1821 και τα τρία διλήμματα των Ελλήνων. Ηλίας Γιαννακόπουλος φιλόλογος - συγγραφέας.

 Αλλά θα νικήσωμεν ή θα παύσωμεν μεν ζώντες, αλλά θα έχωμεν την παρήγορον ιδέαν, ότι εν τω κόσμω δεν αφήσαμεν όπισθεν δούλους

τους Έλληνας».(Μπουμπουλίνα)

Οι επετειακές εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 δεν τροφοδότησαν μόνον την εθνική υπερηφάνεια των Ελλήνων, δεν ανέδειξαν μόνον την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού, δεν πρόβαλαν εμφαντικά μόνον τον πόθο για ελευθερία ως το κατεξοχήν προσδιοριστικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης και της συνέχειας ενός έθνους, αλλά και εκείνες τις συνθήκες που επώασαν την μεγάλη απόφαση των αγωνιστών του 1821. Μία απόφαση που επρόκειτο να θέσει τα θεμέλια του Νεοελληνικού κράτους αλλά και να καταδείξει σε όλη την ανθρωπότητα πως:

«Η μεγαλοσύνη στα Έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα, με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα».

Ίσως μέσα στον εθνικό ενθουσιασμό, στους πομπώδεις πανηγυρικούς και στην πατριωτική ευωχία να ξεθωριάζουν κάποια γεγονότα ή στοιχεία που θα μπορούσαν να φωτίσουν πληρέστερα τις διαδικασίες που οδήγησαν στο εθνικό τόλμημα για αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού. Είναι ιστορικό λάθος να θεωρείται πως η επανάσταση του 1821 υπήρξε μία έξαρση τόλμης της στιγμής χωρίς επιφυλάξεις, προβληματισμούς και διλήμματα.

Μπορεί ο διαχρονικός πόθος της ελευθερίας και η ιδέα για έναν απελευθερωτικό αγώνα να επωάζονταν για πολύ χρόνο στους υπόδουλους Έλληνες ωστόσο η στρατιωτική πραγματικότητα (απουσία στρατού και ενός κεντρικού συντονιστικού οργάνου, οι συντριπτικά υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις, δυσμενές διεθνές κλίμα…) λειτουργούσε ανασταλτικά στην πραγμάτωση του επαναστατικού οράματος. Μπορεί οι αγωνιστές του ’21 να επέδειξαν μίαν απαράμιλλη τόλμη, ωστόσο υπήρξαν κι αυτοί πολλοί ανθρώπινοι και γήινοι.

Τα τρία διλήμματα

Ο υπόδουλος Ελληνισμός καθ’ όλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα όταν ωρίμασαν οι συνθήκες για την εξέγερση δοκιμαζόταν  στο καμίνι τριών διλημμάτων. Το αδούλωτο φρόνημα έδινε τον δικό του αγώνα να υπερβεί τις αμφιβολίες και τον σκεπτικισμό που τροφοδοτούσαν τα τρία διλήμματα.

Το πρώτο δίλημμα εκφράστηκε μέσα από μία ερωτηματική διατύπωση: Να πολεμήσουν μόνοι τους ή με τη βοήθεια των Ξένων Δυνάμεων; Αυτό το δίλημμα το ξεπέρασαν γρήγορα όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν επέδειξαν την ανάλογη προθυμία και βούληση. Η σκιά της Ιεράς Συμμαχίας έπεφτε βαριά πάνω σε κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης και ανατροπής του διεθνούς status quo. Οι όποιες φιλελληνικές φωνές και συμπάθειες εκφράστηκαν από κάποιους ηγέτες προσέκρουαν πάντα στην λεπτή ισορροπία των συμφερόντων με τις άλλες χώρες που διεκδικούσαν όλες τον αναγκαίο ζωτικό χώρο τους στην περιοχή. Ο Σολωμός απέδωσε ποιητικά με ακρίβεια την προσπάθεια των Ελλήνων να προκαλέσουν το ενδιαφέρον των ξένων χωρών με αντικειμενικό στόχο την στρατιωτική βοήθεια.

«Μοναχή τον δρόμο επήρες/ εξανάλθες μοναχή∙/ Δεν είναι εύκολες οι θύρες/ εάν η χρεία τες κουρταλή»

Η μεταστροφή της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων που εκδηλώθηκε αργότερα (Ναυμαχία Ναβαρίνο…) ήταν αποτέλεσμα των νικών των Ελλήνων και της διαφαινόμενης κατάρρευσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το δεύτερο δίλημμα σχετιζόταν με τις προϋποθέσεις που έπρεπε να καλλιεργηθούν σε επίπεδο ιδεολογικής και εθνικής αυτοσυνειδησίας. Η μία θέση πρέσβευε πως «αν δεν συνειδητοποιήσουν δεν θα επαναστατήσουν» δίνοντας έμφαση στην ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης ως αναγκαίο όρο για την επανάσταση. Στην αντίπερα όχθη αναπτύχθηκε η θέση πως «αν δεν επαναστατήσουν δεν θα συνειδητοποιήσουν». Η θέση αυτή λογάριαζε ως αφετηρία κάθε αλλαγής την πράξη και όχι το στοχασμό. Στο τέλος επικράτησε η «τρέλα» του Κολοκοτρώνη και η μεγάλη ψυχή των ανώνυμων αγωνιστών. Ολόκληρη η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την Οθωμανική βαρβαρότητα διεκδικώντας το δικαίωμα να ζει ελεύθερη κάνοντας το όραμα πραγματικότητα.

Ελευθερία ή Θάνατος

Το τρίτο και κορυφαίο δίλημμα των εξεγερμένων Ελλήνων εκφράστηκε με εκείνο το απαράμιλλο και αποφθεγματικά διατυπωμένο «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ». Σημασιολογικά το δίλημμα παραπέμπει στο «Ζωή ή Θάνατος», αφού στη συνείδηση των Ελλήνων η Ελευθερία είναι ταυτισμένη με την Ελευθερία∙ «και οι Σουλιώτισες δεν ζούνε δίχως την ελευθερία». Η ελευθερία αποτελεί για τον Έλληνα τον αναγκαίο όρο για τη ζωή και η ζωή τροφοδοτεί με νέο περιεχόμενο κάθε φορά την Ελληνική ελευθερία. Ο θάνατος, ο άλλος πόλος του διλήμματος, δεν συνιστά μία «απουσία» αλλά μία επιλογή – κατάσταση που ακυρώνει την έλλειψη ελευθερίας και τον ανθρώπινο εξευτελισμό. Ο θάνατος προκρίνεται ως λύση όχι από μία πεσιμιστική διάθεση προς τη ζωή, όχι από δειλία, όχι από ένα πνεύμα παραίτησης και άρνησης της ζωής αλλά αντίθετα από ένα υψηλό φρόνημα, που στοχεύει στην υπέρβαση όλων εκείνων των παραγόντων που αλλοιώνουν τον πυρήνα της ζωής, την ελευθερία.

Το δίλημμα, λοιπόν, «Ελευθερία ή Θάνατος» εμπεριείχε μία δεινή διάζευξη που απέκλειε κάθε συμβιβασμό ή υποχώρηση: «καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». Οι εξεγερμένοι Έλληνες, αν και απόγονοι του Αριστοτέλη, του φιλόσοφου της Λογικής, δεν γνώρισαν ούτε αποδέχτηκαν τη ΜΕΣΟΤΗΤΑ ως αξία ζωής. Επέλεξαν τα άκρα, ως καταστάσεις που εμπερικλείουν το βαθύτερο νόημα της ζωής. Η διεκδίκηση της ελευθερίας με τίμημα το θάνατο για τους Ξένους ήταν ένας παραλογισμός με βάση τα αριθμητικά δεδομένα Ελλήνων και Τούρκων. Αυτός ο παραλογισμός και η αποκοτιά δεν μπόρεσαν να χωρέσουν στους κώδικες ερμηνείας της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο δυτικός ορθολογισμός και η λογική της στατιστικής αδυνατούσαν να συλλάβουν το μέγεθος του τολμήματος αλλά και την ποιότητα του διλήμματος «Ελευθερία ή Θάνατος».

Το κορυφαίο αυτό σύνθημα στάθηκε η ιδιαίτερη εκδοχή της ζωής και αποτέλεσε ιστορικά τον κύριο συντελεστή της Ελληνικής ετερότητας, που χωρίς την αίσθηση και τη βίωσή της ο ελληνισμός δεν θα είχε ίσως συντηρηθεί ως ιδιαίτερη και ζωντανή εθνική και πολιτισμική μονάδα. Το Μεσολόγγι ύψιστο δείγμα ηρωισμού ανέδειξε με το δικό του τρόπο το νόημα του τραγικού διλήμματος: «με μίαν απόφασιν επροκρίναμεν ν’ αποθάνωμεν παρά να κλίνωμεν τον αυχένα».

Το δίλημμα, λοιπόν, «Ελευθερία ή Θάνατος» συμπύκνωσε την ηθική στάση ζωής των Ελλήνων στην διαχρονική τους πορεία. Κατέδειξε περίτρανα πως η ύπαρξη ενός έθνους και η επιβίωσή του στη φθορά του χρόνου και των εχθρών του δεν συνιστά προϊόν μόνον των υλικών παραγόντων αλλά ταυτόχρονα κι ενός άλλου στοιχείου που σημασιοδοτεί τη ζωή των ανθρώπων του και τους προφυλάσσει από την διαβρωτική λειτουργία της «συνήθειας» και της έγνοιας της υλικής επιβίωσης.

Αν η ιστορική λήθη λειτουργεί ως μία μορφή εθνοκτονίας άλλο τόσο αρνητικός είναι και ο ρόλος της εξιδανίκευσης του παρελθόντος και των αρετών της φυλής μας. Η καταγραφή των πραγματικών ιστορικών γεγονότων βοηθά στον εθνικό αυτοπροσδιορισμό μας και στην κατανόηση της θέσης μας ως έθνος στις σύγχρονες παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες.

Η αξία και η μοναδικότητα ενός εθνικού ιστορικού γεγονότος δεν είναι συνάρτηση της λαμπρότητας των επετειακών του εκδηλώσεων αλλά του βαθμού αποδοχής του από τις επόμενες γενιές. Το 1821 ευτύχησε να γίνει καθολικά αποδεκτό και να ενσωματωθεί στο αξιακό σύστημα των επόμενων γενιών αναδεικνύοντας την ελληνικότητα σε καθολική αξία.

Η απάντηση των Σουλιωτών προς τον Αλή πασά είναι ενδεικτική της βαθύτερης ουσίας του Ελληνισμού:

«Βεζύρ Αλή πασά σε χαιρετούμεν. Η πατρίς μας είναι ασυγκρίτως γλυκυτέρα και από τα πουγκεία σου, και από τους ευτυχείς τόπους, τους οποίους υπόσχεσαι να μας δώσεις. Όθεν ματαίως κοπιάζεις, επειδή η ελευθερία μας δεν πωλείται, ούτ’ αγοράζεται σχεδόν με όλους τους θησαυρούς της γης, παρά με το αίμα και θάνατον έως του τελευταίου Σουλιώτου… Όλοι οι Σουλιώτες μικροί και μεγάλοι».

 

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Ηλίας Γιαννακόπουλος φιλόλογος - συγγραφέας.

 Οι Έλληνες για να πάνε μπροστά, πρέπει να κοιτάζουν πίσω»

(Δ. Καμπούρογλου)

Στο μεταίχμιο δύο επετείων – 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 και 100 χρόνια από την Μικρασιατική καταστροφή του 1921 – ο Έλληνας πολίτης νιώθει την ανάγκη να ισορροπήσει πάνω σε ένα δύσκολο τοπίο που το διαμορφώνουν οι αυστηροί κανόνες της λογικής και οι εξάρσεις του συναισθήματος. Κι αυτό γιατί οι επέτειοι λειτουργούν αμφίσημα. Από τη μια πλευρά μάς δίνουν την ευκαιρία για μία εις βάθος εθνική αυτογνωσία κι από την άλλη τονώνουν το εθνικό φρόνημα και τροφοδοτούν την «πατριωτική ευωχία».

Οι τρεις δρόμοι

Κάθε εθνική επέτειος μάς προκαλεί να διαβούμε με περίσκεψη τρεις δρόμους. Αρχικά τον δρόμο του παρελθόντος για να γνωρίσουμε καλά όλα εκείνα τα γεγονότα που σήμερα γιορτάζουμε χωρίς την απόκρυψη κάποιων που καταστρέφουν την εξιδανικευμένη εικόνα της φυλής μα. Αρνητική, επίσης, κρίνεται στο οδοιπορικό αυτό και η προβολή ιστορικών αναληθειών που διακονούν σκοπιμότητες και εξωραΐζουν την εθνική μας ιστορία – πορεία. 

Ο δεύτερος δρόμος είναι αυτός του παρόντος, του σήμερα για να ανιχνεύσουμε το κατά πόσο το «δοξασμένο» παρελθόν (1821) διαμορφώνει και διαποτίζει την συμπεριφορά μας ως άτομα και ως Έλληνες. Η «ηρωϊκή αποκοτιά» των αγωνιστών του 1821 σε ποιο βαθμό έχει ενσωματωθεί από τον σύγχρονο Έλληνα στο αξιακό του σύστημα; Ο πόθος για εθνική ελευθερία σε ποιο βαθμό συγκλονίζει το «πατριωτικό» Εγώ του σημερινού Έλληνα και ιδιαίτερα του νέου;

Στον τρίτο δρόμο του μέλλοντος οφείλουμε ως άτομα και ως «πατριώτες» να πραγματοποιήσουμε τα βήματά μας με βάση τις εμπειρίες, τη γνώση και τα διδάγματα του παρελθόντος αλλά και τις ανάγκες του αύριο. Αν ένα ιστορικό γεγονός και οι επετειακές εκδηλώσεις αδυνατούν να ερμηνεύσουν και να διδάξουν γρήγορα θα περιπέσουν στην ιστορική λήθη και στα ιστορικά αζήτητα. Όταν τα σύμβολα του ιστορικού παρελθόντος εξαϋλώνονται από τη φθορά του χρόνου και αναβιώνουν μόνον στις επετειακές εκδηλώσεις, τότε οφείλουμε ως εθνική κοινότητα να στοχαστούμε για το περιεχόμενο και την ανάγκη νέων συμβόλων. Κι αυτό γιατί η απουσία εθνικών συμβόλων προκαλεί εθνικές ανισορροπίες και λειαίνει το έδαφος για την εθνική ασυνέχεια.

Τα διδάγματα

«Ποτέ δεν αποτυχαίνουν αυτοί που πεθαίνουν για έναν μεγάλο σκοπό»

(Λόρδος Βύρων)

Η επανάσταση του 1821 δεν ανήκει σε εκείνες τις εθνικές επετείους που απλά μάς υποχρεώνει να θυμηθούμε τα γεγονότα του παρελθόντος. Δεν είναι μία δοκιμασία της ιστορικής μας μνήμης. Το 1821 ως γεγονός μάς διδάσκει, μάς διαπαιδαγωγεί, μάς φρονηματίζει, μάς συγκλονίζει και μάς παρακινεί να ζούμε και να αντιδρούμε ως άτομα, κοινωνία και έθνος έξω από τα συμβατικά όρια – πλαίσια και κανόνες που θέτουν η πεζή καθημερινότητα, οι ανάγκες της υλικής επιβίωσης και οι πολυποίκιλες αναγκαιότητες (πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές…).

Τα πρόσωπα – πρωταγωνιστές του ’21 ήταν πολύ ανθρώπινοι τύποι, απρόβλεπτοι, ακανόνιστοι και γήινοι. Είχαν όλα εκείνα τα «χαρίσματα» και τα γνωρίσματα που ήταν αναγκαία για την επίτευξη της εθνικής ελευθερίας μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς. Ο Κάλβος χώρεσε όλα αυτά σε δύο λέξεις: «Αρετήν και Τόλμη». Οι ήρωες του 1821 δεν ζητούν από εμάς σήμερα να αρκεστούμε στους φθηνούς πανηγυρισμούς, στα άχρωμα και άνευρα ζήτω και στις ατελέσφορες εθνικές δοξολογίες. Μάς ζητούν να διατηρήσουμε την ιστορική μνήμη εκείνης της επαναστατικής περιόδου όχι από εθνική υποχρέωση και πατριωτικό καθήκον, αλλά γιατί πρέπει ως Έλληνες να αγαπάμε και να διεκδικούμε με πάθος και γνώση ό,τι χαρακτηρίζει και συνθέτει την ανθρώπινη ύπαρξη: Την ατελεύτητη εμμονή μας στην ελευθερία και στην εθνική αξιοπρέπεια – εθνικό φιλότιμο.

Ζητούν, δηλαδή, να υπερβούμε για λίγο τη λογική και συρματοπλέγματα ενός αρρωστημένου και αντικοινωνικού ατομικισμού και να αναζητήσουμε με επιμονή τα όρια ενός εθνικού και συλλογικού Εμείς.

Και όλα αυτά γιατί η επανάσταση του 1821 δεν αποτέλεσε μόνον την ληξιαρχική πράξη γέννησης του νεοελληνικού κράτους αλλά και την απαρχή μιας νέας αντίληψης για την ζωή, τον θάνατο, τον άνθρωπο, την ελευθερία και την πατρίδα.

«Είμαστε ωραίοι ως Έλληνες…»

Η επανάσταση του 1821 ως ιστορικό γεγονός ακύρωσε κάποιες ακλόνητες αλήθειες της διεθνούς διπλωματίας και των ειδικών στις πολεμικές επιχειρήσεις. Διέψευσε, επίσης, τις επιστήμες της λογικής του πολέμου και των στατιστικών της στρατιωτικής μάχης. Κι αυτό γιατί η «τρέλα» των αγωνιστών του ’21 δεν μπορεί να χωρέσει στην επιστήμη της ιστορίας και του πολέμου.

«Ο κόσμος μάς έλεγεν τρελούς. Ημείς αν δεν είμεθα τρελοί,

δεν εκάναμε την επανάσταση…».(Κολοκοτρώνης)

Η επανάσταση εκτός των άλλων πρόβαλε εμφαντικά τον ανθρώπινο ηρωισμό ως βασικό συστατικό στοιχείο του διαχρονικού ανθρώπου. Δίδαξε, δηλαδή, πως ο κεντρικός στόχος του ανθρώπου δεν είναι η απλή επιβίωση, αλλά η ζωή που πραγματώνεται μέσα σε συνθήκες προσωπικής ελευθερίας και εθνικής αυτονομίας.

Το 1821 κηρύσσει ακόμη και σήμερα την δικαίωση του ελεύθερου ανθρώπου αλλά και του ανυπότακτου ελληνικού φρονήματος που γνωρίζει, όμως, να πειθαρχεί στους νόμους της λεβεντιάς, του φιλότιμου και της εθνικής αξιοπρέπειας.

Τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 δοκιμάζουν την λογική μας, κεντρίζουν το θυμικό μας, αναδιαμορφώνουν το αξιακό μας σύστημα και σαλπίζουν αιώνιες αξίες και ιδανικά για τον διαχρονικό και οικουμενικό άνθρωπο. Θα ήταν ευτύχημα στο τέλος των επετειακών εκδηλώσεων να μπορούσαμε να βροντοφωνάξουμε απαλλαγμένοι από κάποια στοιχεία εθνικού ναρκισσισμού και παραφράζοντας τον γνωστό στίχο του Εγγονόπουλου:

                                          Είμαστε ωραίοι ως Έλληνες.