Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"Στης σκέψης τα γυρίσματα μ’ έκανε να σταθώ
ιδέα περιπλάνησης σε όμορφο βουνό.
Έτσι μια μέρα το ’φερε κι εμέ να γυροφέρει
τ’ άτι το γοργοκίνητο στου Γοργογυριού τα μέρη !!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε,
καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!
-Aναζητείστε το"Ποίημα για το Γοργογύρι " στο τέλος της σελίδας.

16.4.24

Η “Ηδονή” στον Επίκουρο και στον Χριστιανισμό. Ηλίας Γιαννακόπουλος Φιλόλογος - Συγγραφέας.

 α.«Η ηδονή είναι η αφετηρία και ο σκοπός του μακαρίως ζην. Γιατί την ηδονή τη θεωρούμε πρωταρχικό και έμφυτο αγαθό. Από την ηδονή ξεκινούμε, όταν επιλέγουμε ή αποφεύγουμε κάτι, και στην ηδονή επιστρέφουμε χρησιμοποιώντας ως κριτήριο για κάθε αγαθό τη δική μας εμπειρία της ηδονής» (Επιστολή Επίκουρου προς Μενοικέα, 128-9 ,"καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἡδονὴν ἀρχὴν καὶ τέλος λέγομεν εἶναι τοῦ μακαρίως ζῆν· ταύτην γὰρ ἀγαθὸν πρῶτον καὶ συγγενικὸν ἔγνωμεν, καὶ ἀπὸ ταύτης καταρχόμεθα πάσης αἱρέσεως καὶ φυγῆς καὶ ἐπὶ ταύτην καταντῶμεν ὡς κανόνι τῷ πάθει πᾶν ἀγαθὸν κρίνοντες")

       β.“Και δος ημίν, Δέσποτα, προς ύπνον απιούσιν, ανάπαυσιν σώματος και ψυχής. Και διαφύλαξον ημάς από του ζοφερού ύπνου της αμαρτίας, και από πάσης σκοτεινής και νυκτερινής ηδυπαθείας” (Ευχή απόδειπνου, Μοναχός Αντίοχος).

        Κατά μία σατανική σύμπτωση κι ενώ διάβαζα ένα βιβλίο για την Φιλοσοφική σκέψη του Επίκουρου στο ραδιοφωνάκι δίπλα μου ακουγόταν επ΄ ευκαιρία των Χαιρετισμών (Ημέρα Παρασκευή) η Ευχή του Απόδειπνου του Μοναχού Αντιόχου.

         Με έκπληξη παρατήρησα πως – άλλη σύμπτωση κι αυτή –  το αρχικό κομμάτι της Ευχής  “Και…ηδυπαθείας” (απόσπασμα β) ερχόταν σε ευθεία και απόλυτη αντίθεση με τον βασικό πυρήνα της Επικούρειας Φιλοσοφίας, την Ηδονή.

        Η αρχική μου σκέψη μετά την πρώτη ανάγνωση-μελέτη των δύο αποσπασμάτων (α, β) ήταν να εστιάσω με μεγαλύτερη προσοχή και υπομονή στις δύο θέσεις σχετικά με το ρόλο και τη θέση της Ηδονής στον ανθρώπου. Φυσικά στην μνήμη μου στριφογύριζαν όλες εκείνες οι παλιές θεωρίες για τον Ελληνο-Χριστιανικό Πολιτισμό με τις οποίες γαλουχηθήκαμε αιώνες τώρα (μαθητικά χρόνια).

           Και πώς να φανείς τώρα αντικειμενικός απέναντι στις δύο αυτές θέσεις περί Ηδονής όταν από μικρός σε πολλές εκδηλώσεις και συμβάντα της ζωής σου (βάπτιση, γάμος, θρησκευτικές γιορτές…) η προτροπή για αντίσταση στην Ηδονή είναι έντονη και πανταχού παρούσα στα εκκλησιαστικά κείμενα;

      Εξάλλου κουβαλάμε ως άνθρωποι το άγος του Προπατορικού Αμαρτήματος πληρώνοντας ακριβά τις ανθρώπινες αδυναμίες των πρωτόπλαστων και φυσικά την καταστροφική παρουσία του «όφεως» που στάθηκε η αιτία της έξωσης του ανθρώπου από τον  Παράδεισο.

          Την ηθική αλλά και υλική πορεία του ανθρώπου φαίνεται να την προσδιόρισε η ευπιστία της Εύας και η φράση-δικαιολογία της:

                              “Ο όφις  ηπάτησέ με, και έφαγον”

          Ωστόσο ο Θεός φάνηκε πολύ σκληρός απέναντι τόσο στην Εύα όσο και στον Αδάμ και στον άνθρωπο γενικότερα, αφού το μόνο που τους «υποσχέθηκε» ήταν πόνο και λύπες.

     “Και τη γυναικί είπε πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου. Εν λύπαις τέξη τέκνα…” // “Τω δε Αδάμ είπεν…επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου. Εν λύπαις φαγή αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου” (Γένεσις).

         Είναι να απορεί κανείς πως ο χριστιανός δέχτηκε να φιλοτεχνήσει μία τέτοια εικόνα “τιμωρού Θεού” και να ζει καθημερινά - αιώνες τώρα - με το φόβο της τιμωρίας του. Ο Φόβος του θεού αποτελεί δομικό στοιχείο της Θρησκείας μας, όπως αυτό αποδόθηκε και από τον Δαυϊδ:

                     “Αρχή σοφίας φόβος θεού” (Ψαλμός, 110,10).

         Σε αυτό το σημείο κρίνεται αναγκαία και συνάμα διδακτική μία ανάλογη αναφορά της σχολής του Επίκουρου για τη θέση του Θεού στη φιλοσοφική του θέση.

      “Το μακάριον και το άφθαρτον ούτε αυτό πράγματα έχει ούτε άλλω παρέχει ώστε ούτε οργαίς ούτε χάρισι συνέχεται εν ασθενεί γαρ παν το τοιούτον” («Κύριαι Δόξαι», Το μακάριο και άφθαρτο ον (Θεός) ούτε έχει δικά του προβλήματα, ούτε σε άλλους προκαλεί. Έτσι ούτε οργίζεται με κανέναν, ούτε χαρίζεται σε κανέναν. Όλα αυτά είναι γνωρίσματα αδύναμων όντων)

        Μία σύγκριση του Χριστιανικού Θεού με αυτήν του Επίκουρου θα καταδείκνυε τη χαώδη διαφορά αντίληψης περί του «Θείου» στη ζωή των ανθρώπων.

           Εννοείται πως ο «Θεός» του Επίκουρου ήταν κατά πολύ διαφορετικός όχι μόνον από τους Θεούς του Ομήρου αλλά και από τον Θεό πολλών άλλων Φιλοσόφων της αρχαίας Ελλάδας.

         Οι Θεοί του Επίκουρου ήταν εξωγήινα όντα, αθάνατα, μακάρια και δεν γνώριζαν την φθορά. Οι Επικούρειο Θεοί ζούσαν σε ένα περιβάλλον αταραξίας  και ήταν ανεπηρέαστοι από προσευχές και δεν είχαν ανάγκη από ανθρώπινες δωροδοκίες (θυσίες). Μία εικόνα Θεών εντελώς ξένη προς εκείνη του Ομήρου.

          Ο Διογένης Οινοανδέας προτείνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι θα πρέπει να πλάθουν τους Θεούς τους;

      “Θα πρέπει να πλάθουμε τα αγάλματα των θεών πρόσχαρα, χαμογελαστά, για να τους ανταποδίδουμε το χαμόγελο αντίο να τους φοβούμαστε” («Η Μεγάλη Επιγραφή 19,2).

            Την απαλλαγή-απελευθέρωση του ανθρώπου από το φόβο του Θεού ο Επίκουρος τη θεμελίωσε πάνω στη θεωρία του για τη δομή και τη σύσταση του Σύμπαντος. Οι επιδράσεις των Ιώνων Φιλοσόφων σε αυτήν  είναι εμφανείς και καίριες (υλιστική θεώρηση του κόσμου), όπως φυσικά και κύρια του Δημόκριτου.

          Για να ξεπεράσει κάποιες αδυναμίες της θεωρίας περί ατόμων του Δημόκριτου πρόβαλε τη θεωρία της «παρέγκλισης» πάνω στην οποία δομήθηκε η «αρχή της απροσδιοριστίας» του Χάϊζενμπεργκ ενάντια στην τυφλή αναγκαιότητα του παραδοσιακού φυσικού ντετερμινισμού.

           Με αυτά τα δεδομένα και με την παραδοχή πως τόσο οι Θεοί όσο και οι άνθρωποι (πάντα κατά τον Επίκουρο) αποτελούν ένα υποσύνολο του Συμπαντικού κόσμου ο Φιλόσοφος του Ηδονισμού κήρυξε την απαλλαγή του ανθρώπου από το φόβο του Θεού και του Θανάτου (Τετραφάρμακος):

         “Άφοβον ο Θεός / Ανύποπτον ο Θανατος / Και τ΄ αγαθόν μεν εύκτητον / το δε δεινόν ευεκκαρτέρητον” (Δεν μάς φοβίζει ο θεός / Δεν μας ανησυχεί ο Θάνατος / Εύκολα αποκτιέται το Καλό / Και το κακό εύκολα υποφέρεται).

       Γενικότερα στο Ηθικό σύστημα των Επικούρειων δεν υπάρχουν εκείνες οι άκαμπτες θεϊκές εντολές που ήταν χαραγμένες σε λίθινες πλάκες. Ο Επικουρισμός είναι ένα σύστημα πρακτικών συμβουλών που στοχεύουν στην κατάκτηση και βίωση της Ευδαιμονίας.

       Ωστόσο εκείνο το στοιχείο της Επικούρειας φιλοσοφίας που την διαφοροποιεί απόλυτα από την Ηθική και τα κηρύγματα του Χριστιανισμού είναι οι θέσεις της περί Ηδονής, όπως διαφαίνεται και από τα εισαγωγικά αποσπάσματα (α, β).

         Για τον Επίκουρο και τη σχολή του ο απώτατος σκοπός (τέλος) της ανθρώπινης ζωής είναι η Αταραξία της Ψυχής που αποτελεί τον αναγκαίο όρο για την πραγμάτωση της Ευδαιμονίας.

        Αναγκαία, όμως, προϋπόθεση για την επίτευξη όλων των παραπάνω είναι η εμπειρία της Ηδονής. Σύμφωνα με το Ηδονιστικό Ιδεώδες του Επίκουρου  ο άνθρωπος από τη φύση του στοχεύει στην απόλαυση της Ηδονής και στην αποφυγή του Πόνου.

        Η παρουσία-βίωση, δηλαδή, της Ηδονής με την ταυτόχρονη απουσία-εξάλειψη του Πόνου συνιστούν το αναγκαίο πλαίσιο για την ευδοκίμηση της Ευδαιμονίας που θεωρείται από πολλούς φιλοσόφους (Αριστοτέλης…) αυταπόδεικτο στόχο κάθε ανθρώπου.

           Σχετικά με το παραπάνω πλαίσιο μιας ζωής με ευδαιμονία γράφει ο Κικέρων στο έργο του «De Finibus” («περί των τελικών σκοπών»,I.XII) παρουσιάζοντας τον Λούκιο Τορκουάτο, έναν νεαρό Επικούρειο:

         “Αν, λοιπόν, μια ζωή γεμάτη πόνο είναι ό,τι πιο αποφευκταίο, έπεται πως το να ζεις μες στον πόνο είναι το χειρότερο κακό. Αυτή η θέση υποδηλώνει ότι μια ζωή ηδονική είναι το υπέρτατο αγαθό…Αφού είναι έτσι τα πράγματα, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα πως οι πράξεις είναι ορθές και αξιέπαινες μόνο στο βαθμό που χρησιμεύουν ως μέσον για την επίτευξη μιας ηδονικής ζωής… Θα πρέπει, επομένως, να παραδεχτούμε πως υπέρτατο αγαθό είναι η ευτυχισμένη ζωή”.

          Το «Ευ Ζην» για τον Επίκουρο ήταν ταυτόσημο με το «Ηδέως Ζην» με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη θέση και το ρόλο της Ηδονής στην πραγμάτωσή του. Σχετικά σε ένα άλλο σημείο με τόνο εξομολογητικό ο Επίκουρος επισημαίνει στην προσπάθειά του να ορίσει την έννοια του Αγαθού:

        “Δεν ξέρω πως θα μπορούσα να ορίσω-εννοήσω το αγαθό, αν αφαιρέσω τις ηδονές της γνώσης και τις ηδονές της σάρκας, της ακοής και της ωραίας μορφής”.

           Βέβαια, κανείς δεν πρέπει να νομίσει πως οι θέσεις του Επίκουρου περί Ηδονής τότε και τώρα) δεν προκάλεσαν αντιδράσεις, δεν πυροδότησαν τον χλευασμό και δεν γνώρισαν την απόρριψη. Αντίθετα πολλοί, και μόνον με το άκουσμα της  λέξης Ηδονή αγανακτούν και οργίζονται στο βαθμό που αυτή, μία “ευτελής έννοια” γι αυτούς, συνιστά το θεμέλιο μιας φιλοσοφικής σχολής (Κήπος του Επίκουρου).

          Πώς μπορεί, δηλαδή, η κόρη του Έρωτα και της Ψυχής, η Θεά Ηδονή, να αποτελεί μία κοσμοποιό δύναμη που καθορίζει σε απόλυτο βαθμό την ζωή και την ηθική των ανθρώπων;

         Γνωρίζοντας ο Επίκουρος όλες τις αντιδράσεις και τις επιφυλάξεις πολλών να αποδεχτούν την Ηδονή ως ρυθμιστικό παράγοντα του ανθρώπινου βίου και ως αναγκαία συνθήκη για την πραγμάτωση της Ευδαιμονίας όρισε με σαφήνεια το περιεχόμενό της;

         “Όταν υποστηρίζω ότι σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοώ τις ηδονές των ασώτων και των αισθησιακών απολαύσεων, όπως νομίζουν κάποιοι-από άγνοια κι επειδή διαφωνούν μαζί μου ή παίρνουν στραβά τα λόγια μου- αλλά εννοώ το να μην υποφέρει κανείς σωματικούς πόνους και να μην είναι η ψυχή του ταραγμένη” (Επιστολή προς Μενοικέα).

        Η παραπάνω θέση του Επίκουρου αποτελεί μία απάντηση σε όσους έσπευσαν ή σπεύδουν να χαρακτηρίσουν τους Επικούρειους ως άκρατους και άκριτους «Ηδονιστές» χωρίς μέτρο και εγκράτεια και κυρίως χωρίς την αναγκαία λογική αξιολόγηση των επιθυμιών και των Ηδονών.

     “Είναι αδύνατο να ζήσεις ηδονικά χωρίς Φρόνηση, ομορφιά και δικαιοσύνη. Κι είναι αδύνατο να έχει η ζωή σου ομορφιά, δικαιοσύνη και φρόνηση, αν δεν έχει και ευχαρίστηση. Όποιος δεν τα διαθέτει αυτά, δεν μπορεί να ζει ευτυχισμένα” (Επίκουρος «Κύρια Δόξα»).

           Προς το σκοπό αυτό ο Επίκουρος κατέφυγε σε μία κατηγοριοποίηση των επιθυμιών με στόχο την σωστή αξιολόγησή τους που θα επιφέρει εκείνη την ικανοποίηση-ηδονή που είναι η βάση του τελικού στόχου, της Ευδαιμονίας. Οι επιθυμίες, λοιπόν, διακρίνονται σε:

        α. Φυσικές και Αναγκαίες (διατροφή, στέγη, υγεία, ασφάλεια…) β. Φυσικές αλλά μη Αναγκαίες (αθλήματα, ταξίδια, ωραία φαγητά, τέχνες…), γ. Μη Φυσικές και μη Αναγκαίες (Φήμη, εξουσία, πλούτος…).

       Με βάση την παραπάνω κατάταξη των επιθυμιών γνωστή είναι η συμβουλή-προτροπή του Επίκουρου:

      “Αν θέλεις να κάνεις πλούσιο τον Πυθοκλή μην του δίνεις περισσότερα λεφτά, αλλά μείωσε τις επιθυμίες του….Αν θέλεις να κυβερνάς τη ζωή σου σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, μάθε πως πραγματικός πλούτος σημαίνει το να αρκούμαστε στα λίγα. Το λίγο ποτέ δεν λείπει” (Λουκρήτιος, «Περί Φύσεως των πραγμάτων»,V 1117-1134).

           Μία άλλη χρήσιμη κατηγοριοποίηση των Ηδονών είναι και η παρακάτω στο βαθμό που ορίζει τα αναγκαία πλαίσια μέσα στα οποία είναι θεμιτή και θεραπευτική η ικανοποίησή τους (η αταραξία της Ψυχής μας). Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την κατάταξη οι Ηδονές διακρίνονται σε «Καταστηματικές» και σε «Κινητικές».

        Οι πρώτες είναι ανώτερες από τις δεύτερες, όπως εξηγεί το παρακάτω παράδειγμα. Η ικανοποίηση της πείνας (κινη τική ηδονή) οδηγεί σε μία κατάσταση ηρεμίας, όταν ο άνθρωπος έχει χορτάσει (καταστηματική ηδονή). Αν όμως ο άνθρωπος παρασυρθεί και φάει πλέον του αναγκαίου φαγητού (κινητική ηδονή), τότε θα προκληθούν προβλήματα στο στομάχι και θα ανατραπεί η ισορροπία-ηρεμία (μη καταστηματική ηδονή).

            Ο Επίκουρος, για να επιστρέψουμε στην αρχική αφετηρία μας, δεν ήταν συνήγορος και υπέρμαχος ούτε του ασκητισμού (όπως κάποιοι Πλατωνιστές ή και Χριστιανοί), αλλά ούτε και θιασώτης της «χωρίς όρους και όρια» ικανοποίησης κάθε επιθυμίας και ηδονής. Εξάλλου πολλούς αιώνες αργότερα ο ΦρόΪντ μίλησε για την «Αρχή της Ηδονής» και την «Αρχή της Πραγματικότητας».

           Μία καταγραφή των ευχών του Απόδειπνου θα ήταν αρκετή για να καταδείξει τη διαφορά αντίληψης και θέσης του Επίκουρου με τον Χριστιανισμό στο θέμα της Ηδονής και των Επιθυμιών-Ορμών της σάρκας.

    «Παύσον τας ορμάς των παθών, σβέσον τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού, τα καθ΄ ημών δολίως κινούμενα. Τα της σαρκός ημών επαναστάσεις κατάστειλον, και παν γαιώδες και υλικόν ημών φρόνημα κοίμησον…».

           Ο συντάκτης του Απόδειπνου, που εκφράζει και τη γενικότερη βιοθεωρία του Χριστιανισμού, υποβιβάζει και απαξιώνει το “γεώδες και υλικόν” στοιχείο του ανθρώπου. Κι αυτό γιατί το θεωρεί ως την πηγή κάθε αμαρτίας. Το στοιχείο, δηλαδή, αυτό εμποδίζει την προσπάθεια του ανθρώπου για ψυχική ισορροπία και πνευματική ανάταση.

       Φυσικά στις ευχές του Απόδειπνου κυρίαρχη θέση κατέχει και η ενοχοποποίηση των σαρκικών απολαύσεων-Ηδονών («Τας της σαρκός επαναστάσεις»).Εξάλλου ολόκληρο το Ηθικό οικοδόμημα του Χριστιανισμού είναι θεμελιωμένο στον αυστηρό περιορισμό έως στον απόλυτο αποκλεισμό των σαρκικών ηδονών.

           Ο  Χριστιανισμός, δηλαδή, αρνείται να αποδεχτεί την υλική υπόσταση του ανθρώπου με όλα τα παράγωγά της (σαρκική ηδονή…) ή την υποβιβάζει στο βαθμό που τη θεωρεί ανασταλτικό παράγοντα για τη θέωση του ανθρώπου και τη μέθεξή του με ανώτερα στοιχεία.

         Σε κάποιο άλλο εκκλησιαστικό κείμενο η σχέση Ηδονής και Οδύνης είναι εμφανέστατη:

        “Εντεύθεν, διά την επεισελθούσαν τη φύσει παρά λόγον ηδονήν η κατά  λόγον αντεισήλθε οδύνη” (Μάξιμος Ομολογητής προς Θαλάσσιον ).

         Ως αντιστάθμισμα στις οχλήσεις της σάρκας ο συντάκτης του Απόδειπνου εύχεται τη συνδρομή της λογικής. Κι αυτό γιατί πιστεύει πως ο «αδύναμος», λόγω των σαρκικών επιθυμιών,  άνθρωπος μόνον με την συνδρομή του Νου θα μπορέσει να αντισταθεί στο «γεώδες και υλικόν φρόνημα»

       “Και δώρησον ημίν, ο Θεός, γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν…” (Δώρισέ μας, θεέ μας, άγρυπνο νου, καθαρό λογισμό, καρδιά προσεκτική…” .

        Στην αξία και το ρόλο της λογικής στην κατάκτηση της Ευτυχίας-Ευδαιμονίας  ίσως να είναι το μοναδικό σημείο στο οποίο συγκλίνουν ο Επίκουρος και ο Χριστιανισμός. Σχετικά με το ρόλο της λογικής επισημαίνει ο Επίκουρος:

         "Τον ευχάριστο βίο τον γεννά ο νηφάλιος λογισμός , που ερευνά τις αιτίες κάθε επιλογής και αποφυγής και διώχνει τις δοξασίες, εξ΄ αιτίας των οποίων μεγάλη ταραχή καταλαμβάνει τις ψυχές. Αρχή και μέγιστο αγαθό όλων αυτών είναι η φρόνηση και γι΄ αυτό πολυτιμότερη από την φιλοσοφία είναι η φρόνηση, από την οποία γεννιούνται και όλες οι άλλες αρετές, και αυτή είναι που διδάσκει ότι δεν μπορούμε να ζούμε ευχάριστα εάν δεν ζούμε φρόνιμα και ωραία και με δικαιοσύνη, ούτε μπορούμε να ζούμε φρόνιμα και ωραία και με δικαιοσύνη εάν δεν ζούμε ευχάριστα, εφ΄ όσον οι αρετές γεννιούνται μαζί με την ευχάριστη ζωή, και η ευχάριστη ζωή είναι αχώριστη από αυτές". ("..τὸν ἡδὺν γεννᾷ βίον, ἀλλὰ νήφων λογισμὸς καὶ τὰς αἰτίας ἐξερευνῶν πάσης αἱρέσεως καὶ φυγῆς καὶ τὰς δόξας ἐξελαύνων ἐξ ὧν πλεῖστος τὰς ψυχὰς καταλαμβάνει θόρυβος. τούτων δὲ πάντων ἀρχὴ καὶ τὸ μέγιστον ἀγαθὸν φρόνησις· διὸ καὶ φιλοσοφίας τιμιώτερον ὑπάρχει φρόνησις, ἐξ ἧς αἱ λοιπαὶ πᾶσαι πεφύκασιν ἀρεταί, διδάσκουσα ὡς οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως, <οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως> ἄνευ τοῦ ἡδέως").

        Παρακολουθώντας και μελετώντας τις διαφορές μεταξύ του Χριστιανισμού και της Επικούρειας φιλοσοφίας στο θέμα της Ηδονής εύκολα διαπιστώνουμε πως αυτή η διαφορά έχει ως σημείο εκκίνησης την διαφορετική αντίληψη για την μετά θάνατον ζωή.

           Ο Χριστιανισμός στηρίζει όλο του το Ηθικό σύστημα στην μετά Θάνατον ζωή του ανθρώπου με την ελπίδα-βεβαιότητα της (;) ανάστασης (“Προδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνιαν”).

           Αντίθετα η Επικούρεια φιλοσοφία προσβλέπει μόνον στην επίγεια ζωή και στην «υποχρέωση» του ανθρώπου να τη ζήσει μέσα σε ένα πλαίσιο αταραξίας και χαράς που εξασφαλίζει η λελογισμένη χρήση των «καταστηματικών» Ηδονών:

        “Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, ενώ είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα. Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γιʼ αργότερα. Κι η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, κι ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες” ( Επίκουρος, «Κύρια Δόξα 2», “Γεγόναμεν άπαξ, δις δε ουκ έστι γενέσθαι…” ).

         Η φιλοσοφία του Επίκουρου και οι θέσεις του περί Ηδονής χλευάστηκαν ή και θεωρήθηκαν επικίνδυνες ή και πολύ απλοϊκές για μια πρόταση ζωής με βάθος και νόημα. Ωστόσο εκφράζουν την καθημερινή εμπειρία μας και μάς διδάσκουν τι  πρέπει να αποφεύγουμε (τον πόνο) και τι πρέπει να επιδιώκουμε (ηδονή).

      Ο Επίκουρος ήταν Εμπειριστής και απεχθανόταν τις θεωρητικές συζητήσεις και κατηγορήθηκε πολύ στην εποχή του γι αυτό. Θεωρούσε πως η γνώση του κόσμου μας πηγάζει αποκλειστικά και μόνον από τις αισθήσεις. Τα αισθητηριακά δεδομένα αποτελούν για τον Επίκουρο το κριτήριο με το οποίο μπορεί ο καθένας να αποφανθεί αν κάτι υπάρχει ή δεν υπάρχει.

        “Αν αντιμάχεσαι όλες τις αισθήσεις σου, δεν θα έχεις πλέον τίποτα με βάση το οποίο να κρίνεις ακόμη κι εκείνες τις αισθήσεις που ισχυρίζεσαι πως μας εξαπατούν” (Επίκουρος)

          Η δικαίωση ήρθε από τον Φρόϊντ όταν στη θεωρία του για την «Αρχή της Ηδονής» προσδιόρισε ως κέντρο του ψυχικού οργάνου που διέπεται από την αρχή αυτή το Εκείνο (ID) στο οποίο βρίσκονται όλα τα ένστικτα.

          Την υποκρισία του σύγχρονου κόσμου και τη δυσπιστία του απέναντι στην Επικούρεια φιλοσοφία και ιδιαίτερα απέναντι στην κυρίαρχο ρόλο της Ηδονής σε αυτήν σημειώνει και σχολιάζει ο Μάριος Βερέττας στο βιβλίο του «Εμείς οι Επικούρειοι»:

        “Κι αν κάποιοι ενοχλούνται από τη λέξη “Ηδονή” και τρέχει ο νους τους στην ερωτική Ηδονή την οποία  καταστιγματίζουν οι κυρίαρχες δυστυχώς σήμερα μονοθεϊστικές θρησκείες (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ), θα τους παρατηρήσουμε ότι ενώ ο σύγχρονος επίσημος κόσμος της σοβαρότητας, της θρησκοληψίας και της υποκρισίας, εξακολουθεί να θεωρεί χυδαία την ερωτική ηδονή, εντούτοις ο ίδιος αυτός τιμά, εκτιμά και πληρώνει πανάκριβα την κατασκευή και τη συσσώρευση συμβατικών και πυρηνικών εξοπλισμών, θεωρώντας τους ως αναγκαίο κακό».

      Προς επίρρωση των παραπάνω διαπιστώσεων ενδεικτικές είναι οι πρόσφατες εικόνες πολιτών μιας χώρας που πανηγύριζαν για την ρίψη πολλών πυραύλων εναντίον μιας άλλης, εχθρικής χώρας. Την ίδια στιγμή, όμως, οι ίδιοι αυτοί πολίτες είναι έτοιμοι να καταδικάσουν σκληρά ένα φιλί δύο νεαρών σε δημόσιο χώρο.

       Ας σκεφτούμε για λίγο τι μπορεί να προκύψει από ένα τρυφερό αγκάλιασμα ή φιλί-έστω σε δημόσιο χώρο- και τι από την ρίψη 300 πυραύλων

           Σε εποχές που πληγώνουν τον άνθρωπο και απολυτοποιούν την αξία των αντικειμένων είναι σημαντικό να ξαναδούμε τον άνθρωπο στις πραγματικές του διαστάσεις. Να εντρυφήσουμε στα βασικά βάθρα του Επικούρειου Ηδονισμού που δεν είναι άλλα από τα: Το «Φυσικόν», το «Αναγκαίον» και το «Καταστηματικόν». Κι αυτό γιατί τα τρία αυτά στοιχεία-πυλώνες διακονούν την προσπάθεια του διαχρονικού ανθρώπου για «Απονία» και «Αταραξία».

          Ο Επίκουρος δεν κήρυξε ούτε την άκριτη υποταγή στις σειρήνες των σαρκικών Ηδονών (συνταγή ασωτείας), ούτε προπαγάνδισε τον άγονο ασκητισμό και τον Ησυχαστικό Ηδονισμό («Λάθε Βιώσας»).

           Σε όσους δυσπιστούν στο κάλεσμα του Επίκουρου ας ακούσουμε τις εξομολογητικές του διαβεβαιώσεις:

      “Είναι λογικό να δυσπιστείτε στην έννοια της Ηδονής καθεαυτήν. Λοιπόν, θα ηχήσει περίεργα στα αυτιά σας, αλλά δηλώνω ότι αν μπορείτε να εισηγηθείτε άλλους τρόπους, άλλα μέσα για την επίτευξη σωματικής ευεξίας και ψυχικής ηρεμίας εκτός από την Ηδονή, όπως την ορίζω εγώ, τότε είμαι έτοιμος να απαρνηθώ τον ηδονισμό μου. Για μένα δεν τίθεται ζήτημα ηδονής χάριν της Ηδονής. Αν δεν εξασφαλίζουν τον βίο της «απονίας» και της «αταραξίας», μού είναι καθεαυτές αδιάφορες και η αστρονομία, και οι επιστήμες γενικότερα, και αυτό που ονομάζουμε δικαιοσύνη και αυτό που θεωρούμε

            Χρήσιμη, επίσης, θεωρείται και η υπενθύμιση του Επίκουρου για την αξία που έχει η γνώση των φυσικών νόμων στην πραγμάτωση της Ευδαιμονίας με την επικουρία των Ηδονών:

      “Δεν μπορεί κανείς να απαλλαγεί από τους φόβους για τα πιο σημαντικά πράγματα, αν δεν γνωρίζει ποια είναι η φύση του σύμπαντος και δίνει βάση στους μύθους που λέγονται γι αυτό. Συνεπώς, δεν μπορεί κανείς να απολαμβάνει ακέραιες τις Ηδονές της ζωής, χωρίς την φυσική επιστήμη” («Κύρια Δόξα,12».   

          Όσοι ακόμη αμφισβητούν την Επικούρεια φιλοσοφία ας έχουν κατά νου όχι μόνον τη θέση του Νίτσε για τον Επίκουρο «Η σοφία δεν προχώρησε ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του», αλλά και μία διαχρονική συμβουλή του για την υπέρβαση του φόβου του θανάτου που μάς εμποδίζει να χαρούμε τις χαρές της ζωής.

         «Ο Θάνατος είναι για εμάς ένα τίποτα, γιατί αυτό που έχει διαλυθεί, δεν αισθάνεται, Κι αυτό που δεν αισθάνεται, δεν μάς αφορά» (Ο θάνατος ουδέν προς ημάς. Το γαρ διαλυθέν αναισθητεί, το δ΄ αναισθητούν ουδέν προς ημάς».

                             Γι αυτό «Το Ήδιστον Αιρείσθε»

Δεν υπάρχουν σχόλια: