Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"Στης σκέψης τα γυρίσματα μ’ έκανε να σταθώ
ιδέα περιπλάνησης σε όμορφο βουνό.
Έτσι μια μέρα το ’φερε κι εμέ να γυροφέρει
τ’ άτι το γοργοκίνητο στου Γοργογυριού τα μέρη !!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε,
καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!
-Aναζητείστε το"Ποίημα για το Γοργογύρι " στο τέλος της σελίδας.

6.3.16

ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ ΕΝΑΣ ΜΥΘΟΣ Ο Ψηλορείτης του Ελληνικού θεάτρου με την Ολύμπια φωνή - Αφιέρωμα σε ένα σύμβολο της τέχνης

Mάνος Κατράκης: Ο Ψηλορείτης του Ελληνικού θεάτρου με την Ολύμπια φωνή - Αφιέρωμα σε ένα σύμβολο της τέχνης

Το ιερό τέρας του ελληνικού θεάτρου και πανιού έβαλε σκοπό με το ψηλορείτικο ανάστημά του την ολύμπια φωνή του να μετατραπεί σε σύμβολο αγωνιστή και μαχόμενου πολιτικά καλλιτέχνη, αφήνοντας μια εξέχουσα πνευματική, καλλιτεχνική και πολιτική παρακαταθήκη που δύσκολα θα βρει όμοιό της.
Με περισσότερα από 50 χρόνια προσφοράς στο θέατρο, με στόχους υψηλούς, ερμηνείες συγκλονιστικές, βραβεία και επαίνους, ο Μάνος Κατράκης τίμησε το επάγγελμα και ποίησε πράγματι ήθος, τόσο με τους εμβληματικούς ρόλους του όσο και με το ίδιο το παράδειγμα της ζωής του.
«Διάλεξα να είμαι κομμουνιστής», θα αποκαλύψει ήδη από πολύ νωρίς στην καριέρα του, θεωρώντας πρωτίστως την τέχνη ως κοινωνικό λειτούργημα παρά ανάγκη έκφρασης: «Η έντιμη και σωστή θεώρηση της τέχνης», θα πει το 1981, «οδηγούν τον καλλιτέχνη στο σωστό δρόμο. Έτσι το έργο του γίνεται δεκτό από όλο τον κόσμο, ανεξάρτητα από πολιτικές ή όποιες άλλες διαφορές».
Τις αριστερές του πεποιθήσεις θα τις πλήρωνε βέβαια ακριβά αναφέρει το newsbeast.gr, αν και για τον ίδιο αυτό δεν θα ήταν παρά μια ζοφερή μεν, μικρή δε υποσημείωση της πλούσιας ζωής του. Στα δύσκολα χρόνια της γερμανικής Κατοχής αλλά και στα τραγικά χρόνια του Εμφυλίου, ο Κατράκης θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή της Αντίστασης. Για τις ιδέες του θα απολυθεί από το Εθνικό Θέατρο, θα συλληφθεί και όταν θα αρνηθεί να υπογράψει τη δήλωση της ντροπής των πολιτικών φρονημάτων, θα εξοριστεί στην Ικαρία, τη Μακρόνησο και τον Άι-Στράτη μέχρι και το 1952.
Το αγροτόπαιδο από την Κρήτη που έκανε όλη τη θεατρική Αθήνα να υποκλιθεί στα υποκριτικά του χαρίσματα ήδη από τα πρώτα βήματά του στο σανίδι το 1928 ήταν ένας φλογερός αγωνιστής που υπέμεινε με σθένος και απαράμιλλη γενναιότητα τους ξυλοδαρμούς και τα βασανιστήρια, γράφοντας με την προσωπική του διαδρομή συλλογική Ιστορία. Αυτός, ο μέγιστος των ελλήνων ηθοποιών, ο ταγμένος καλλιτέχνης και μαχόμενος πολιτικά άνθρωπος, θα κάνει τον συναγωνιστή του Γιάννη Ρίτσο να πει: «Στο μπόι σου παίρνει μέτρο η ανθρωπιά και η τέχνη».
Ο Κατράκης στρατεύτηκε στην υπηρεσία του λαϊκού κινήματος και της εργατικής τάξης ξέροντας ότι η καριέρα του, που μόλις αχνοχάραζε, θα γκρεμιζόταν από τη φαυλότητα της εποχής. Κι όμως, παραήταν «πολύς» για να τον κάμψουν οι πολιτικές μικρότητες και οι φρικαλεότητες των λογής καθεστώτων, ιδρύοντας κάποια στιγμή το Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης, έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην καλλιτεχνική και αγωνιστική του πορεία.
«Ένας άνθρωπος που στρατεύεται, μένει στρατευμένος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του», ισχυριζόταν ο πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης που δεν άφησε ωστόσο τα πολιτικά να εμπλακούν στην καρδιά της τέχνης του, μια τέχνη τρυφερή και ειλικρινής που θα τον φέρει το 1961 να κλέψει το βραβείο του καλύτερου ηθοποιού στο 5ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Φρανσίσκο από τον Λόρενς Ολιβιέ και τον Μπαρτ Λάνκαστερ!
Το αρχέτυπο του Οιδίποδα, του Προμηθέα Δεσμώτη, του Καπετάν Μιχάλη, του Δον Κιχώτη, του Βασιλιά Λιρ και του Οθέλλου ξεπεράστηκε μόνο από την αγάπη του και τον μόχθο για την ίδια τη ζωή και τους αγώνες της, τους οποίους περιέβαλλε με τη σεμνότητα και την αταλάντευτη πολιτική του στάση.
Πρώτα χρόνια
Ο Μάνος Κατράκης γεννιέται στις 14 Αυγούστου 1908 στο Καστέλι Κισσάμου των Χανίων της Κρήτης ως το μικρότερο από τα πέντε παιδιά ενός τοπικού εμπόρου. Οι δουλειές ωστόσο μόνο καλά δεν πήγαιναν και δέκα χρόνια αργότερα η οικογένεια θα ψάξει την τύχη της στην Αθήνα, μετακομίζοντας στην πρωτεύουσα το 1919.
Ο μικρός Μάνος είχε ήδη κολλήσει βέβαια το μικρόβιο της υποκριτικής και έπαιζε σε σχολικές παραστάσεις, όταν δεν όργωνε φυσικά τα ποδοσφαιρικά γήπεδα, καθώς ο έρωτάς του για τη στρογγυλή θεά ήταν κι αυτός κεραυνοβόλος. Κι έτσι θα παίξει βασικός στον Κεραυνό και αργότερα στον Αθηναϊκό, αν και τελικά θα τον κέρδιζε το θέατρο. Το ντεμπούτο του σε θεατρική σκηνή θα συμβεί μάλιστα πριν καν κλείσει τα 18 χρόνια της ζωής του, με τον θίασο «Οι Νέοι». Η υποκριτική του δεινότητα ενθουσίασε τον σκηνοθέτη Κώστα Λελούδα κι έτσι έναν μόλις χρόνο αργότερα, το 1928, θα κάνει και το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στη βουβή ταινία «Το λάβαρο του '21».
Ο νεαρότατος Κατράκης μάγεψε την αθηναϊκή θεατρική κοινότητα και αμέσως θα ενταχθεί στον περίφημο Θίασο της Ελευθέρας Σκηνής της Μαρίκας Κοτοπούλη και του Μυράτ, όντας πια μόνιμο μέλος του. Το 1930 θα μετακινηθεί στο Λαϊκό Θέατρο και ήδη από το 1932 θα βρει τη νέα θεατρική του στέγη στο νεότευκτο Εθνικό Θέατρο (Βασιλικό Θέατρο τότε), όπου θα αφήσει ήδη παρακαταθήκη συγκλονιστικές ερμηνείες, όπως μας πληροφορούν οι κριτικοί θεάτρου της εποχής για τη σκηνική παρουσία του νεαρού Μάνου.
Μέχρι το ξέσπασμα του ελληνο-ιταλικού πολέμου, ο Κατράκης είχε ανέβει γρήγορα τα σκαλιά της θεατρικής ιεραρχίας και πλέον ήταν ένας καθιερωμένος ηθοποιός παρά το νεαρότατο της ηλικίας του. Η δεκαετία του 1930 του ανήκε καθοριστικά, καθώς καταξιώθηκε υποκριτικά, συνδέθηκε με αληθινή φιλία με πολλές προβεβλημένες προσωπικότητες του τόπου και έκανε και τον πρώτο του (σύντομο) γάμο με την ηθοποιό Άννα Λώρη. Ταυτοχρόνως, εκδήλωσε τα αριστερά του αισθήματα, αυτά που θα του έφερναν ευθύς αμέσως τόσες σκοτεινές περιπέτειες.
Πόλεμος, Κατοχή και εξορία
Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, ο Μάνος Κατράκης έφυγε για το μέτωπο, αφού βεβαίως εκδιωχθεί κακήν κακώς από το Εθνικό για τα πολιτικά του φρονήματα. Ο ηθοποιός ήταν άτυπα προστάτης οικογενείας, καθώς ο έμπορος πατέρας του έλειπε στο εξωτερικό, αν και πολέμησε γενναία στο μέτωπο, όταν και έλαβε χώρα ένα σοβαρό ατύχημα καβάλα στο άλογό του που λίγο έλειψε να του στερήσει τη ζωή. Το άλογό του παραπάτησε και τον πλάκωσε, μένοντας καταπλακωμένος εκεί πολλές ώρες, μέχρι να τον εντοπίσουν περαστικοί στρατιώτες και να τον μεταφέρουν τραυματία στο Μέτσοβο.
Ο Κατράκης επιβίωσε από τις πολεμικές περιπέτειες, αν και για πολύ καιρό θεωρούνταν αγνοούμενος και οι δικοί του τον νόμιζαν νεκρό. Η μητέρα του ξαφνιάστηκε μάλιστα όταν τον είδε, καθώς τα κακά μαντάτα για τον χαμό του είχαν φτάσει και στα δικά της αυτιά. Αν και ο πόλεμος θα ήταν η αρχή των περιπετειών της ζωής του.
Την ίδια εποχή λαμβάνει χώρα ένας δεύτερος και εξίσου σύντομος γάμος, αλλά και μια προσωπική τραγωδία, καθώς ο Κατράκης θα ζήσει να δει νεκρά τα δίδυμα παιδιά του κατά τη γέννα. Παρά ταύτα και με τις πόρτες κλειστές πια στο θέατρο για τον κομμουνιστή ηθοποιό, ο Κατράκης αναλαμβάνει πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και καλεί στις πρώτες απεργίες για τις κακές συνθήκες εργασίας και τα πενιχρά μεροκάματα, την ίδια στιγμή όμως ιδρύεται κάτω από τις δικές του πρωτοβουλίες το Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης. Ο μεγάλος μας ηθοποιός θα παραμείνει στη Θεσσαλονίκη για τα επόμενα τρία χρόνια αναλαμβάνοντας ρόλους στο νεοϊδρυθέν θέατρο και το 1946 θα επιστρέψει τελικά στο Εθνικό Θέατρο. Αν και πάλι η Ιστορία θα μπλεκόταν στα πόδια του.
Αφού εκδιωχθεί και πάλι από το Εθνικό για τα αριστερά του φρονήματα, ο Κατράκης θα ενταχθεί στο ΕΑΜ κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής και θα συμμετάσχει ενεργά στην Αντίσταση, ζώντας από πρώτο χέρι τις θηριωδίες αλλά και τις κακουχίες του βουνού. Μετά καλείται να υπογράψει τη δήλωση μετανοίας για τα πολιτικά του πιστεύω και όταν αρνείται θα εγκαινιαστεί η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής του, τα εφτά σχεδόν χρόνια που θα περάσει στα κολαστήρια της Ικαρίας, της Μακρονήσου και του Άη Στράτη, όπου θα παραμείνει έγκλειστος μέχρι και το 1952.
Ο αγωνιστής του αλβανικού μετώπου και αντάρτης στη διάρκεια της Κατοχής πήρε πρώτα τις ευλογίες της μητέρας του πριν αρνηθεί να υπογράψει το χαρτί της ντροπής. Ο διάλογος με τη μητέρα του την περίοδο των διώξεών του είναι εδώ δηλωτικός: «-Τι είναι, Μανόλη; -Θες να έρθω στο σπίτι, μάνα; Θέλεις; -Πώς θα 'ρθεις; -Ε, θα υπογράψω και θα 'ρθω. -Ίντα θα υπογράψεις; -Δήλωση. -Ίντα είναι η δήλωση; -Ότι δεν είμαι αυτό που είμαι. -Και δεν είσαι; -Είμαι. -Ε, μην υπογράψεις, κερατά. Μην υπογράψεις!». Και δεν υπέγραψε.
Η ηρωική του στάση στη Μακρόνησο θα μείνει θρυλική και ο Κατράκης θα ξεπηδήσει από τις περιπέτειες της εποχής ως ένας από τους πιο συνεπείς και ακατάβλητους αγωνιστές. Οι αλφαμίτες που τον ξυκολοπούσαν σκληρά, τον ρωτούσαν: «Θα γονατίσεις, Κατράκη;». «Βαράτε παιδιά, αυτή τη χάρη δε θα σας την κάνω», τους έλεγε αυτός. «Τι παριστάνεις, Κατράκη;».
«Τον άνθρωπο!», τους έλεγε αυτός. Όπως τα θυμόταν και ο ίδιος σε συνέντευξή του το 1984: «Μπορεί στη Μακρόνησο να με λιανίσανε στο ξύλο, αλλά όταν την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα και πήρα μια βαθιά ανάσα, ανάπνευσα ιώδιο, αέρα καθαρό, και ο αέρας ο καθαρός και το ιώδιο, πίστεψέ με, ήταν τα γιατρικά και τα φάρμακά μας την εποχή εκείνη. Το παιδί όταν γεννιέται και το βάζουνε στα μπαμπάκια γίνεται φιλάσθενο, γίνεται ασθενικό. Όταν τ' αφήνουνε στο χώμα, γίνεται θηρίο».
Η ζωή του στη Μακρόνησο θα άξιζε ενδεχομένως ξεχωριστή αναφορά, καθώς στα διαβόητα «σχολεία επανένταξης» όταν έβλεπε να δέρνουν κάναν αδύναμο, πάντα έμπαινε μπροστά για να υπερασπιστεί το άδικο λέγοντας: «ρε, δέρνετε το γεροντάκι, ελάτε να δείρετε εμένα». Ενδεικτικοί της λεβεντιάς του είναι οι στίχοι που του αφιέρωσε ο ποιητής μας Γιάννης Ρίτσος: «Σύντροφε Μάνο, Κρητικόπουλο, Ερωτόκριτέ μας, άξιε γιε της Ρωμιοσύνης / Έρωτας είσαι και ομορφιά και λεβεντιά και αγάπη / στο μπόι σου παίρνει μέτρο η ανθρωπιά και η τέχνη / μες τη φωνή σου ακέριος ο λαός βρίσκει την πιο σωστή φωνή του / μες τη φωνή σου πέντε αηδόνια, τρεις αητοί κι ένα λιοντάρι δένουν τη φιλία του κόσμου».
Κατοπινή καριέρα
Ο Κατράκης επέστρεψε στην Αθήνα μετά την απελευθέρωσή του το 1952, αν και πια όλες οι πόρτες ήταν κλειστές για τον ιδεολόγο κομμουνιστή. Ο ίδιος διοργάνωνε τώρα «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη, καθώς το μετεμφυλιακό κλίμα ήταν ιδιαιτέρως εχθρικό απέναντί του, αν και τελικά το τεράστιο ταλέντο του δεν θα τον κρατούσε μακριά από το σανίδι για καιρό. Στη σκηνή θα ξανανέβει με τον θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη και αφού περάσει από πολλές θεατρικές εταιρίες (μεταξύ των οποίων και της Κυβέλης το 1955), θα συγκροτήσει τελικά τον δικό του θίασο με την Ασπασία Παπαθανασίου, γράφοντας νέες χρυσές σελίδες στο ελληνικό θέατρο.
Το 1955 ίδρυσε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο στον υπαίθριο χώρο του Πεδίου του Άρεως, γράφοντας για άλλη μια φορά θεατρική ιστορία. Εκεί θα γνωρίσει τεράστια καλλιτεχνική επιτυχία και θα συνεχίσει μέχρι το 1967, υποστηρίζοντας πια συστηματικά το νεοελληνικό έργο και διασκευάζοντας ταυτοχρόνως ο ίδιος το καζαντζακικό έργο. Τους χειμώνες το υπαίθριο θέατρό του φιλοξενούνταν σε κλειστούς χώρες και περιόδευε εκτεταμένα τόσο στην ελληνική επαρχία όσο και στο εξωτερικό.
Το 1968 του έγινε έξωση από το Πεδίον του Άρεως, κι έτσι ο μεγάλος Κατράκης συνέχισε την πρωταγωνιστική του πορεία πότε με τον δικό του θίασο και ποτέ συνεργαζόμενος με άλλες εταιρίες.
Στο Εθνικό Θέατρο δεν θα επέστρεφε παρά το 1972, γράφοντας πια τους μεγαλύτερους καλλιτεχνικούς του θριάμβους, ως Οθέλλος, Δον Κιχώτης κ.λπ., αλλά και στην Επίδαυρο πια, αφήνοντας εποχή στον «Οιδίποδα Τύραννο» (1973) αλλά και στον «Προμηθέα Δεσμώτη» (1974).
Ο Κατράκης συνεργάστηκε με όλους τους πρωταγωνιστές της εποχής και συμμετείχε ενεργά σε μια σειρά από κορυφαίες παραστάσεις του τόπου. Η τελευταία του θεατρική εμφάνιση έγινε το 1984, αν και την ανεπανάληπτη φωνή του δεν σταμάτησε ποτέ να τη δανείζει ενσαρκώνοντας τον νεοελληνικό ποιητικό λόγο. Οι αναγνώσεις του σε κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας έμειναν κλασικές.
Αξιοζήλευτη ήταν και η κινηματογραφική του καριέρα, όπου το ιερό αυτό τέρας της ελληνικής υποκριτικής άφησε παρακαταθήκη συγκλονιστικές ερμηνείες, όπως στον «Μαρίνο Κοντάρα» (1948), στη «Συνοικία το όνειρο» (1961), στην «Ηλέκτρα» του Κακογιάννη (1962) κ.λπ.
Οι βραβεύσεις του μεγάλου αυτού θεατράνθρωπου περιλαμβάνουν το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (για τη «Συνοικία το όνειρο») αλλά και το Διεθνές Φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο, για την αξιομνημόνευτη ερμηνεία του στον ρόλο του Κρέοντα στην «Αντιγόνη» (1961) του Τζαβέλλα.
Τελευταία του συνεισφορά στο ελληνικό σινεμά ήταν στο αριστούργημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα», όπου όλος ο πλανήτης πια είχε τη δυνατότητα να απολαύσει τη συγκλονιστική του ερμηνεία, σήμα-κατατεθέν μιας σπουδαίας υποκριτικής καριέρας.
Λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της ταινίας, ο μοναδικός Μάνος Κατράκης αφήνει την τελευταία του πνοή στις 2 Σεπτεμβρίου 1984, χάνοντας τη μάχη με τον καρκίνο των πνευμόνων, καθώς το τσιγάρο δεν το έκοψε ποτέ. Δίπλα του ήταν η παντοτινή του αγάπη, η Λίντα Άλμα, με την οποία παντρεύτηκε το 1954 και τους χώρισε μόνο ο θάνατος.
Ο άξιος αυτός γιος της Ρωμιοσύνης είχε όνειρο να ξαναπαίξει τον Βασιλιά Λιρ και όταν ήρθε το ασθενοφόρο να τον πάρει για στερνή φορά, έβγαλε τη μάσκα του οξυγόνου και είπε στον Θύμιο Καρακατσάνη: «Πήρα μαζί και το έργο, τον Βασιλιά Λιρ». Το οποίο δεν θα προλάβαινε να ανεβάσει, καθώς τον έκλεψαν οι ουρανοί.
Πηγή:. . . . .
ANIXNEYTHS O EPIKOURIOS PEPOS

5.3.16

ΦΡΑΝΤΣ ΓΙΟΖΕΦ ΧΑ'Ι'ΝΤΝ Η ζωή του, η εποχή του, το έργο του

Φραντς Γιόζεφ Χάιντν
Η ζωή του, η εποχή του, το έργο του

Δύο αιώνες από το θάνατο του Γιόζεφ Χάιντν (φωτογραφία) συμπληρώνονται εφέτος. Ενας από τους σημαντικότερους συνθέτες της εποχής του, γεννήθηκε την εποχή του μπαρόκ, ενσάρκωσε τον απόλυτο κλασσικισμό ενώ βρισκόταν ακόμη εν ζωή όταν ο Μπετόβεν έγραψε την Ποιμενική Συμφωνία.

https://www.youtube.com/watch?v=EmZF3kBZQ6E

Στις 31 Μαϊου του 1809, ο Φραντς Γιόζεφ Χάιντν πέρασε στην αιωνιότητα έχοντας συμπληρώσει τα 77 του χρόνια. Πέραν του ότι επρόκειτο για μια ηλικία στην οποία σπανίως έφταναν οι άνθρωποι της εποχής του, είχε παράλληλα την τύχη ν΄αφήσει την τελευταία του πνοή ήσυχα, στη διάρκεια του ύπνου του. Οι τελευταίες, δε, ημέρες, της ζωής του, ήρθαν να καταδείξουν τον θρίαμβο της μουσικής απέναντι στη φρίκη του πολέμου: καίτοι από τα μέσα Μαϊου τα στρατεύματα του Ναπολέοντα βομβάρδιζαν ανηλεώς τα περίχωρα της Βιέννης – μεταξύ αυτών και το Gumpendorf, όπου ο συνθέτης είχε επιλέξει να περάσει τα γεράματά του- ο Βοναπάρτης, από σεβασμό στην προσωπικότητα του Χάιντν, διέταξε να τοποθετηθεί τιμητική φρουρά στο σπίτι του.
Η αλήθεια είναι ότι, τόσο η ανθρώπινη όσο και η δημιουργική διαδρομή του συνθέτη κατόρθωσαν να τύχουν καθολικής αποδοχής. Παρά την ταπεινή καταγωγή του και τις δυσκολίες των νεανικών του χρόνων, κατάφερε ν΄ανέλθει στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας , γεγονός το οποίο «μεταφράστηκε» και σε αντίστοιχη οικονομική ευμάρεια.
Αναφορικά με την εξέλιξή του ως μουσικού, η παρουσία του Χάιντν στην ευρωπαϊκή σκηνή υπήρξε αναμφίβολα καθοριστική: γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου του μπαρόκ, ενσάρκωσε τον απόλυτο κλασσικισμό ενώ βρισκόταν ακόμη εν ζωή όταν ο Μπετόβεν συνέθεσε την Ποιμενική Συμφωνία. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε κάποτε ο μουσικολόγος Τζον Γουέμπστερ « oΧάιντν διέπρεψε σε κάθε μουσική φόρμα…Συχνά αποκαλείται ο πατέρας της Συμφωνίας, τίτλο τον οποίο, ωστόσο, θα μπορούσε να υπερασπιστεί αποτελεσματικότερα και πιο δίκαια στο Κουαρτέτο Εγχόρδων. Κανένας άλλος συνθέτης δεν είναι σε θέση να συγκριθεί μαζί του σε ό,τι αφορά το συνδυασμό παραγωγικότητας, ποιότητας και ιστορικής σημασίας σ΄αυτές τις φόρμες…».
    Η αλήθεια είναι πάντως ότι, όσο πλούσιο κι εντυπωσιακό σε όγκο είναι το μουσικό του έργο- πέρα από τη Συμφωνία και το Κουαρτέτο Εγχόρδων ο Χάιντν χάρισε στην αιωνιότητα πραγματικά αριστουργήματα σ΄ό,τι αφορά τη φωνητική μουσική:τα Ορατόρια, τις Λειτουργίες αλλά και τις όπερές του οι οποίες, ακόμη, βρίσκονται στο στάδιο της επανανακάλυψης- τόσο φτωχή, αναλογικά, σε γεγονότα ήταν
η ζωή του.
Γιος αμαξοποιού, ο Χάιντν γεννήθηκε στο Ρόραου της σημερινής Αυστρίας στις 31 Μαρτίου του 1732 και από πολύ μικρός φανέρωσε την κλίση του στη μουσική. Καθώς οι γονείς του ήταν κάθε άλλο παρά αντίθετοι- χρόνια αργότερα ο συνθέτης δήλωνε πως η οικογένειά του ήταν εξαιρετικά φιλόμουσηκαι όχι σπάνια τραγουδούσαν όλοι μαζί, με τη συνδρομή των γειτόνων, ενώ δύο ακόμη από τα αδέλφια του ακολούθησαν αντίστοιχη σταδιοδρομία - σε ηλικία πέντε ετών τον έστειλαν στο σπίτι κάποιου συγγενούς στο Χάινμπουργκ προκειμένου να εκπαιδευτεί μουσικά. Τρία χρόνια αργότερα, πήγε στη Βιέννη ως μέλος της χορωδίας του Αγίου Στεφάνου. Εως ότου προσληφθεί στην Αυλή του Πρίγκηπα Πάουλ Εστερχάζιτο 1761 έκανε διάφορες δουλειές ενώ ένα χρόνο ενωρίτερα, νυμφεύθηκε τη μεγαλύτερη αδελφή μιας γυναίκας την οποία είχε ερωτευθεί στο παρελθόν. Ωστόσο, δεν επρόκειτο για ευτυχισμένο γάμο και το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά. Καθώς οι νόμοι της εποχής δεν επέτρεπαν τη λύση του, αμφότεροι οι σύζυγοι αναζήτησαν παρηγοριά στην αγκαλιά εραστών.
Την έλλειψη ευτυχίας εντός του εγγάμου βίου μαρτυρούν διάφορα τεκμήρια και επιστολές του συνθέτη. Η κυρία Χάιντν- τρία χρόνια μεγαλύτερη από το σύζυγό της- δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιδιαιτέρως ευχάριστη γυναίκα και, το χειρότερο, δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τη μουσική. «Δεκάρα δε δίνει για το αν ο άνδρας της είναι καλλιτέχνης ή μπαλωματής» σχολίαζε ο ίδιος ο Χάιντν. Σύμφωνα, δε, ορισμένους μουσικούς της Ορχήστρας του, η κυρία Χάιντν, εμφορούμενη από σαδιστική πρόθεση, διασκέδαζε με το να χρησιμοποιεί τα χειρόγραφα του συνθέτη σαν…αυτοσχέδια εργαλεία κομμωτικής ή σαν πετσέτες για τα πιατικά της!
Στην υπηρεσία των Εστερχάζι – μιας από τις πλουσιότερες και τις πλέον ισχυρές οικογένειες της Αυστριακής Αυτοκρατορίας- ο Χάιντν παρέμεινε 30 χρόνια καθώς τόσο ο Πάουλ όσο και ο διάδοχός του Νικολάους ήταν εξαιρετικά φιλόμουσοι . Οι αρμοδιότητές του ήταν πολλές: φρόντιζε για τους μουσικούς της Αυλής, διηύθηνε την ορχήστρα, διασκεύαζε και διηύθηνε παραστάσεις όπερας, συμμετείχε σε σύνολο μουσικής δωματίου και, φυσικά, συνέθετε πλήθος έργων. Σταδιακά, η φήμη του άρχιζε να εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Αυστρία, τη Γερμανία και την Ιταλία.
Ιδιαίτερη επιτυχία γνώρισε, εξάλλου, στη διάρκεια των δύο ταξιδιών του στο Λονδίνο στις περιόδους 1791-1792 και 1794-1795. Προκειμένου να καταλάβει κανείς το μέγεθος της αξίας των ταξιδιών αυτών για τους βρετανούς, χαρακτηριστική είναι η επιγραφή στη μεταθανάτια πλάκα η οποία τοποθετήθηκε στον τάφο του ιμπρεσάριου Γ.Π. Σάλομον, του ανθρώπου ο οποίος τον έπεισε να πει το ναι: «Ηταν αυτός ο οποίος έφερε τον Χάιντν στην Αγγλία».
Στο μεσοδιάστημα των επισκέψεών του στο Λονδίνο, δέχθηκε ως μαθητή τον νεαρό, τότε, Μπετόβεν αλλά η σχέση τους υπήρξε δύσκολη. Εξαιρετικά καλή υπήρξε, αντιθέτως, η σχέση του με τον – επίσης πολύ νεότερό του- Μότσαρτ με τον οποίο αλληλοεκτιμώντο βαθειά παρά το ότι είχαν σημαντικές διαφορές ως προσωπικότητες. Πηγές αναφέρουν ότι οι δυο τους έπαιζαν από κοινού καμιά φορά σε κουαρτέτα εγχόρδων. «Κανείς δεν μπορεί να κάνει τόσο καλά τόσα πολλά πράγματα μαζί όσο ο Χάιντν» υποστήριζε ο Μότσαρτ. «Μπορεί να μας ταρακουνήσει, να μας κάνει να γελάσουμε και να μας συγκινήσει ταυτοχρόνως».
Ευσεβής καθολικός, έστω κι αν τα τελευταία -επιβεβαρημένα από προβλήματα υγείας-χρόνια της ζωής του αναφέρονται περίοδοι κατάθλιψης, ο Χάιντν υπήρξε φύση χαρούμενη κι αισιόδοξη ενώ η αίσθηση του χιούμορ δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Χαρακτηριστικό ένα επεισόδιο χρονολογούμενο το 1805: επ΄ευκαιρία των επικείμενων 73ων γενεθλίων του Χάιντν, προγραμματίζονταν λαμπροί εορτασμοί τους οποίους, εντούτοις, ο συνθέτης δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει λόγω προβλημάτων υγείας. Στο πλαίσιο αυτό, κυκλοφόρησαν φήμες ότι είχε ήδη πεθάνει. Προγραμματίστηκε μάλιστα – εν είδει μνημοσύνου- η παρουσίαση του μοτσάρτειου «Ρέκβιεμ» στο Παρίσι. Μόλις ο Χάιντν το έμαθε, γέλασε και σχολίασε: «Τι καλοί άνθρωποι! Τους χρωστώ βαθειά ευγνωμοσύνη για την τιμή! Τι κρίμα που δεν έχω χρόνο να ταξιδέψω στο Παρίσι προκειμένου να διευθύνω ο ίδιος το έργο!».
Ωστόσο, δύο εβδομάδες μετά το θάνατό του το 1809, με το ίδιο εκείνο «Ρέκβιεμ» τιμήθηκε πράγματι η μνήμη του στη Βιέννη, παρουσία σύσσωμης της υψηλής κοινωνίας της εποχής. Στη διάρκεια της ζωής του, πάντως, καίτοι συνηθισμένος σε τιμές και δόξες από τους ανώτατους άρχοντες,ο Χάιντν ουδέποτε απαρνήθηκε την ταπεινή καταγωγή του. «Συγχρωτίστηκα με Αυτοκράτορες, Βασιλείς και πολλούς σπουδαίους ανθρώπους κι άκουσα πολλά κολακευτικά λόγια από αυτούς» συνήθιζε να λέει. «Παρόλ΄αυτά, ποτέ δεν αισθάνθηκα οικεία μαζί τους. Προτιμώ να είμαι κοντά σε ανθρώπους της σειράς μου…»

ΠΗΓΉ: Ισμα Μ. Τουλάτου
ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΠΕΠΟΣ

ΦΡΑΝΤΣ ΛΙΣΤ Φραντς Λιστ, ο πανέμορφος κλασικός συνθέτης που τρέλαινε τις γυναίκες.


Φραντς Λιστ, ο πανέμορφος κλασικός συνθέτης που τρέλαινε τις γυναίκες. Του πέταγαν εσώρουχα επί σκηνής και προσπαθούσαν να κόψουν μπούκλες από τα μαλλιά του! https://www.youtube.com/watch?v=KpOtuoHL45Y
https://www.youtube.com/watch?v=goeOUTRy2es

 Φραντς Λιστ Franz_Liszt_1858 Άλλο να είσαι καλός μουσικός κι άλλο να είσαι αστέρας. Ο Φραντς Λιστ είχε εκ γενετής την ικανότητα να μαγεύει το κοινό και κυρίως τις γυναίκες. Δύσκολο να είσαι παιδί – θαύμα Ο πατέρας του, Άνταμ, καταγόταν από ένα μικρό χωριό της Ουγγαρίας και ήταν ερασιτέχνης μουσικός. Όταν κατάλαβε ότι ο γιος του Φραντς ήταν μουσική ιδιοφυΐα, τον ανακήρυξε παιδί-θαύμα και εγκατέλειψε τη δουλειά του. Βέβαια ένα ουγγρικό χωριό δεν ήταν μέρος για να εκπαιδευτεί ένας βιρτουόζος κι έτσι η οικογένεια έφυγε για τη Βιέννη. Ο νεαρός Λιστ γνώρισε μάλιστα τον Μπετόβεν, που λέγεται ότι άκουσε το παιδί να παίζει και του φίλησε το μέτωπο, χρίζοντας διάδοχό του. Η ιστορία περιέχει πολλές προβληματικές λεπτομέρειες, μεταξύ των οποίων το γεγονός ότι όταν ο Λιστ βρέθηκε στη Βιέννη, ο Μπετόβεν ήταν εντελώς κουφός… Λιστομάνια Φραντς Λιστ Φραντς Λιστ Ο Λιστ εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1830 ως κοσμική φιγούρα και λαμπρός συζητητής. Ήταν κι εξαιρετικά όμορφος: ψηλός, ξανθός, με γοητευτικά γαλάζια μάτια και πλούσια μαλλιά. Για εννέα χρόνια, ο Λιστ όργωνε την Ευρώπη. Έτσι προέκυψε η «Λιστομάνια»: οι έξαλλες θαυμάστριές του τον κυνηγούσαν στο δρόμο, έκλεβαν τα μαντίλια και προσπαθούσαν να κόψουν μπούκλες από τα μαλλιά του. Οι ερμηνείες του ήταν δραματικές, συναισθηματικές κι εντυπωσιακές. Τίναζε τα μαλλιά, ατένιζε το ταβάνι, έβγαζε βαθείς αναστεναγμούς. Οι γυναίκες τρελαίνονταν και λέγεται ότι πολλές του πετούσαν τα εσώρουχά τους, ελπίζοντας ότι θα τους έριχνε έστω μία φευγαλέα ματιά. Καμιά φορά ζητούσε απ’ το κοινό να του πει θέματα για να αυτοσχεδιάσει και ο κόσμος λιποθυμούσε από έκσταση. Η ζηλιάρα κόμισσα Μια από τις κατακτήσεις του ήταν η Κόμισσα Μαρί ντ’ Αγκού, αριστοκράτισσα με εντυπωσιακό γενεαλογικό δέντρο. Για λίγο, η Μαρί βολεύτηκε με μια αρκετά απροκάλυπτη σχέση στο Παρίσι, αλλά τα φλερτ του Λιστ της προξενούσαν κρίσεις ζήλιας. Τον παρακολουθούσε βλοσυρά απ’ το Παρίσι κι άκουγε φήμες για τις ερωτικές του κατακτήσεις. Κι οι περισσότερες ήταν αλήθεια. Είχε, για παράδειγμα, δεσμό με την εταίρα Λόλα Μόντεζ, που ήταν η ερωμένη του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α’ και εξαιτίας της ξέσπασε ολόκληρη επανάσταση. Μετά από πολυετείς καβγάδες, η ταλαίπωρη σχέση με τη Μαρί έληξε το 1844. Η πριγκίπισσα και ο πιανίστας Η ρήξη με τη Μαρί ήρθε πάνω στην ώρα. Ο Λιστ είχε γνωρίσει μια άλλη γυναίκα, την πριγκίπισσα Καρολίν ζου Ζάιν-Βιτγκενστάιν. Κόρη βαθύπλουτου Πολωνού αριστοκράτη και σύζυγος ενός σχετικά φτωχού Ρώσου, επίσης αριστοκράτη. Η Κάρολιν δεν ήταν όμορφη, αλλά ήταν πανέξυπνη και εκκεντρική. Δεν ήθελε να παραμείνει η ερωμένη του συνθέτη, αλλά να γίνει η σύζυγός του. Υπήρχαν όμως δύο προβλήματα: ήταν ήδη παντρεμένη και καθολική. Μετά από χρόνια προσπαθειών, πήγε στη Ρώμη για να έχει άμεση πρόσβαση στους κληρικούς και πήρε το διαζύγιο το 1860! Μετά από 15 χρόνια στη Βαϊμάρη, ο Λιστ είχε βαρεθεί τον πνευματικό κόπο της παραγωγής ανοίκειας μουσικής για ένα κοινό που δεν την εκτιμούσε και μετά χαράς πήγε στη Ρώμη για να παντρευτεί και να βρει, έστω και προσωρινά, ένα ήσυχο λιμάνι. Αλλά τη νύχτα πριν από το γάμο εμφανίστηκαν άνθρωποι του Βατικανού που ανακοίνωσαν ότι είχε παρουσιαστεί ένα πρόβλημα στο διαζύγιο: ο γάμος ματαιώθηκε. Οι γυναίκες λιποθυμούν ακούγοντας τη μουσική του Λιστ. Χιουμοριστικό σκίτσο του 1842 Οι γυναίκες λιποθυμούν ακούγοντας τη μουσική του Λιστ. Χιουμοριστικό σκίτσο του 1842 Ο πιανίστας ιερέας Ο Λιστ έμεινε μετέωρος στη Ρώμη, μάλλον η ηρεμία τον παρηγόρησε. Αν εξαιρέσουμε τις σεξουαλικές του περιπέτειες, ήταν πιστός καθολικός και οι εκκλησιαστικές τελετές τον γαλήνευαν. Αυτό που ακολούθησε κατέπληξε τους πάντες: ο Λιστ μπήκε στις κατώτερες βαθμίδες της ιεροσύνης το 1865. Αν και δεν του επιτρεπόταν να λειτουργεί, μπορούσε να φορά εκκλησιαστικό ένδυμα κι έπαιρνε σοβαρά την αποστολή του. Αυτή που αιφνιδιάστηκε περισσότερο ήταν η κόρη του, Κόζιμα, η οποία το 1857 είχε παντρευτεί έναν από τους αγαπημένους μαθητές του Λιστ, αλλά το 1862 ήταν τρελά ερωτευμένη με τον παλιό φίλο του Λιστ, τον Βάγκνερ. Όταν ο Λιστ έμαθε για τη μοιχεία της κόρης του έγινε έξαλλος. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να χωρίσει τους εραστές κι έκανε κηρύγματα στην Κόζιμα για την ιερότητα του γάμου και το καθήκον προς τα παιδιά της. Όταν η Κόζιμα παντρεύτηκε τον Βάγκνερ το 1870, ο Λιστ αποκατέστησε τη σχέση του με την κόρη του, αλλά όχι με τον Βάγκνερ. Ο Λιστ πέθανε στις 31 Ιουλίου του 1886. Η Κόζιμα αγνόησε τη διαθήκη του που απαιτούσε να ταφεί σε μια σεμνή τελετή φορώντας ράσο μοναχού. Αντ’ αυτού, κηδεύτηκε μεγαλόπρεπα στο Μπαϊρόιτ. Πίσω στη Ρώμη, η Καρολίν εξαγριώθηκε με τον τρόπο ταφής. Στο Μπαϊρόιτ, την περιοχή όπου οργανώνεται το ετήσιο φεστιβάλ προς τιμήν του Βάγκνερ, ο Λιστ θα ήταν πάντα δεύτερο όνομα σε σχέση με τον γαμπρό του.
ΠΗΓΗ: «Η Μυστική Ζωή των Μεγάλων Μουσουργών» από τις εκδόσεις «ΑΙΩΡΑ».... 
ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ Ο ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΠΕΠΟΣ

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΣΟΠΕΝ ο κορυφαίος του ρομαντισμού. «Κύριοι, αποκαλυφθείτε! Ιδού μια νέα μεγαλοφυΐα!»

Σοπέν, ο κορυφαίος του ρομαντισμού

«Κύριοι, αποκαλυφθείτε! Ιδού μια νέα μεγαλοφυΐα!». Ηταν Δεκέμβριος του 1831 όταν με τις παραπάνω φράσεις ο νεαρός Ρόμπερτ Σούμαν υποκλινόταν στο χάρισμα του συνομηλίκου του Φρειδερίκου Σοπέν. Τρεις μήνες αργότερα, καίτοι θριαμβευτικό, το επίσημο ντεμπούτο του τελευταίου στο Παρίσι στάθηκε αιτία να συνειδητοποιήσει ότι οι μεγάλοι συναυλιακοί χώροι δεν του ταίριαζαν. Τα υπόλοιπα χρόνια της σύντομης ζωής του θα επιλέξει να εμφανίζεται κυρίως σε ιδιωτικές συναθροίσεις προς τέρψιν της οικονομικής και πνευματικής ελίτ της εποχής, και ακόμη συχνότερα στο σαλόνι του σπιτιού του, παίζοντας πιάνο για τους φίλους του: τον Λιστ, τον Μπερλιόζ, τον Μπελίνι, τον Μέντελσον , τον Ντελακρουά.

Ανεξάντλητη ευρηματικότητα https://www.youtube.com/watch?v=wygy721nzRc
Οπως έχει χαρακτηριστικά γραφεί, ως πιανίστας ο Σοπέν «κατόρθωσε να κατακτήσει τη μέγιστη δυνατή αναγνώριση με τις ελάχιστες δυνατές δημόσιες εμφανίσεις:λίγο περισσότερες από τριάντα σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του». Ως συνθέτης- ένας από τους σημαντικότερους της περιόδου του Ρομαντισμού- έχει πλέον απεκδυθεί οριστικά τη «βικτωριανή» ετικέτα του «λυρικού φυματικού καλλιτέχνη των σαλονιών» και έχει εκτιμηθεί για τον ποιητικό και ηρωικό του χαρακτήρα και για τις μεγάλες καινοτομίες τις οποίες επέφερε σε είδη όπως η σονάτα για πιάνο, η μαζούρκα, το βαλς, το νυχτερινό, η πολωνέζα, οι σπουδές, το πρελούδιο. Γραμμένες κυρίως για το πιάνο ως σολιστικό όργανο, οι συνθέσεις του είναι σαφώς απαιτητικές από τεχνικής απόψεως, ωστόσο η έμφαση δίνεται στο ύφος, στις αποχρώσεις και στο εκφραστικό τους βάθος. Ο Σοπέν γεννήθηκε την 1η Μαρτίου 1810 (κάποιο εκκλησιαστικό έγγραφο το οποίο βρέθηκε το 1892 αναφέρει ως ημερομηνία γεννήσεως την 22α Φεβρουαρίου, αλλά ο ίδιος ο συνθέτης χρησιμοποιούσε την πρώτη) στη Ζελάζοβα Βόλα, περίπου 50 χιλιόμετρα δυτικά της Βαρσοβίας, από εξόριστο γάλλο πατέρα και πολωνέζα μητέρα. Ηταν το δεύτερο παιδί της οικογένειάς του και το μοναδικό αγόρι. Καίτοι ο πατέρας του δίδασκε γαλλικά σε παιδιά της αριστοκρατίας, ήταν η πολωνική γλώσσα και κουλτούρα που κυριαρχούσε στο σπίτι του και αυτό τον επηρέασε βαθιά για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Οι γονείς του ασχολούνταν με τη μουσική: ο πατέρας του έπαιζε φλάουτο και βιολί και η μητέρα του πιάνο. Σε ό,τι αφορά μάλιστα τη δεύτερη, πηγές αναφέρουν ότι ο μικρός συγκινούνταν μέχρι δακρύων ακούγοντάς την να παίζει, ενώ σε ηλικία έξι ετών ήταν κιόλας σε θέση να αναπαράγει ό,τι άκουγε ή να φτιάχνει καινούργιες μελωδίες. Ωστόσο πρώτη του δασκάλα υπήρξε η μεγαλύτερη αδελφή του Λουντβίκα. Αναφορικά με τα παιδικά χρόνια του Σοπέν- ο οποίος γρήγορα ξεχώρισε ως παιδί-θαύμα στο πιάνο, συγκρινόμενος μάλιστα με τον Μότσαρτ στην αντίστοιχη ηλικία- οι βιογραφίες κάνουν λόγο για ένα ώριμο παιδί το οποίο εκμεταλλευόταν κάθε ερέθισμα και εμπειρία για την περαιτέρω βελτίωσή του. Ηταν πνευματώδης, διέθετε οξεία αίσθηση του χιούμορ, ταλέντο στη μιμική αλλά και στο σκίτσο. Χαρακτηριστικός ο ενθουσιασμός ενός δασκάλου του στο σχολείο αντικρίζοντας την επιτυχημένη προσωπογραφία που του είχε φτιάξει ο νεαρός μαθητής του.
Η Γεωργία Σάνδη
Σημαντική ημερομηνία στη ζωή του Σοπέν στάθηκε η 2α Νοεμβρίου 1830, όταν- έχοντας ήδη γνωρίσει επιτυχία ως πιανίστας και συνθέτης- αποφάσισε να φύγει για την Αυστρία με απώτερο προορισμό αρχικά την Ιταλία, παίρνοντας μαζί του ένα ασημένιο κουπάκι με χώμα από την αγαπημένη του Πολωνία. Το ξέσπασμα της Επανάστασης του Νοεμβρίου στη χώρα του λίγες ημέρες αργότερα και η συνακόλουθη κατάπνιξή της από τους Ρώσους τον έκαναν να συνειδητοποιήσει για άλλη μία φορά, εξ αποστάσεως, την αγάπη του για αυτήν. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1831 έφτασε στο Παρίσι μη γνωρίζοντας ακόμη αν θα εγκατασταθεί οριστικά εκεί.
Στο Παρίσι ο Σοπέν ζούσε άνετα, συνθέτοντας και παραδίδοντας μαθήματα. Το 1836, σε μια κοινωνική εκδήλωση, γνώρισε τη γυναίκα η οποία- ύστερα από κάποιες άτυχες ιστορίες με συμπατριώτισσές του- θα έπαιζε μοιραίο ρόλο στη ζωή του: τη γαλλίδα συγγραφέα και φεμινίστρια Γεωργία Σάνδη. Στην αρχή εκείνος την αντιπάθησε, εν τούτοις ως το καλοκαίρι του 1838 ο δεσμός τους ήταν κοινό μυστικό. Στη Σάνδη οφείλονται ορισμένες πολύ χρήσιμες περιγραφές του Σοπέν. Σχολιάζοντας τον φλογερό πατριωτισμό του, εκείνη τον είχε κάποτε χαρακτηρίσει «πιο Πολωνό κι από την ίδια την Πολωνία», ενώ σε ό,τι αφορά τη δημιουργική διαδικασία είχε αναφερθεί στη γέννηση της έμπνευσης και στην επίπονη επεξεργασία της- ορισμένες φορές μέσα από πραγματική ψυχική ταλαιπωρία, δάκρυα και παράπονα- με αμέτρητες αλλαγές στην αρχική σύλληψη μόνο και μόνο για να επιστρέψει, κάποια στιγμή, στο σημείο εκκίνησης.
Καθώς η- ανέκαθεν εύθραυστηυ γεία του Σοπέν χειροτέρευε, η Σάνδη μεταβαλλόταν σταδιακά από ερωμένη σε νοσοκόμα. Το 1845 η σχέση τους πέρασε μια σοβαρή κρίση η οποία επιδεινώθηκε την επόμενη χρονιά, με αποτέλεσμα το 1847 να χωρίσουν οριστικά. Για τη μεταξύ τους ιστορία έχουν κυριολεκτικά χυθεί τόνοι μελανιού. Εντυπωσιακή είναι πάντως η μαρτυρία μιας κοινής τους φίλης η οποία την έζησε από κοντά από την αρχή ως το τέλος: «Αν δεν είχε γνωρίσει τη Σάνδη, η οποία δηλητηρίασε όλη του την ύπαρξη» έγραφε «ο Σοπέν θα έφτανε ως τα βαθιά γεράματα». Τον Φεβρουάριο του 1848 εμφανίστηκε για τελευταία φορά στο Παρίσι. Ακολούθησαν κάποιες συναυλίες στο Λονδίνο και τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου επέστρεψε στη γαλλική πρωτεύουσα, όπου έζησε στερημένα το τελευταίο διάστημα της ζωής του, έχοντας στο πλευρό του τη μεγαλύτερη αδελφή του. Αφησε την τελευταία του πνοή τα ξημερώματα της 17ης Οκτωβρίου 1849, σε ηλικία 39 ετών, από φυματίωση, περιστοιχισμένος από λίγους εκλεκτούς φίλους. Αργότερα, πολλοί ήταν εκείνοι που δήλωναν ότι βρέθηκαν κοντά στον Σοπέν τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, καθώς κάτι τέτοιο θεωρούνταν τεκμήριο κύρους.
Σύμφωνα με επιθυμία του, η καρδιά του αφαιρέθηκε και μεταφέρθηκε στη Βαρσοβία, ενώ το σώμα του αναπαύθηκε στο νεκροταφείο Ρere-Lachaise του Παρισιού, όπου ο τάφος του αποτελεί έκτοτε πόλο έλξης αναρίθμητων επισκεπτών...

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΥΜΠΕΡΤ Μια μυθιστορηματική βιογραφία του συνθέτη του «Χειμωνιάτικου ταξιδιού» που μοιάζει με λανθάνον ποίημα.

Μια μυθιστορηματική βιογραφία του συνθέτη του «Χειμωνιάτικου ταξιδιού» που μοιάζει με λανθάνον ποίημα. Κλείνοντας αυτόν τον «Σούμπερτ» ο αναγνώστης θέλει να ανατρέξει στην ίδια τη μουσική. https://www.youtube.com/watch?v=iiChxN0T2kA

Ο διχασμένος Σούμπερτ

Από όλα τα ­ πολλά ­ παράσημα και τις διακρίσεις που έλαβε στη ζωή του ο Artur Schnabel, ο θρυλικός πιανίστας που μας άφησε αξεπέραστες ερμηνείες στον Μπετόβεν και στον Σούμπερτ και που ως δάσκαλος διαμόρφωσε μερικούς από τους πιο σημαντικούς πιανίστες του 20ού αιώνα, το πιο αξιοζήλευτο πρέπει να είναι εκείνο που πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατό του τού «απένειμε» ο συγγραφέας Πέτερ Χέρτλινγκ. Γράφει στο τέλος του βιβλίου του για τον Σούμπερτ: «Ευχαριστώ... πάνω από όλους τον Artur Schnabel, του οποίου η ερμηνεία της σονάτας για πιάνο σε σι ύφεση μείζονα (D 960) είναι η αφορμή αλλά και η βάση ­ με όλη τη σημασία της λέξης ­ για την επίμονη ενασχόλησή μου με τον Σούμπερτ». Ενασχόληση που βρήκε την πιο μεστή έκφρασή της σε μια μυθιστορηματική βιογραφία του συνθέτη, από τη γέννηση του οποίου γιορτάστηκαν τα 200 χρόνια το 1997. Ενα είδος που έχει εκτενέστατα ­ και συχνά με μεγάλη επιτυχία ­ αξιοποιηθεί από πολλούς συγγραφείς του μουσικού χώρου. Συνήθως πρόκειται για βιογράφους, οι οποίοι όμως επιθυμούν να αποφύγουν τους πολλαπλούς περιορισμούς μιας αυστηρά επιστημονικής εργασίας: περιορισμούς ύφους, εκφραστικών μέσων, αποκλεισμού μη αποδείξιμων υποθέσεων, σχολιασμού των υπερβατικών στοιχείων και, κυρίως, περιορισμούς της ευρύτητας του δυνάμει ενδιαφερόμενου κοινού. Ο Χέρτλινγκ ξέρει καλά τη συνταγή της μυθιστορηματικής βιογραφίας και διαθέτει τα καλύτερα υλικά, το κυριότερο εκ των οποίων είναι η ίδια η ζωή και το έργο του Σούμπερτ.
Ο Σούμπερτ πέθανε νέος. Δημιούργησε όμως τόσο πυκνά που θα ήταν λογικό να είχε ζήσει δύο μεγάλες ζωές, μάλιστα τη μία εντελώς αντίθετη από την άλλη, για να παραγάγει όλο αυτό το έργο, στο οποίο ο ψυχικός διχασμός είναι βαθύς και ολοφάνερος. Ο χαρούμενος, φωτεινός, γεμάτος δύναμη και βεβαιότητα ζωής Σούμπερτ της Πέμπτης ή της Ενατης Συμφωνίας και του κουιντέτου «Η πέστροφα» συγκρούεται διαρκώς κατά μέτωπο και ανελέητα με τον σκοτεινό, τραγικό, πεισιθάνατο Σούμπερτ της Ημιτελούς Συμφωνίας και του κουαρτέτου «Ο θάνατος και η κόρη». Είναι δύο άνθρωποι και δύο συνθέτες ολωσδιόλου διαφορετικοί, που όμως είναι και οι δύο εξίσου ικανοί να υποστηρίξουν ο καθένας τη δική του στάση ζωής με τα πιο πειστικά, απόλυτα σχεδόν μουσικά επιχειρήματα, που κανένας «αντίλογος» δεν είναι επαρκής ώστε να τα καταρρίψει. Είναι λοιπόν πολύ δύσκολο να βρεθεί ποιος βγαίνει νικητής. Σίγουρα όμως κάποιος έπρεπε να πληρώσει το κόστος αυτής της τιτάνιας εσωτερικής σύγκρουσης. Και αυτός μάλλον ήταν ο ίδιος ο Σούμπερτ.
Ετσι, στην ουσία, η ζωή του είναι γεμάτη από τα στοιχεία που συνθέτουν το τραγικό, που το Χόλιγουντ θα όφειλε από νωρίς να είχε ανακαλύψει. Ισως κάποτε το κάνει με αφορμή το βιβλίο του Χέρτλινγκ, ο οποίος την ακολουθεί βήμα βήμα, μεταδίδοντάς μας σελίδα σελίδα τις εναλλαγές των αισθημάτων, τις σχέσεις με την οικογένεια και την επιρροή τους στη διαμόρφωση του Σούμπερτ, την περιπέτεια της ανακάλυψης από τον ίδιο του μαγικού του ταλέντου, τις ιδιομορφίες της ένταξής του στο περιβάλλον. Ικανός να παράγει ψυχικές εικόνες αποστασιοποιημένες, μα ταυτόχρονα δυνατές και ειλημμένες από πολύ κοντά, χτίζει με αυτές μια κλίμακα που σχεδόν ύπουλα κρύβει τον σκοπό της, ώσπου ξαφνικά να αποκαλύψει την πλήρη δομή της την κατάλληλη στιγμή. Διαρκείς παύσεις, ανατροπές και επιστροφές στα κύρια μοτίβα αναστέλλουν τη διήγηση, όπως (τυχαία άραγε ή πρόκειται για ένα είδος άδηλης επιρροής στη γραφή;) ακριβώς συμβαίνει και με το πρώτο και το τέταρτο μέρος της συγκλονιστικής Σονάτας D 960 του Σούμπερτ. Και ανάμεσα σε αυτές ο Χέρτλινγκ εισάγει μάλλον ακανόνιστα τις δικές του εσωτερικές απορίες (είναι ενδιαφέρον ότι, ενώ γενικά επιλέγει ως άξονα της αφήγησης τη χρονική ακολουθία, χάνει την πιο ενδιαφέρουσα πυκνότητά της στους τελευταίους δέκα μήνες της ζωής του Σούμπερτ) παρεμβαίνοντας ο ίδιος στη δική του διήγηση, γράφοντας άλλοτε «εις εαυτόν» και άλλοτε σαν ξένος, τρίτος προς τον αφηγητή: ένα τέχνασμα που δίνει βάθος μα και αμεσότητα. Επιπλέον, η δομή της κύριας αφήγησης βρίσκει το ιδιότυπο alter ego της στην εξιστόρηση της πολιτικής συγκυρίας, της οποίας ο βασικός αντίκτυπος προσωποποιείται στον Σούμπερτ και στο περιβάλλον του, δίνοντας έτσι μια άλλη ακόμη διάσταση για την πληρέστερη σκιαγράφηση.
Εν τέλει, το μυθιστόρημα του Χέρτλινγκ μοιάζει περισσότερο με κάτι σαν «λανθάνον ποίημα», πράγμα καθόλου άστοχο ή παράλογο αν σκεφτεί κανείς ότι πηγή έμπνευσής του ήταν η ζωή και το έργο του μεγαλύτερου τραγουδοποιού όλων των εποχών. Δεν είναι μόνο οι «ποιητική αδεία» φιλοσοφικές εκτροπές, που ενώ έμμεσα αποδίδονται στον Σούμπερτ φανερά εκφράζουν τον συγγραφέα, ούτε οι παράξενες, πικρές προβολές στο σήμερα, όπως συμβαίνει με τον (δηλητηριώδη για την Ευρώπη του τέλους του 20ού αιώνα) σχολιασμό της ευστοχίας της πολιτικής του Μέτερνιχ. Είναι κυρίως οι ακροβασίες της γλώσσας, οι ταχύτατες, κοφτές εναλλαγές ψυχικών σχημάτων, η ιδιότυπη αφαίρεση, η διαρκής παρείσφρηση στίχων, οι ξαφνικές προσγειώσεις του μύθου στις παρατιθέμενες ιστορικές πηγές που μπλέκονται ακαθόριστα μαζί του μα και η ρομαντική πλοκή ζωής και έργων - ορόσημων όπως το «Χειμωνιάτικο ταξίδι».
Ολα αυτά είναι που φτιάχνουν ένα παράξενο και ελκυστικό βιβλίο, ο αναγνώστης του οποίου θα νιώσει ένα δυσάρεστο κι επίμονο κενό που δεν θα ξέρει «τι να το κάνει» και που δεν θα απαλλαγεί από αυτό παρά μόνο αν τελικά ανατρέξει στην ίδια τη μουσική του Σούμπερτ. Και αυτή ακριβώς είναι η δύναμη του βιβλίου.

Πηγή: TO BHMA
ANIXNEYTHΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΠΕΠΟΣ

ΠΙΟΤΡ ΙΛΙΤΣ ΤΣΑ'Ι'ΚΟΦΣΚΙ ο Ρώσος μουσουργός. Από τον ανιχνευτή Επικούρειο Πέπο.

Τα άπαντα του Τσαϊκόφσκι

Του Ηλια Μαγκλινη
https://www.youtube.com/watch?v=0rZeuI3J2gg
https://www.youtube.com/watch?v=7_WWz2DSnT8 
Πέθανε στην Αγία Πετρούπολη στις 6 Νοεμβρίου του 1893, σε ηλικία 53 ετών. Ισως όμως και να πέθανε δώδεκα ημέρες μετά, στις 18 του ίδιου μήνα. Το βέβαιο είναι ότι ένα πυκνό νέφος μυστηρίου καλύπτει την ημερομηνία (αλλά και την αιτία) θανάτου του Ρώσου μουσουργού Πιοτρ Ιλιτς Τσαϊκόφσκι. Η επίσημη εκδοχή τον θέλει να πεθαίνει από χολέρα, μία εβδομάδα μετά τη βραδιά που διηύθυνε το αριστούργημά του, τη Συμφωνία υπ' αρίθμ. 6, γνωστή ως Παθητική (βλέπε: μελαγχολική).
Ενας ευθυτενής αστός όμως όπως ο Τσαϊκόφσκι δεν είναι δυνατόν να έπαθε χολέρα, λένε οι ειδικοί. Και ο φίλος του, ο συνθέτης Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, θυμάται κηδεία «με ανοιχτό φέρετρο», κάτι που θα απαγορευόταν σε περίπτωση χολέρας. Κατ' άλλους, ο πρόωρος θάνατος του συνθέτη της Συμφωνίας Μάνφρεντ οφείλεται σε αυτοκτονία συνέπεια κάποιου ανομολόγητου «σκανδάλου στην προσωπική του ζωή». Ο χαρισματικός αυτός δημιουργός υπέφερε από βαριές κρίσεις μελαγχολίας, από φοβίες (ήταν υποχόνδριος), ενώ, όπως φημολογείται έντονα πια, σε όλη του τη ζωή προσπαθούσε να καταπιέσει τις ομοφυλοφιλικές του τάσεις. Οι μουσικολόγοι ερμηνεύουν το πραγματικά συγκλονιστικό του συμφωνικό ποίημα Francesca da Rimini ως έκφραση των δαιμόνων που τον στοίχειωναν, κυρίως του σφοδρού διχασμού του απέναντι στη σεξουαλικότητά του.
Ενας από τους αρχιμουσικούς που έχει ερμηνεύσει υποδειγματικά το συγκεκριμένο συμφωνικό έργο του Τσαϊκόφσκι είναι ο βλοσυρός, αυστηρός συμπατριώτης του Ευγένιος Μραβίνσκι. Στα άπαντα του Τσαϊκόφσκι που μόλις κυκλοφόρησαν πρόσφατα από την εταιρεία Brilliant (The Tchaikovsky Edition), ένα σετ εξήντα δίσκων ακτίνας, περιλαμβάνονται μερικές από τις πλέον ιστορικές ηχογραφήσεις έργων του, μεταξύ αυτών και η ερμηνεία του Μραβίνσκι.
Η έκδοση περιλαμβάνει όμως και μερικά ακόμα μεγάλα ονόματα: τους Ερνέστ Ανσερμέ, Γκενάντι Ροτζεστβένσκι, Γιούρι Σιμόνοβ, Νταβίντ Οϊστραχ, Εμίλ Γκιλέλς κ.ά. Μέσα σε εξήντα CD λοιπόν ολόκληρο το corpus ενός συνθέτη που όσο τυραννίστηκε στην προσωπική του ζωή άλλο τόσο αγαπήθηκε από το κοινό - και μάλιστα το ευρύ κοινό. Ο κύριος λόγος, βέβαια, είναι τα κοσμαγάπητα έργα του για μπαλέτο, το τόσο δημοφιλές πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αλλά και οι έξι συμφωνίες. Οσοι πάντως ενδιαφερθούν για το box set ας ασχοληθούν και με την εξαιρετική σειρά έργων μουσικής δωματίου που περιλαμβάνει.
«Πάλη με τη μοίρα»
Ο Τσαϊκόφσκι συνδύασε στο έργο του τις συμφωνικές φόρμες της δυτικής μουσικής με ρωσικά παραδοσιακά ιδιώματα. Εκρηκτικός στα εκφραστικά του σχήματα, διαπότισε όλο του το έργο με την αγωνία της «πάλης του με τη μοίρα».
Προτού βρει πλήρη, οριστική παρηγοριά στη μουσική, ο Τσαϊκόφσκι προσπάθησε να ξεφύγει από τις εσωτερικές του συγκρούσεις διά της οδού του έγγαμου βίου. Ηταν μια καταστροφή. Χώρισε μετά από δύο μόλις μήνες. Το όνομά του συνδέθηκε όμως και με εκείνο μιας άλλης γυναίκας: της πλούσιας 45χρονης χήρας Μαντάμ φον Μεκ, η οποία του παρέσχε οικονομική στήριξη. Αντάλλαξαν περί τις 3.000 επιστολές αλλά δεν συναντήθηκαν ποτέ. Για κάποιο λόγο, το 1890, η κυρία αυτή διέκοψε αιφνιδιαστικά κάθε επαφή μαζί του. Ηταν και η αρχή του τέλους του.

Πηγή:ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ ΕΠΙΚΟΎΡΕΙΟΣ ΠΕΠΟΣ

ΑΝΤΟΝΙΟ ΒΙΒΑΛΝΤΙ Ο συνθέτης των «4 Εποχών» Από τον ανιχνευτή Επικούρειο Πέπο.


Αντόνιο Βιβάλντι. Ο συνθέτης των «4 Εποχών» ήταν ιερέας που κατηγορήθηκε ότι έκανε ερωτικό τρίο και μόνιμο δεσμό με δύο γυναίκες ταυτόχρονα.
https://www.youtube.com/watch?v=6LAPFM3dgag
 Ο Αντόνιο Βιβάλντι έμαθε βιολί κοντά στον πατέρα του, ο οποίος είχε ξεκινήσει ως κουρέας, αλλά κατέληξε επαγγελματίας μουσικός σε μια τοπική ορχήστρα. Εκείνο τον καιρό όμως, η ζωή του βιολιστή ήταν ακόμη πιο επισφαλής οικονομικά απ’ όσο σήμερα κι η φτωχή οικογένεια αποφάσισε να γίνει ο πρωτότοκος γιος, ιερέας. Το πώς ένιωθε ο Βιβάλντι γι’ αυτή την απόφαση παραμένει άγνωστο, αν και δεν έδειχνε κανέναν ενθουσιασμό για τα νέα του καθήκοντα. Τα άσκησε για μόλις ένα χρόνο, καθώς μια “στενότητα στο θώρακα” τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τα λειτουργικά του καθήκοντα. Σημειωτέον ότι η “στενότητα” που σήμερα πιστεύεται ότι ήταν άσθμα, δεν του προκαλούσε κανένα πρόβλημα όταν διηύθυνε. 
Κορίτσια, Κορίτσια, Κορίτσια Όταν έγινε 20 ετών, ο Βιβάλντι ήταν ήδη γνωστός ως μουσικός και συνθέτης. Το 1703 έγινε δάσκαλος μουσικής στο Ospedale della Pieta, ένα ορφανοτροφείο κορασίδων, πολλές από τις οποίες ήταν νόθες κόρες πλούσιων και ισχυρών ανδρών της πόλης. Χάρη στις γενναιόδωρες δωρεές, κυρίως από τους γονείς που ένιωθαν τύψεις, το ίδρυμα διατηρούσε μια θαυμάσια χορωδία και ορχήστρα, πολύ γνωστή στη Βενετία. Τουρίστες απ’ όλη την Ευρώπη πήγαιναν να θαυμάσουν τα κορίτσια που, εκτός από λεπτεπίλεπτα όργανα όπως το φλάουτο, έπαιζαν και τύμπανα. Ο Βιβάλντι, ως ιερέας, μάλλον θεωρήθηκε ασφαλής επιλογή για δάσκαλος τόσων κοριτσιών. Στα επόμενα 35 χρόνια, εκτός από την απασχόλησή του ως μουσικού διευθυντή, ο Βιβάλντι έγραψε γύρω στα 400 κονσέρτα για την ορχήστρα του ιδρύματος, μεταξύ αυτών και το γνωστότερο έργο του, “Οι Τέσσερις Εποχές”. Το έργο, βασισμένο σε τέσσερα σονέτα που λέγεται ότι γράφτηκαν από τον ίδιο, αποτελεί την κορυφαία στιγμή του συνθέτη: χαριτωμένο, ευφάνταστο, εφευρετικό και διόλου απαιτητικό. Το κοινό το αγάπησε από την πρώτη στιγμή. Ο Λουδοβίκος ΙΕ’ της Γαλλίας ενθουσιάστηκε τόσο, που οι αυλικοί του παρουσίασαν την “Άνοιξη” σε ειδική εκτέλεση για να τον ευχαριστήσουν. Καλά και τα κονσέρτα, αλλά… Παρ’ όλη την επιτυχία του όμως, ο Βιβάλντι είχε πιο υψηλό στόχο: να συνθέσει μουσική για όπερα. Το είδος αυτό εφευρέθηκε το 1607 από τον Ιταλό συνθέτη Κλαούντιο Μοντεβέρντι, ο οποίος ήθελε να αναβιώσει το ύφος των αρχαίων Ελλήνων, που ενσωμάτωναν μουσική, χορό και πρόζα στο θέατρο. Η θεαματική αυτή ψυχαγωγία είχε αμέσως απήχηση, ιδίως στην Ιταλία. Ο Βιβάλντι ταξίδεψε σε όλη τη χώρα και ανέβασε τις όπερές του με τεράστια επιτυχία. Η παραγωγή του ήταν εκπληκτική. Μεταξύ 1713 και 1739 έγραψε περίπου πενήντα όπερες, κατά μέσο όρο σχεδόν δύο το χρόνο. Το έργο του “Τίτο Μάνλιο” γράφτηκε μέσα σε πέντε μέρες. Το κοινό έσπευδε να παρακολουθήσει τα έργα του, αν και όχι πάντοτε με τον ίδιο ενθουσιασμό. “Η νέα όπερα στο θέατρο San Grisostomo ήταν πιο επιτυχημένη από την προηγούμενη. Αλλά η σύνθεση είναι τόσο φρικτή και η μουσική τόσο θλιβερή που κοιμήθηκα για μία ολόκληρη πράξη”, έγραφε ένας Βενετός θιασώτης της όπερας το 1727. Η ωραία “Λα Ζιρό” Ο Βιβάλντι βρήκε παρηγοριά στο πρόσωπο της σοπράνο Άννα Τεσιέρι Τζιρό, γνωστή ως “λα Ζιρό”, που έκανε το ντεμπούτο της το 1725. Κάποια στιγμή έμεινε στο σπίτι του Βιβάλντι πατρός, ενώ αργότερα ήλθε και η αδελφή της, η Παολίνα, ως νοσοκόμα του ίδιου του Βιβάλντι, του οποίου η υγεία είχε ταλαιπωρηθεί από το άσθμα. Ο Βιβάλντι στην ταινία του 2006, "Un Prince a Venise" Ο Βιβάλντι στην ταινία του 2006, «Un Prince a Venise» Όλοι έλεγαν ότι η Άννα και ο Βιβάλντι ήταν εραστές, μάλιστα κάποιοι κουτσομπόλευαν ότι έκαναν ερωτικό τρίο με την Παολίνα. Οι περισσότεροι δεν έδειχναν να ενοχλούνται, εκτός από τον καρδινάλιο της Φεράρα. Το 1737 ο Βιβάλντι ετοίμαζε μια όπερα στη Φεράρα, όταν ο καρδινάλιος ξαφνικά απαγόρευσε σ’ αυτόν να διευθύνει και στην Άννα να τραγουδήσει. Έξαλλος ο Βιβάλντι διαμαρτυρήθηκε ότι ο καρδινάλιος “σπίλωσε αυτές τις φτωχές γυναίκες” κι ότι ο ίδιος δεν είχε ποτέ καμία σχέση με σκάνδαλα. Ο καρδινάλιος δεν υποχώρησε κι η όπερα ανέβηκε χωρίς τον Βιβάλντι και την Άννα. Φυσικά εξελίχθηκε σε φιάσκο. Κάθε πράγμα στον καιρό του Στην πραγματικότητα, πολλές όπερες του Βιβάλντι κατέληξαν σε φιάσκο. Ο Βιβάλντι δεν ήταν πλέον της μόδας. Πάντως, το όνομά του είχε ακόμα πέραση βόρεια των Άλπεων, οπότε το 1740 ο 62χρονος συνθέτης έφυγε από την Ιταλία μαζί με την Άννα και την Παολίνα. Προορισμός τους ήταν η Βιέννη, έδρα του αυτοκράτορα Καρόλου Στ’, ο οποίος θαύμαζε τον Βιβάλντι. Μόνο που ο αυτοκράτορας πέθανε εκείνο το φθινόπωρο, αφού έφαγε ένα πιάτο δηλητηριώδη μανιτάρια. Η νέα βασιλική οικογένεια είχε πιο σοβαρά πράγματα στο κεφάλι της, όπως τον πόλεμο με την Πρωσία, από τα προβλήματα ενός Ιταλού συνθέτη κι ο Βιβάλντι αναγκαζόταν να πουλά τα χειρόγραφα των συνθέσεών του για να τα βγάζει πέρα. Το καλοκαίρι του 1741 αρρώστησε και πέθανε στις 28 Ιουλίου. Η κηδεία του έγινε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου, όπου ο νεαρός Γιόζεφ Χάιντν τραγουδούσε στην παιδική χορωδία. 
ΠΗΓΗ: «Η Μυστική Ζωή των Μεγάλων Μουσουργών» από τις εκδόσεις «ΑΙΩΡΑ».... 
ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΠΕΠΟΣ

ΒΟΛΦΑΓΚΑΝΓΚ ΑΜΑΝΤΕΟΥΣ ΜΟΤΣΑΡΤ Η ιδιοφυία της κλασικής μουσικής - 260 χρόνια από τη γέννησή του. Από τον ανιχνευτή Επικούρειο Πέπο.

Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ: Η ιδιοφυία της κλασικής μουσικής - 260 χρόνια από τη γέννησή του.

https://www.youtube.com/watch?v=Rb0UmrCXxVA
Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ ( Wolfgang Amadeus Mozart) , συνέθεσε περισσότερα από 600 έργα.

Από τους κορυφαίους συνθέτες όλων των εποχών, τα έργα του οποίου αποτελούν μέρος του ρεπερτορίου κάθε ορχήστρας που σέβεται τον εαυτό της.
Το πλήρες όνομά του είναι Γιοχάνες Κρισόστομους Βολφγκάνγκους Τεόφιλους (Αμαντέους) Μότσαρτ [Wolfgang Amadeus Mozart] και γεννήθηκε την 8η πρωινή της 27ης Ιανουαρίου 1756 στο Ζάλτσμπουργκ, τμήμα τότε της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους και νυν της Αυστρίας. Ήταν γιος του συνθέτη Λεοπόλδου Μότσαρτ και της Άννας Μαρίας Περτλ.
Ο Μότσαρτ έζησε μόνο 35 χρόνια, πρόλαβε όμως να συνθέσει περίπου 600 έργα (συμφωνικά, δωματίου, κονσέρτα, όπερες και χορωδιακά), τα περισσότερα από τα οποία είναι αριστουργήματα. Σε ηλικία τριών χρονών έπαιζε πιάνο, στα πέντε του συνέθετε και στα έξι έδωσε το πρώτο του κοντσέρτο. Μιλάμε για τον ορισμό της ιδιοφυΐας.
Ο Μότσαρτ, αν και συνθέτης, είναι ένας μύθος, ένα λαϊκό είδωλο. Είχε το χάρισμα να γράφει απλές και ευκολομνημόνευτες μελωδίες, μέσα στη συνθετότητά τους. Έργα του ακούγονται όχι μόνο στις αίθουσες συναυλιών, αλλά και σε ασανσέρ, εμπορικά κέντρα, αίθουσες χειρουργείων και ως ηχητικά σήματα από κινητά τηλέφωνα.
Η μουσική του έχει και «μαγικές» ιδιότητες. Κτηνοτρόφοι παίζουν Μότσαρτ στις αγελάδες για να αυξήσουν την παραγωγή τους σε γάλα ή να μας δώσουν πιο τρυφερό κρέας. Έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά ότι η ακρόαση της μουσικής του βοηθά στην ανάπτυξη της νοημοσύνης των βρεφών και των παιδιών. Η μορφή του απεικονίζεται σε σοκολατάκια, σουβενίρ και άλλα είδη διακόσμησης.
Μεταξύ σοβαρού και αστείου λέγεται ότι αν υπήρχε δυνατότητα ο Μότσαρτ να διεκδικήσει τα δικαιώματα για τη χρήση της μουσικής και του ονόματός του θα μπορούσε να αγοράσει όλη την Αυστρία. Άλλωστε, η γενέτειρά του Ζάλτσμπουργκ ζει και αναπτύσσεται μέχρι σήμερα χάρις στον Μότσαρτ. Και όμως, ο συνθέτης της «Μικρής Νυχτερινής Μουσικής», του «Ντον Τζιοβάνι», του «Μαγικού Αυλού» και άλλων αριστουργημάτων πάλευε για να τα φέρει βόλτα με τα οικονομικά του στον σύντομο βίο του.
Πέθανε στη μία τα ξημερώματα της 5ης Δεκεμβρίου 1791, επί των επάλξεων, γράφοντας το «Ρέκβιεμ» της ζωής και της καριέρας του.ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr

Οι ερωτικές περιπέτειες του Μότσαρτ.
Ο γάμος με την αδελφή της πρώην αγαπημένης του! 27/05/2014 Κατηγορίες: ΣΥΝΕΒΗ ΣΗΜΕΡΑ Ετικέτες: Αλοΐσια Μότσαρτ, Βόλφγκανγκ Μότσαρτ, Κονστάντζα Μότσαρτ, Λέοπολντ Μότσαρτ Mozart Το 1778, ο 21χρονος Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ ερωτεύτηκε για πρώτη φορά. Η εκλεκτή της καρδιά του ήταν η Αλοΐσια Γουέμπερ, κόρης της οικογένειες που φιλοξενούσε τον νεαρό μουσικό στο Μάνχαϊμ. Η οικογένεια Γουέμπερ ήταν εξαιρετικά μουσικόφιλη και η Αλοΐσια ήταν καταπληκτική σοπράνο. Ήταν όμορφη, καλλιεργημένη και με υπέροχη φωνή, που μπορούσε να ακολουθήσει τα πολύπλοκα κομμάτια που συνέθετε ο Μότσαρτ για εκείνη. Ήταν αναμφίβολα ένα πολύ ταιριαστό ζευγάρι. Ο Βολφγκανγκ έγραψε στον πατέρα του λίγο καιρό μετα τη γνωριμία του με την Αλοΐσια. Τον ενημέρωνε, με περίσσιο ενθουσιασμό, ότι σκόπευε να φύγει στην Ιταλία με τη μελλοντική σύζυγό του, όπου θα ζούσαν από τη μουσική του. Ο Βόλφγκανγκ θα συνέθετε όπερες και η Αλοΐσια θα τραγουδούσε. To σχέδιο, σύμφωνα με τον νεαρό Μόρτσαρτ, ήταν αδύνατο να αποτύχει. Αλοΐσια Γουέμπερ Η Αλοΐσια Γουέμπερ Ο πατέρας του, Λέοπολντ, δεν συμφωνούσε. Ήταν η πρώτη φορά που ο γιος του άφηνε την οικογενειακή "φωλιά" και ο Λέοπολντ ήταν σίγουρος ότι η υπερβολική ελευθερία τον είχε κάνει παράτολμο. Πίστευε ότι η Αλοΐσια τον παρέσυρε στην ακολασία και ότι ένα τέτοιο ταξίδι θα ήταν καταστροφικό για την καριέρα του γιου του. Ο Λέοπολντ απαιτούσε απ" τον γιο του να ξεχάσει τις ανοησίες και τους έρωτες και να συνεχίσει το ταξίδι του στο Παρίσι, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο. Κατά συνέπεια, του απαγόρευε να παντρευτεί την Αλοΐσια. Ο Βόλφγκανγκ υπάκουσε με βαριά καρδιά. Άφησε πίσω την καλλίφωνη αγαπημένη του και πήρε τον δρόμο για το Παρίσι, όπου θα κορύφωνε την καριέρα του. Ο πατέρας του, που λειτουργούσε ακριβώς όπως ένας σύγχρονος μάνατζερ, μπορούσε να ηρεμήσει. Το ασυναγώνιστο ταλέντο του γιου του δεν θα χαραμιζόταν σε μια τυχαία δεσποινίδα. Ο Λέοπολντ Μότσαρτ παίζει βιολί, ενώ ο ταλαντούχος γιος του Βόλφγκανγκ είναι στο πιάνο. Ο Λέοπολντ Μότσαρτ παίζει βιολί, ενώ ο ταλαντούχος γιος του Βόλφγκανγκ είναι στο πιάνο Λίγους μήνες αργότερα, ο Βόλφγκανγκ και η Αλοΐσια συναντήθηκαν τυχαία στο Μόναχο. O Μότσαρτ προσπάθησε να ανανεώσει τη σχέση τους, αλλά η Αλοΐσια τον αγνόησε επιδεικτικά. Σύμφωνα με τη βιογραφία του Μότσαρτ, που έγραψε ο Τζορτζ Νικολάους βον Νίσεν, που παντρεύτηκε τη σύζυγο του Μότσαρτ μετά τον θάνατο του συνθέτη, η Αλοΐσια "παρίστανε ότι δεν τον ήξερε, αυτόν για τον οποίον έκλαιγε γοερά μέχρι πριν λίγο καιρό". Ο Βόλφγκανγκ δεν πτοήθηκε καθόλου. Σύμφωνα με τον Νίσεν, έκατσε στο πιάνο και τραγούδησε με δυνατή φωνή: "Αυτή που δε με θέλει, μπορεί να φιλήσει τον πισινό μου". Έτσι έληξε το ερωτικό ειδύλλιο του νεαρού Μότσαρτ και της Αλοΐσια Γουέμπερ. Σειρά τώρα είχε, η μικρότερη αδερφή της. Μότσαρτ και Κονστάντζα Το 1781 ο Μότσαρτ βρέθηκε στη Βιέννη. Εκεί είχαν μετακομίσει και οι Γουέμπερ και ασφαλώς προσέφεραν φιλοξενία στον συνθέτη. Ο Βόλφγκανγκ βρέθηκε και πάλι ανάμεσα στις αδερφές Γουέμπερ. Η Αλοΐσια ήταν νιόπαντρη και δεν έδωσε καμία σημασία στον παλιό αγαπημένο της. Στο στόχαστρο του συνθέτη βρέθηκε η μικρότερη αδερφή της, η 19χρονη Κονστάντζα. Κωνστάντζα Μότσαρτ Η Κονστάντζα Μότσαρτ. Ο Βόλφγκανγκ περιέγραψε την κοπέλα στον πατέρα του χωρίς φοβερό ενθουσιασμό: "Έχει όμορφα μαύρα μάτια και ένα χαριτωμένο σώμα. Δεν είναι η πιο έξυπνη, ούτε η πιο διαβασμένη. Είναι ώριμη, μετρημένη και έχει την πιο καλή καρδιά στον κόσμο. Με αγαπάει και την αγαπώ". Το ζευγάρι έμενε μαζί ήδη μία εδβομάδα, ενέργεια που είχε προκαλέσει φοβερές αντιδράσεις. Η μητέρα της Κονστάντζα ανάγκασε τον Βόλγκανγκ να υποσχεθεί ότι αν δεν παντρευτεί την κόρη της μέσα σε τρία χρόνια, θα της έδινε 300 χρυσά νομίσματα κάθε χρόνο, μέχρι το τέλος της ζωής της. Ο Λέοπολντ, ο πατέρας του Μότσαρτ, έγινε τόσο έξαλλος, που αρνήθηκε να δώσει την ευχή του για τον γάμο. Τελικά, ο Βόλφγκανγκ νομιμοποίησε τη σχέση του με την Κονστάντζα και ο πατέρας του αναγκάστηκε να το δεχτεί. Έστειλε τις ευχές του σε γράμμα, λίγες μέρες μετά τον γάμο. Πέθανε πέντε χρόνια αργότερα, στις 28 Μαΐου του 1787 και ο Βόλφγκανγκ δεν κατάφερε να παρευρεθεί στην κηδεία. Παντρεύτηκαν στις 4 Αυγούστου του 1782. Ο Βόλφγκανγκ και η Κονστάντζα απέκτησαν έξι παιδιά, απ" τα οποία έζησαν μόνο δύο. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες και τα συνεχή ταξίδια του Βόλγκανγκ, το ζευγάρι υπήρξε πολύ ευτυχισμένο. Βόλφγκανγκ Μότσαρτ Ο Βόλφγκανγκ Μότσαρτ. Έχουν σωθεί γράμματα του συνθέτη προς τη γυναίκα του, που δείχνουν εμφανώς την αγάπη του για εκείνη. Ο Μότσαρτ αρρώστησε βαριά στις 20 Νοεμβρίου του 1791. Πέθανε 10 μέρες μετά, στις 5 Δεκεμβρίου. Ήταν μόλις 35 ετών. Η Κονστάντζα ήταν δίπλα του έως την τελευταία στιγμή....
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr
ANIXNEYTHΣ Ο ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΠΕΠΟΣ