Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"Στης σκέψης τα γυρίσματα μ’ έκανε να σταθώ
ιδέα περιπλάνησης σε όμορφο βουνό.
Έτσι μια μέρα το ’φερε κι εμέ να γυροφέρει
τ’ άτι το γοργοκίνητο στου Γοργογυριού τα μέρη !!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε,
καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!
-Aναζητείστε το"Ποίημα για το Γοργογύρι " στο τέλος της σελίδας.

23.4.20

Ένα ποίημα και ένα διήγημα από τον Τρικαλινό Ετεοκλή [πρώην Γιάννης]

Φίλες και φίλοι καλησπέρα, χρόνια καλά στις εορτάζουσες και τους εορτάζοντες 23 Απριλίου σήμερα και σε τρεις μέρες τα μέλη της Π.Η.Ε.Φ. σε ολόκληρο τον πλανήτη θα γιορτάσουμε και θα τιμήσουμε την ημέρα της φιλίας. Αυτό συμβαίνει κάθε χρόνο στις 26 Απριλίου.
Είναι μια ξεχωριστή μέρα η 26τη Απριλίου για όσες και όσους συμμετέχουν σ' αυτή τη Χρυσή αλυσίδα φιλίας.

Ας έρθω τώρα στην ουσία της σημερινής ανάρτησης, αφορά ένα ποίημα και ένα διήγημα.
Πριν λίγα χρόνια είχα τη χαρά να γνωρίσω έναν ποιητικό νέο, έτυχε να είμαι εκεί την ώρα που ζωγράφιζε!!! 

Με βάση μια δημοτική παραδοσιακή χορογραφία άφησε εκστασιασμένους τους λάτρεις του χορού.
Για όση ώρα ζωγράφιζε με τις διάφορες φιγούρες που έκανε στον καμβά της τέχνης του χορού, όλοι οι παραβρισκόμενοι παρατηρούσαν αυτή την ιεροτελεστία μαγεμένοι.
Ένα μόνο θα σας πω, Παρ' ό,τι κρατούσα στα χέρια μου την κάμερα και θα μπορούσα να έχω καταγράψει όλη την μυσταγωγία δυστυχώς δεν το έκανα γιατί ήμουν τόσο απορροφημένος μ' αυτό που έβλεπα που ξεχάστηκα!!
Από αυτόν τον δεινό χορευτή και υπέροχο άνθρωπο έλαβα χθες βράδυ τα δύο κείμενα της σημερινής ανάρτησης.
Αγαπητέ φίλε Ετεοκλή σ' ευχαριστώ για την παραχώρηση της πνευματικής τροφής, ελπίζουμε πως στο άμεσο μέλλον θα έχουμε τη χαρά και την τιμή να αναρτήσουμε ξανά δικά σου κείμενα.
Σας χαιρετώ με σεβασμό και Επικούρεια διάθεση ο δόκιμος Επικούρειος και δόκιμος άνθρωπος Επικούρειος Πέπος.

Tις καθημερινές σκηνές θυμάμαι
Στης Μύρινας το λιμανάκι
Κι από το κάστρο, βλέπω δυο γιαλούς
Της άνοιξης φυσά δροσάτο αεράκι
«Ασμάτων ήχοι έρχονται, ακούς;»
Μόνος μου το ρωτούσα, πώς λυπάμαι!

Μια μέρα, έσβησα δίπλα στο κύμα
Αδειάζοντας μπρούσκο λημνιό κρασί
Κι ο χρόνος της εξόδου μου, γοργα, κυλούσε
Μ’ αγκάλιασε με θλίψη το νησί
Έκανε το φεγγάρι πως μιλούσε
Τόσο ήμουν έρημος, θεέ μου τι κρίμα

Μια νύχτα κόκκινη, κι έναν τέτοιον καιρό
Έπρεπε να’ μαι εγώ κι εκείνη π’ αγαπούσα
Ήθελα μια πραγματική επαφή
«Μα ποια ζητώ;» του φεγγαριού ρωτούσα
«Κάθε παλιάς αγάπης την υφή»
Απάνταγε βουτώντας στ’ αλμυρό νερό

Κι έτσι καθώς τα μάτια μου σχεδόν κλειστά
Απ’ του νυχτιάτικου ήλιου το μανδύα
Τ’ άσμα του φεγγαριού λέγαν τ’ αηδόνια
Κάπου έβριζε κι ο διοικητής το Δία
Και τόσο μ’ έκαιαν της καρδιάς τα χιόνια
Μεσονυχτίς, ρούφηξα του κρασιού στερνή γουλιά


Με σφιχταγκάλιασε όλη η δυτική ακτή
Δε μ’ άφηνε να φύγω, ένα πράγμα
Να κλάψω μ’ ήρθε μα ντρεπόμουν τη σελήνη
«Σε τέτοια χάλια πώς γυρνάς, πίσω, στο τάγμα;»
Ερωτευμένος μ’ ότι μ’ είχε απομείνει
«Ποιο υπόγειο να με κρύψει, ποιά καταπακτή;»

«Τρελάθηκες!» φώναξαν οι φαντάροι
«Τρελάθηκα», είπα  «και τι να κάνω;»
Ερωτευμένος με της λησμονιάς το πλάσμα
«Άμα γλυτώσω απόψε, θε να μην πεθάνω»
Κι έκανε πως μου τραγουδούσε τ’ άσμα
Κι έκανε πως μιλούσε το φεγγάρι.
Ετεοκλής ο νεότερος.

ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗ.
Πάντα ήθελα να παίξω ντραμς, αλλά κατέληξα να παίζω κάτι κρουστά χωρίς  ρυθμό, που όμως στ’ αφτιά μου ακούγονταν σα μουσική. Ήταν ένας καιρός, που ξεκίνησα να διαγράφω μια πορεία χωρίς γνωστή κατεύθυνση και κάπου στις αρχές της, πέρασα μέσα από ένα τούνελ, που είχε τόση ησυχία, ώστε κατάφερα ν’ ακούσω τη φωνή μου με το στόμα κλειστό. Αργότερα θα διαπίστωνα ότι ήταν απλώς το πρώτο. Σύντομα, είδα πάλι το φως της μέρας, σ’ ένα καφέ μπροστά στην πλατεία της οδού Μαβίλη 22 , κάτω απ’ το αγαπημένο μου πλυσταριό που διέμενα τότε, στον –κατά παράδοση- όχι ελίτ Βαρδάρη, στη Θεσσαλονίκη, με μια συστάδα από χειρόγραφα στα χέρια, έτοιμος να τα μοιραστώ με όποιον θα έδειχνε το πρώτο ενδιαφέρον. Λίγες εβδομάδες αργότερα, έμεινα καθιστός μπροστά στο τρίποδο τραπεζάκι, περικυκλώνοντάς το με μια παρέα που δεν ξανασυνάντησα έκτοτε, και μοιράστηκα τις ανησυχίες μου με τις δικές τους, ως τη στιγμή που η νηφαλιότητά μας, δε θα κινδύνευε απ’ το κρασί, αλλά από τα όνειρά μας, όχι τόσο αυτά που από καιρό μας βασάνιζαν γλυκά, αλλά πολύ περισσότερο από κείνα που μόλις ανακαλύπταμε, μες στην ιεροτελεστία της περί βοριάδων και χειμάρρων συζήτησης, εν τα βαθιά μιας ξάστερης, θερινής νύχτας, κάτω απ’ τη ρετρό διακόσμηση που στόλιζε το επίσης κι επάξια φιλόδοξο μαγαζάκι.
Έτσι έγινε και, λίγο πριν χωρίσουν οι δρόμοι για τα σπίτια μας, άφησα τα χειρόγραφα σε μια φίλη της παρέας, ενώ σε κάτι που έμοιαζε μ ’αντάλλαγμα, δέχτηκα εντελώς αναπάντεχα, μια παλιά γραφομηχανή, δανεικό δώρο από τ’ αγόρι της. Την είχε ανακαλύψει, μου είπε, καθώς μετακομίζανε. Η Έλλη, που δίδασκε στα νιάνιαρα, πως χωρίς κομμένα νύχια, δε θα μπορέσουν να παίξουν το τσέλο κι ο Γιώργος, αγιογράφος, ο οποίος επίσης κάποιον μαθήτευε εκείνη την περίοδο, κάνανε σχέδια χρωματιστά για κοινό βίο. Το επόμενο πρωί, μια φωνή σαν παρατεταμένος κρότος θα περνούσε ανάμεσα από χαραμάδες, ακάλυπτους κι ανελκυστήρες: «Γιάννη σκάσε!». Είχα αρχίσει ήδη να παίζω τα κρουστά μου, ξεσκονίζοντας τα πλήκτρα της κόκκινης “Olivetti Lettera 22” κι αφήνοντας την αδερφή μου στο διπλανό δωμάτιο, να ξεχάσει τι όνειρο είχε δει, πριν ξυπνήσει ακόμα. Την αγνόησα σα μικρό παιδί.
Ήταν μια μέρα τόσο φωτεινή, από κείνες που δε μπορούσα ν’ αντισταθώ στην ανατολή, ξεχνώντας την εξάντληση της άγρυπνης νύχτας, καθώς τρεφόμουν μ’ ενθουσιασμό κι ανάσαινα λέξεις. Ένα ποτήρι με φραπέ, μια «χρυσή κασετίνα», η πρωινή δροσιά στο διαμπερές διαμέρισμα, λίγη μουσική  κι η χαρά (όχι της ζωγραφικής) του να ταιριάζω τις λέξεις σε μιαν ακολουθία, ήταν κάτι παραπάνω από αρκετά, ώστε να επιτύχω μια προσωρινή  απεξάρτηση απ’ την ανάγκη του ύπνου. Ήταν εκείνες οι μέρες, που ανακάλυπτα, θα έλεγα, πόση μαγεία κρύβει το γράψιμο και το συγκεκριμένο πρωινό είχε και κάτι σαν παιχνίδι στο μενού: θα πληκτρολογούσα πάνω στη γραφομηχανή ένα διήγημα (δείγμα γραφής μάλλον) που ακόμα βρίσκονταν στα αρχεία, ως δυνητικό υλικό για κάτι καλύτερο στο μέλλον, σε μια ταυτόχρονη προσπάθεια να βιώσω, μέσα από τη «βουή και τη μανία» της γραφομηχανής, ένα ταξίδι σε ένδοξα παρελθόντα! Είχα ξεχάσει φαίνεται, πως το έδωσα στην Έλλη το προηγούμενο βράδυ και –στιγμιαία- δε χάρηκα ιδιαίτερα, όχι που δεν είχα τα χειρόγραφα, αλλά από κόμπλεξ, ότι ήταν άκρως κακογραμμένα. Αποτελούσαν το πρώτο αποτέλεσμα που προέκυψε, όταν ένα δύσκολο βράδυ αποφάσισα, χωρίς πολλή σκέψη, να γράψω ένα διήγημα. Σίγουρα δεν ήταν ό, τι καλύτερο. Πάντως ο Σίμος, ο μαγαζάτορας, με είχε καθησυχάσει το προηγούμενο βράδυ, λίγο μετά που η Έλλη με ρώτησε αν θα μπορούσε να κρατήσει τα πρώτα μου γραπτά, την ώρα που αποχωρούσαν.
-«Την κέρδισες!», είπε. «Όταν τραβάς την προσοχή μιας μουσικού, σημαίνει πολλά».
Τόση ήταν η πειθώ του, ώστε το είχα πάρει πάνω μου. Άλλωστε, ό, τι είχε να πει ακόμα και σε προσωπικό επίπεδο, το έλεγε πάντα ξάστερα κι επιπλέον ήταν κι ο ίδιος μουσικός, ο οποίος έπαιζε πιάνο για πάρτη του πια και δημόσια σε ιδιαίτερες στιγμές, καθώς η νύχτα, όπως ο ίδιος υποστήριζε, μετά από ένα σημείο είχε αρχίσει να καταβροχθίζει τη ζωή του. Σε παλιότερη κουβέντα που είχαμε, με αφορμή κάποιον ενοχλητικό πελάτη, ακραίο κι αυστηρό επικριτή, με προέτρεπε με μια πραότητα και κάπως φωναχτά για ν’ ακουστεί:
-«Θα λες τα λάθη σου κι όποιος τ’ αντέχει: έχω κάνει αυτό και το άλλο», έλεγε, «δε θα φοβάσαι κανέναν!».
Ότι είχα κάποιους φόβους, αληθεύει. Κάποιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να μου κάνουν τη ζωή αρκετά δύσκολη λογομαχώντας και δεν είχα καμία τέτοια όρεξη, του το δήλωσα. Χαμογέλασε με κατανόηση.
Ήταν ο πρώτος που είχε διαβάσει την πρώτη μου ολοκληρωμένη γραπτή δουλειά κι όταν ετοιμαζόμουν να του ζητήσω σχόλια, με πρόλαβε με μια νότα ειλικρίνειας.
-«Το διάβασα δυο φορές», είπε, «δε θα μπορούσα να σχολιάσω τίποτα, αν δεν το έκανα».
-«Αυτό σημαίνει ότι το’ χω;», απάντησα μ’ ερωτηματικό, «πρώτη φορά κάνω κάτι τόσο διασκεδαστικό και θέλω να ξέρω…».
-«Συνέχισε να το δουλεύεις κι ας μην ξέρεις για την ώρα!», με διέκοψε με το ευγενικό εκείνο χαμόγελο.
Λίγες μέρες αργότερα, κι αφού είχαμε σμίξει δυο παρέες κι η κουβέντα σίγουρα θα έφτανε στα ενδιαφέροντά μας, τον είδα να βγαίνει απ’ το μαγαζί με τις εν λόγω μουτζούρες. Δεν αγχώθηκα. Το άφησα να συμβεί. Είχα αρχίσει να γράφω, γιατί να το έκρυβα; Άλλωστε δεν υποχρέωνα κανέναν να πει τα καλύτερα. Απλώς ήμουν σε μια διαρκή αναζήτηση, γιατί γράφω και που θέλω να φτάσω μ’ όλα αυτά, ερωτήματα στα οποία δεν έχω απαντήσει ακόμα.
-«Θα σε κάνω διάσημο», έλεγε κι έδινε το «σκέφτομαι και γράφω» μου, σε όποιον θεωρούσε κατάλληλο, ως τη μέρα που η Έλλη το κράτησε μαζί της για πάντα.
 Μέχρι τότε, πάντως, το είχανε διαβάσει κάποιοι ακόμα, ώστε στα δέκα εκείνα τετραγωνικά του μαγαζιού, κατέληξα να είμαι γνωστός ως συγγραφέας.

Ήταν κι η Αντιγόνη, μια κοπέλα όμορφη όσο και το όνομά της, η οποία πέρασε απ’ την καθημερινότητα του καφέ για λίγες μέρες κι έπειτα εξαφανίστηκε. Δεν έκανε το ίδιο κι η φήμη της. Με τα λίγα «καλημέρα» και «καλησπέρα» της, διέγειρε τα ενοχλητικά βλέμματα των ανδρών κι αναδίδονταν, ασφυκτικό, το φαινόμενο της καψούρας. Ένα απόγευμα, κάθισε για μια στιγμή  στο τραπέζι μου, ώστε να πάρει λίγο απ’ τον καπνό μου κι εγώ πολλή από την αύρα της.
-«Ευχαριστώ πολύ», είπε, «θα στο χρωστάω» κι έφυγε κατηφορίζοντας για την παραλία.
Δεν της απάντησα. Είχα τρελαθεί μάλλον. Γιατί δεν της πρότεινα να πιεί καφέ μαζί μου;
-«Έχεις ένα ατού πάντως, που ρίχνει τις γυναίκες σαν τον κυνηγό τις πέρδικες», ακούστηκε ο Σίμος την ώρα που ακουμπούσε το φραπέ του στο τραπέζι, σε μια μάταιη προσπάθειά του να μην πιω τον καφέ μου μόνος. «Δεν τα δίνεις όλα κι αυτό τις τρελαίνει, όμως πρόσεχε, κάποια στιγμή πρέπει να το κάνεις», είπε, «μια μέρα θα γράφεις αριστουργήματα μ’ αυτά που έχει να σου δώσει αυτή η γυναίκα».
Δεν του έδωσα σημασία, αλλά τώρα ξέρω πως είχε δίκιο.
Κάποια άλλη φορά, η τύχη με βρήκε μαζί της, πάλι στο ίδιο τραπέζι, με μια κουβέντα που απογείωνε τη γαστρονομία κι εμένα να παινεύω τη σπεσιαλιτέ μου: μακαρονάδα με μύδια σε κόκκινη σάλτσα.
-«Κανόνισε πότε θα δοκιμάσω απ’ τη μακαρονάδα σου», με διέκοψε κάπως προστακτικά, ενώ είχα αρχίσει να μιλώ για γεύσεις ακατάπαυστα, «κι εγώ θα βρω κανένα καλό ροζέ να τη συνοδέψει».
-«Σίγουρα, όμως μετά το καλοκαίρι, γιατί φεύγω σε δυο μέρες», απάντησα χωρίς να ξέρω αν συμφωνούσα με τον εαυτό μου.
-«Περιμένω!», επέμεινε.
Ξεκινούσε κάτι τόσο ωραίο, που σίγουρα θα ευχόμουν κάποτε γι’ αυτό, όμως τώρα το έκανα κομματάκια, όχι γιατί δε γούσταρα, αλλά γιατί είχα κανονίσει από καιρό ένα ταξίδι αναψυχής-μαζί με κάτι σαν εξόρμηση- εξίσου σημαντικό για την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν εκείνη την περίοδο. Ίσως η πιο κατάλληλη γυναίκα, την ακαταλληλότερη, μέχρι τότε, στιγμή. Μπορεί ο πιο ακατάλληλος άντρας για κείνη τη γυναίκα.
Το μέλλον μας θα ήταν άλλες δυο στιγμιαίες συναντήσεις, που δε θα τις ξεχάσω ποτέ: τη μέρα που θα έφευγα και, το βράδυ πριν, όταν χαιρετούσα τους υπόλοιπους στο μαγαζί, καθώς με τη σχολή έφτανα στο τέλος, κι ίσως να μην ξανάβλεπα κανέναν, μιας και θα επέστρεφα μόνο αυθημερόν, ίσα-ίσα για τις τελευταίες μου εξετάσεις. Το ευχόμουν. Ήθελα πολύ να αφήσω αυτή την πόλη και να μην επέστρεφα ξανά, αν ήταν να το κάνω μόνος. Είχα δυο χρόνια που το’ χα διαλύσει με μια μικρή γυναίκα, που με είχε χωρίς να την έχω κάποτε, ώστε τώρα όλο αυτό το έβγαζα πάνω σε μια  οπτασία που με κοίταζε μ’ ένα βλέμμα που μάλλον δεν είχα εκπαιδευτεί να τ’ αντέξω ακόμα, ώσπου εκείνο το βράδυ, η ζεστασιά της ανάσας της, μου ψιθύρισε προκλητικά στ’ αυτί, λίγο πριν κατηφορίσει ξανά για τη νυχτερινή της έξοδο προς την παραλία.
-«Ξέρεις και γράφεις, όμως δε σε κόβω να ξέρεις να ζεις».
Είχα διαβαστεί κι απ’ αυτήν. Δεν πρόλαβα να της απαντήσω, πως είναι εξίσου μαγικό να γράφεις και για ό, τι δε ζεις. Ήθελα να της το χτυπήσω αντιδρώντας από εγωισμό μάλλον, όμως καλύτερα έτσι, είχε ακράδαντα δίκιο. Άλλο ήταν το κόλλημα: είχα μάθει να τα καταφέρνω τόσο καλά μόνος μου, ώστε εγκλωβίστηκα στην ίδια την ελευθερία μου. Δεν επρόκειτο καν για ατού.
Την επόμενη τ’ απόγευμα κι ενώ βάδιζα προς τη στάση για τα ΚΤΕΛ, κάπως βαριά καθώς κουβαλούσα μαζί μου ολόκληρο το δωμάτιο, τη συνάντησα την ώρα που ανέβαινε για το σπίτι της, το οποίο επίσης άφησε κι η ίδια, λίγες μέρες αργότερα, αντιδρώντας ίσως πιο έγκαιρα σε σχέση με μένα, στην τόση μοναξιά της φτωχής γειτονιάς: είχε ακόμα μισή φοιτητική ζωή μπροστά της.
-«Διακοπές, έ;», με ρώτησε κάπως αμήχανη.
-«Καλοκαιράκι!», απάντησα ανόητα, ανασαίνοντας βαθιά έναν αέρα που δε μου έφτανε και χαζογελώντας για να μη δακρύσω, καθώς κοίταζα τα μάτια της να κοκκινίζουν και να λάμπουν με έναν τρόπο που γινόταν κολλητικός.
-«Κάνεις ό, τι καλύτερο», ψιθύρισε τη στιγμή που αγκαλιαστήκαμε, «να το θυμάσαι» και με μια βιαστική κίνηση πέρασε στα δάχτυλά μου ένα τσιγάρο που είχε στρίψει για τον εαυτό της, πριν τη συναντήσω.
 Έφυγε και την ατένιζα ν’ απομακρύνεται. Γύρισε και με κοίταξε με μια αστεία γκριμάτσα, γνωρίζοντας ότι την κοιτάζω, την ώρα που προσπαθούσα να μαζέψω τη θλιμμένη φάτσα μου.

Τελικά επέστρεψα, μόνος μου πάλι, μια νύχτα μ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι, για να μάθω πως είχε μετακομίσει. Ήμουν έτοιμος να ψάξω για κανένα εργαστήρι δημιουργικής γραφής και καμιά δουλειά σ’ εφημερίδα, ώστε να μάθω να γράφω και να χαρτζιλικώνομαι μαζί, αποκτώντας κι ένα λόγο για να μη διακόψω την αναβολή της στρατιωτικής μου θητείας ακόμα. Αφού ήταν ήδη τέσσερις το ξημέρωμα κι η παρέα με τη γραφομηχανή είχε αποχωρήσει, έκανα πως βοηθούσα το Σίμο να κλείσει το μαγαζί, την ώρα που μου ξέφυγε μια σκέψη.
-«Μάλλον δε θα γράψω για την Αντιγόνη ποτέ!».
 Με κοίταξε με θυμό, αλλά δε μου τόνισε ξανά, αυτά που κατά τη γνώμη του έκανα λάθος. Άλλωστε, είναι δύσκολο να ορίσεις το λάθος κι όποτε το κάνεις αβίαστα, απλώς κατορθώνεις να το βιώσεις κιόλας. Μόνο με ρώτησε, κάπως ρητορικά, αυτό που με ρωτούσαν όλοι, αν ήταν πραγματικότητα τα συμβάντα του διηγήματος. Περιέγραφα μια κατάσταση, στην οποία κάποιος δε βρίσκει τον τρόπο να εκφράσει αυτά που νοιώθει για κάποια, τη μία και μοναδική φορά που τη συναντά, καθώς τι να της έλεγε, έτσι άγνωστος που της ήταν. Κάνει το λάθος και καταλήγει να τα λέει… μόνος του, αυτός με το υπόλοιπό του, το καλύτερο βράδυ του καλοκαιριού, ώστε παραδέχεται πως θέλει λίγη τρέλα για να συμβεί κάτι αληθινό κι ωραίο και πως είναι προτιμότερο να χάσεις, παρά να μην προσπαθήσεις καν και λοιπές ρητορείες. Του απάντησα πως μοιάζουν σίγουρα προφητικά –δεν ήταν πάντως-. Γελάσαμε.
-«Και τώρα;», τον ρώτησα, από περιέργεια να δω τι συμπέρασμα έβγαζε απ’ όλα αυτά.
-«Συνεχίζεις, βλέπεις και κάνεις», με καληνύχτισε. Κι έτσι έκανα.
Στις δέκα η ώρα το πρωί κι αφού η συγγενική μου συγκάτοικος, μου έκανε τη χάρη να μ’ αφήσει μόνο στο σπίτι, αποφάσισα να γράψω κι άλλα τέτοια δείγματα, ετοιμάζοντας έτσι υλικό για μια πιθανή πρώτη μου δουλειά σε περιοδικό ή εφημερίδα με διηγήματα. Λίγο νωρίτερα, είχα πληκτρολογήσει φασαριόζικα, έτσι δοκιμαστικά, τ’ όνομά μου, με τόσους διαφορετικούς τρόπους, ώστε κατάφερα να τη διώξω για μάθημα. φανταζόμουνα τους λίγους συγγραφείς που είχα διαβάσει ως τότε, να κάθονται μπροστά σε μια “ollivetti lettera 22”, όπως κι εγώ. Η ατμόσφαιρα ήταν πια κατάλληλη, έτσι πέρασα μια καινούρια κόλλα Α4 κι αποφάσισα να γράψω ολόκληρο το πρώτο μου διήγημα προς δημοσίευση, πάνω στη γραφομηχανή, όμως σύντομα σκάλωσα. Δεν είχα ιδέα τι θα έγραφα.
Σκέφτηκα να γράψω για ό, τι θα περνούσε πρώτο απ’ το μυαλό μου:  μια ανάμνηση απ’ τα δέκα, τότε που μάθαινα ματαίως την προπαίδεια, όταν έγραφα για μια φάρμα που ως δια μαγείας κάθε μέρα τα δυο άλογα γεννούσαν άλλα δύο και την τρίτη μέρα ήταν οχτώ και πάει λέγοντας. Οι σκέψεις όμως δεν έρχονται ποτέ σ’ ακολουθία, μα κουβάρια. Θυμήθηκα τις επισκέψεις που κάναμε οικογενειακώς στο διακοσμημένο σπίτι μιας θείας και πως απ’ όλα τα αντικείμενα, τη προσοχή μου τραβούσε μια άσπρο-μπλε, όχι επαγγελματική, γραφομηχανή, στο δωμάτιο της ξαδέρφης μου.
Άργησα κάπως ν’ αρχίσω το γράψιμο, καθώς έμεινα να σκέφτομαι πόσο πιθανό θα ήταν γράφοντας, να κάνω την ιδέα που πάντα είχα, για μια ζωή σε φάρμα, τόσο μακρινή σαν το Θιβέτ, κι αυτό το όνειρο για ταξίδι, ακόμα πιο άπιαστο. Σκέφτηκα τα λόγια της Αντιγόνης κι ένοιωσα, κάπως πρόωρα, τη μοναξιά του συγγραφέα. Σύντομα σταμάτησα, θα την ψώνιζα αν συνέχιζα έτσι. Κι ύστερα ήρθαν οι σκέψεις αντίδοτα, ότι κι αν έκανα αλλιώς, τώρα πια θα ένοιωθα τη μοναξιά της εσωστρέφειας. Άλλωστε δεν υπέγραψα και κάνα συμβόλαιο για το μέλλον! Δοκίμασα να δω τι δεν ήθελα να γράψω, μήπως και βοηθούσε, όμως είχε ήδη μεσημεριάσει, κι είχα ξεμείνει από τσιγάρα κι έτσι ασυναίσθητα, μιας και δεν έβλεπα να ξεκολλάω, πάτησα έναν τίτλο με κεφαλαία ελληνικά κι ύστερα κατέβηκα ως το περίπτερο. Θα το συνέχιζα μετά κι όπου έβγαζε. Τι θα συνέχιζα, τον τίτλο;

Αρκετούς μήνες μετά κι αφού τελικά δε γλύτωσε η θητεία από μένα, ετοιμαζόμουν για συνάντηση με την αρχισυντάκτρια ενός lifestyle περιοδικού. Περίμενα από πολύ νωρίς στο χολ έξω απ’ το γραφείο της. Μετά από αρκετή ώρα μπήκε -τρέχοντας-, με μια αγκαλιά από έντυπα απειλούμενα από μια χάρτινη κούπα γεμάτη με καφέ, κοιτάχτηκε με μια συντάκτρια συνάδελφό της μ’ αυτόν τον γυναικείο τρόπο που προδίδει ότι δυο γυναίκες κάτι σου «μαγειρεύουν» και λίγο πριν μπει στο γραφείο της, με πλησίασε με ύφος. Πρέπει να ήταν τριάντα πέντε με σαράντα χρονών και σίγουρα παντρεμένη με παιδιά, όλα πάνω της το μαρτυρούσαν, χύμα αντί στη τρίχα, χωρίς πολλά φτιασιδώματα και περισσότερο, δε θα την πρόδιδαν άλλα γνωρίσματα, παρά οι διάσπαρτες μικροσκοπικές κηλίδες σάλτσας, ενός δείπνου που έπρεπε να είναι έτοιμο απ’ το πρωί, πριν τη δουλειά.
Αφού γλύτωσα απ’ τον καυτό καφέ της κι εκείνη ξελαχάνιασε, μου πέταξε δυο κουβέντες, που χρειάστηκα λίγο μέλλον, ώστε να καταλάβω που το πήγαινε.
-«Προσπαθείς να μου πεις κάτι;», με ρώτησε κάπως ηλεκτρισμένα.
Πριν από δυο μέρες είχα αφήσει κάποια δείγματα από τη δουλειά μου, στη γραμματέα της.
-«Μ’ ενδιαφέρει να γράφω, εβδομαδιαίως, διηγήματα σε μια στήλη, ώστε…»
-«Εννοώ το «ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗ», είναι πραγματικότητα;», με διέκοψε.
-«Τι σημασία έχει, θα μπορούσε τόσο να είναι, όσο και να μην είναι», της απάντησα κι εκείνη έφυγε για μέσα, χαζογελώντας που με ψάρωσε, σα στο στρατό.
Σε δυο λεπτά το ίδιο θα έκανε κι η συνεργός στο χιούμορ της, ενώ με κοίταζε με τον «σε τσακώσαμε μπαγάσα» τρόπο της.
-«Η κυρία Αντιγόνη είναι έτοιμη να σας δεχτεί».
-«Η κυρία…;», γέλασα. Επιτέλους αποκάλυψη!
Τι μπορούσε να τη νοιάζει αν η γραφομηχανή ήταν “lettera 22”, ή αν το καφέ βρισκόταν στη Μαβίλη 22, ή πως όταν προέκυψε εκείνο το πρωτόλειο διήγημα, είχα μόλις κλείσει τα 22; Αυτή είναι η μαγεία, να γράφεις για μια Αντιγόνη ενώ το απέφευγες, και τώρα να θες να τεντωθείς στα γέλια, όταν η κατά πολύ μεγαλύτερή σου, παντρεμένη με παιδιά κι ομώνυμη συντάκτρια, σ’ αφήνει να νομίζεις πως έπεσες θύμα τέτοιας παρεξήγησης! Κι η συνάδελφος «όλα τα λεφτά»! Προλαβαίνω ακόμα να φύγω! Ή μήπως όχι;

-Κι ο χρόνος περνά, η ζωή είναι τόσο ωραία που δεν την χορταίνω μερικές φορές και παραληρώ με τα χέρια μου πάνω στη “lettera”, σα σε μια προσπάθεια να προλάβω να αποτυπώσω την ύπαρξή μου, ή να με προκαλέσω να τη ζήσω.-

Και δεν ξέρω τελικά αν είναι πιο έντονα τα γεγονότα ή η εξιστόρησή τους. Δεν έμαθα ακόμα αν οι συγκινήσεις είναι πιότερες στη διήγηση ή στο σκέτο βίο. Όμως σήμερα, ένα ζευγάρι ωραίοι άνθρωποι μειώνουν τα έξοδά τους, πολλαπλασιάζοντας τον έρωτά τους, στο κοινό για πρώτη φορά σπίτι τους. Ένας μουσικός ομορφαίνει τη γωνιά μιας ερημωμένης, από την… κρίση, γειτονιάς, γεμίζοντάς την ξανά με κόσμο και φυτά στα παρτέρια που από καιρό ο δήμος εγκατέλειψε. Μια μικρή φοιτήτρια επιλέγει έγκαιρα να ζήσει τη ζωή της και συμβουλεύει κάποιον άλλον για το που βαδίζει. Κι αυτός δεν την αγνοεί πέρα ως πέρα, όμως για την ώρα συνεχίζει για κάτι που δεν είναι καθόλου βέβαιος, αλλά που όταν το κάνει, καταφέρνει και νοιώθει λιγότερο αβέβαιος, γιατί ανακαλύπτει μικρά σημάδια που ομορφαίνουν τη ζωή και την Α4 κόλλα του, πάνω στη γραφομηχανή. Τα 22αρια πάντως, ήταν πραγματικότητα. Ή όχι;
Ετεοκλής ο νεότερος.

Η ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗ, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο Parallaxi Magazine, free press της Θεσσαλονίκης, 2014.

20.4.20

Δημήτρης Νανόπουλος: Ζήστε τη ζωή σας και αφήστε τους άλλους να κάνουν ό,τι νομίζουν. Και αν κάνουν κάτι καλό, μιμηθείτε το.

Ο διακεκριμένος καθηγητής φυσικής υψηλών ενεργειών και Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Δρ. Δημήτρης Νανόπουλος, σε μια συνέντευξη-μάθημα ζωής, δηλώνει πως του αρέσει να απολαμβάνει «τη ζωή, τον έρωτα, την τέχνη», προτρέπει τους νέους «να πολεμήσουν για τη ζωή που θέλουν να έχουν» και τάσσεται απερίφραστα κατά της δήλωσης του Υπουργού Παιδείας Αριστείδη Μπαλτά «η αριστεία είναι ρετσινιά» ως «επαίσχυντη» και «ακυρωτική». 


Απολαμβάνω: O πατέρας μου μού έλεγε: «Παιδί μου, αυτό που έχουμε είναι από εδώ μέχρι εκεί. Ό,τι έχεις, λοιπόν, να το χαίρεσαι και να το απολαμβάνεις». Η απόλαυση είναι μια πραγματικά ουσιαστική λέξη. Σε αντίθεση με την ευτυχία, η οποία είναι φευγάτη, στιγμιαία. Εγώ προσπαθώ να απολαμβάνω τη ζωή, τον έρωτα, την τέχνη, τη φύση, το καλό φαγητό, τους φίλους μου, τις παρέες, το πιοτό, το πούρο, μέσα στην έννοια του μέτρου προφανώς, εν γένει την καλή απλή ζωή. Από κει και πέρα, είμαι ευχαριστημένος που διάλεξα να κάνω κάτι στη ζωή μου, τη φυσική, που με γεμίζει εντελώς.
Βεβαιότητες: Το χαρακτηριστικό της μοντέρνας φυσικής είναι η αβεβαιότητα. Η φυσική μας λέει ότι τα πάντα είναι αβέβαια. Και όπως θα πω και στην ομιλία μου στο Εθνικό Θέατρο, αν δεν υπήρχε αυτή η αρχή της αβεβαιότητας, δεν θα είμαστε εδώ σήμερα. Παρόλο, όμως, που είμαι υπερασπιστής του παραλόγου και της κβαντικής αβεβαιότητας, στην καθημερινή μας ζωή πρέπει να έχουμε κάποιες βεβαιότητες, κάποιες σταθερές, γιατί αν είναι όλα ρευστά και αβέβαια, πάμε στο χάος και χαθήκαμε. Τώρα, αν έχω μία βεβαιότητα, αυτή είναι ότι αγαπώ τη ζωή και ότι η φυσική είναι η ζωή μου. Νομίζω πως όταν έρθει η ώρα μου, μέχρι την τελευταία μου ανάσα, το χέρι μου όλο και κάποια εξίσωση ή παρατήρηση θα γράφει. Επίσης, μια και μιλάμε για βεβαιότητες, οι Αμερικανοί λένε: ‘Δύο πράγματα είναι βέβαια στη ζωή: ο θάνατος και η εφορία. (γελάει)
Γεννήθηκα: Στην Αθήνα, στο μαιευτήριο ‘Ελενα’, στις 13 Σεπτεμβρίου του 1948. Απέναντι από το ‘Ελενα’, στο τότε 3ο Γυμνάσιο και νυν 2ο Πειραματικό, έβγαλα το σχολείο. Δίπλα, ήταν το γνωστό αναμορφωτήριο ‘Στεφανία’, απ’ όπου και η ομώνυμη ταινία. Πιο πέρα, το γήπεδο του Παναθηναϊκού, οπότε καταλαβαίνετε είμαι Παναθηναϊκός. Η μητέρα μου με γέννησε στα 19 της –μια πανέξυπνη γυναίκα, κοντούλα αλλά σπίθα. Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ πράος άνθρωπος. Εγώ έχω πάρει το νεύρο και την ενεργητικότητα της συγχωρεμένης της μάνας μου. Λοιπόν, πίσω στη γέννησή μου, ήταν να γεννηθώ στις 11 Σεπτεμβρίου, αλλά δεν μπορούσα να γεννηθώ, γιατί είχα πολύ μεγάλο κεφάλι και έπρεπε να γίνει καισαρική, αλλά ο γιατρός έλειπε και τελικά έγινε η επέμβαση δύο μέρες μετά. Απ’ ό,τι μου έλεγε η μάνα μου, βγήκα κυριολεκτικά οριακά ζωντανός, καθώς γεννήθηκα μωβ, μπλαβής από την ασφυξία και φυσικά με πολύ μεγάλο κεφάλι. Τόσο μεγάλο στα πρώτα μου παιδικά χρόνια, που όταν με έβλεπαν τα άλλα παιδιά, έφευγαν. Ευτυχώς, πριν πάω στο δημοτικό, πήρε κανονικές διαστάσεις, γιατί το μέγεθός του είχε γίνει βραχνάς για τη μητέρα μου.
Δραπετεύω: Θεωρώ πως είμαστε από γεννησιμιού μας δραπέτες. Γεννιόμαστε δραπετεύοντας από τη μήτρα της μάνας μας και ζούμε δραπετεύοντας από τον θάνατο. Σκανταλιάρηδες και σκασιάρχες εκ προοιμίου, λοιπόν. (γελάει) Από μικρός, λοιπόν, είχα μεγάλο σεβασμό και αγάπη για τους περιθωριακούς, όχι για κάτι νούμερα που περιφέρονται ως τέτοιοι, αλλά για τους αυθεντικούς, οι οποίοι, λόγω ιδεολογίας, ενσυνείδητα, δεν επιθυμούν να βρίσκονται στο κέντρο των πραγμάτων αλλά δημιουργούν και υπάρχουν στις παρυφές της κοινωνίας. Μιλάω για μεγάλους καλλιτέχνες και λογοτέχνες, που έζησαν ως δραπέτες της κοινωνίας. Γι’ αυτό, το ‘δραπετεύω’ μου ασκεί διαχρονικά μια μαγεία και έλξη.
Ελλάδα: Είναι πολλά πράγματα για μένα. Καταρχάς, είναι μια πνευματική ιδιότητα, μια υψηλή ιδέα που δημιούργησε τη δημοκρατία, τις επιστήμες και τις τέχνες και αυτή την Ελλάδα φέρω μαζί μου και στο εξωτερικό. Γι’ αυτό και διατήρησα και διατηρώ πάντα την επαφή μου με τη ρίζα μου, την πατρίδα μου. Για μένα, η Ελλάδα είναι κάτι που σχεδόν δεν συνδέεται με τον παρόντα ελληνικό χωροχρόνο. Γι’ αυτό θλίβομαι βαθύτατα με τις πολιτικές-οικονομικές εξελίξεις των τελευταίων ετών. Είναι μια κατάντια που δεν μας αξίζει. Νομίζω πως ο ελληνικός λαός, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, είμαστε πιο έξυπνοι, πιο έντιμοι από ό,τι μας παρουσιάζουν και δικαιούμαστε καλύτερης τύχης. Οι Ελληνες διαπρέπουν όπου και αν βρεθούν στο εξωτερικό. Μαγιά ικανών ανθρώπων υπάρχει, λοιπόν. Τώρα, πως καταφέραμε και έχουμε φτάσει εδώ που έχουμε φτάσει, πρέπει να το δούμε πολύ σοβαρά. Πρέπει όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Γιατί αυτοί οι κύριοι που ήταν και είναι στη Βουλή εκλέγονται και δρουν με ‘εντολή λαού’, με δημοκρατικές διαδικασίες.
Ευτυχία: Για να είναι κανείς ευτυχισμένος, πρέπει να του λείπουν μερικά data. Καμιά φορά δε, μπορεί να αφήνουμε εσκεμμένα απ’ έξω μερικά data, για να νιώσουμε κάποια στιγμιαία ευτυχία.
Ζηλεύω: Εχω ζηλέψει στη ζωή μου, με την έννοια του θαυμασμού και όχι του φθόνου, τους καλούς επιστήμονες. Θα ήθελα να είμαι καλύτερος επιστήμονας, όπως ο Ρίτσαρντ Φάινμαν, ο Βέρνερ Καρλ Χάιζενμπεργκ, ο Πολ Ντιράκ. Έχω, επίσης, θαυμάσει και ζηλέψει το έργο του Τζέιμς Τζόις, του Αλμπέρ Καμί, του Ορσον Ουέλς.
Ήρωες: Το ότι ζούμε μας καθιστά όλους μικρούς ήρωες. Ο καθένας στον χώρο και στον χρόνο του και ανάλογα με τις δυνατότητές του κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. Όμως, η έννοια του ήρωα είναι συνυφασμένη με κείνη της ήττας. Συχνά, πρέπει να ηττηθεί κάποιος για να φανεί το μεγαλείο του, η ηρωική του διάσταση.
Θεός/ Θάνατος: Το υπαρξιακό ζήτημα του θανάτου γέννησε στον άνθρωπο την ανάγκη για την αναζήτηση του Θεού. Τώρα, λέω πως τον θάνατο δεν τον φοβάμαι ή έτσι, τουλάχιστον, έχω πείσει τον εαυτό μου. Ενδεχομένως, δεν τον πολυσκέφτομαι τον θάνατο, γιατί προσπαθώ να ζω έντονα. Πάντως, στην κηδεία μου θα ήθελα να παίζει του Νίνο Ρότα ένα κομμάτι από το ‘Αμακορντ’ του Φελίνι, όταν μπαίνει το μεγάλο πλοίο, το Ρεξ, στο λιμάνι του Ρίμινι. Θυμάμαι, όταν είχα δει την ταινία στην Αγγλία, σκέφτηκα πως αυτή η μουσική θέλω να παίζει στην κηδεία μου.
Ιστορία: Είμαστε στο Δημοτικό, στου Ζωγράφου, το 1960 ακριβώς, εγώ 12 ετών. Κάθε Κυριακή, μας πήγαιναν υποχρεωτικά στο Κατηχητικό, στην εκκλησία του Αγίου Θεράποντα. Μια μέρα, μας μίλησαν για τον Ιωσήφ, όχι τον σύζυγο της Παναγίας, αλλά τον γιο του Ιακώβου, τον οποίο αγαπούσε πολύ ο πατέρας του αλλά όχι και τα αδέρφια του. Τον Ιωσήφ κάποια στιγμή τον πέταξαν σε ένα πηγάδι και μετά βρέθηκε στην Αίγυπτο, όπου έγινε πρίγκιπας. Για να μην μακρηγορούμε, λόγω Ιωσήφ, βρέθηκαν οι Εβραίοι στην Αίγυπτο. Όταν τελείωσε η ιστορία στο κατηχητικό και μας ζήτησαν να γράψουμε το ηθικό δίδαγμα, εγώ έδωσα λευκή κόλλα, γιατί διαφωνούσα ότι ήταν θέλημα Θεού και επέμενα ότι ήταν βασικό ότι τον μισούσαν τα αδέρφια του και του έκαναν κακό. Το τι έγινε στο Κατηχητικό, δεν περιγράφεται! Με έβγαλαν έξω και δεν ξαναπήγα, γεγονός, βέβαια, που πολύ χάρηκα.
Καθρέφτης: Από το μόνο από το οποίο δεν μπορούμε να κρυφτούμε είναι ο εαυτός μας. Λέω, λοιπόν, συχνά στους φίλους μου ότι θέλω να είμαι εντάξει απέναντι στον εαυτό μου, να μην κάνω κακό σε άνθρωπο, γιατί όταν ξυρίζομαι το πρωί μπροστά στον καθρέφτη, θέλω να μου χαμογελάω και να σφυρίζω ωραίες, αγαπημένες μουσικές. Θέλω να μην ντρέπομαι, όταν με αντικρύζω στον καθρέφτη. Γιατί όλοι μας ξέρουμε βαθιά μέσα μας ποιοι πραγματικά είμαστε και τι έχουμε ή δεν έχουμε κάνει. Ισως, αυτοί που αφήνουν γένια να μην θέλουν να αντικρύζουν συχνά τον καθρέφτη τους.
Λάθη: Όπως έλεγε ο Οσκαρ Ουάιλντ: ‘Εμπειρία είναι το όνομα που ο καθένας δίνει στα λάθη του’. Αν δεν κάνεις λάθη, δεν ζεις. Ο Φάινμαν, που είχε κάνει πολλά λάθη, ακόμα και στα δικά του διαγράμματα –και αυτό δεν το λέω υποτιμητικά, έλεγε και γέλαγε: ‘ο μόνος τρόπος να μην κάνεις λάθη είναι να μην κάνεις τίποτα».
Ματαίωση: Από μικρό παιδί, όταν έλεγα κάτι, το έκανα. Εχω, λοιπόν, ένα κόκκινο πανί, μία απίστευτα σκληρή στάση όταν μου ματαιώνουν κάτι. Είμαι ανηλεής όταν αισθάνομαι ότι με ματαιώνουν, μου ακυρώνουν κάτι εσκεμμένα. Έχω καταστρέψει σχέσεις λόγω αυτού, όταν ήμουν μικρότερος.
Νέα ΓενιάΠρέπει να στηριζόμαστε στους νέους. Η νέα γενιά, εξ ορισμού, έχει υποχρέωση να αντιμετωπίζει τα πράγματα και ναι, να τα αλλάζει. Λέμε συχνά ότι παραδίδουμε στους νέους έναν κατεστραμμένο κόσμο, αλλά μήπως και εμείς στα μέσα του περασμένου αιώνα τι βρήκαμε; Δεν είχαμε να φάμε, τρώγαμε ψωμί με αλάτι, αλλά πολεμήσαμε. Πρέπει να πολεμήσουν και οι σημερινοί νέοι για τη ζωή που θέλουν να έχουν. Ας δουν το κινέζικο ιδεόγραμμα της κρίσης, το οποίο σημαίνει ταυτόχρονα και ευκαιρία. Να κάνουν αυτή την κρίση μια μεγάλη ευκαιρία.
Ξαγρυπνώ: Συνεχώς, συνήθως λόγω δουλειάς. Κατά κάποιον τρόπο, είμαι εθισμένος στο ξενύχτι –τα ελληνικά γονίδια, βλέπετε. Ως θεωρητικός φυσικός, θέλω ησυχία για να δουλέψω και η νύχτα προσφέρεται για δημιουργική εργασία. Βάζω χαμηλά μουσική ή μια ταινία στην τηλεόραση και δουλεύω. Οι καλύτερες ιδέες μου έχουν έρθει νύχτα, ξαγρυπνώντας.
ΟχιΕχω πει πολλά όχι και σε προσωπικό και σε δημόσιο επίπεδο. Και τώρα τελευταία, έχω πει όχι σε πρόταση μεγάλου κόμματος να κατέβω για βουλευτής επικρατείας. Εχω πει όχι σε διάφορες θέσεις. Κοιτάξτε, εγώ είμαι γεννημένος φυσικός. Δεν έχω πάστα πολιτικού. Δεν μπορώ να αναλάβω θέσεις που δεν έχουν σχέση με το αντικείμενό μου. Οπότε δεν έχω μετανιώσει που έχω αρνηθεί διάφορες δημόσιες θέσεις, αν και κάποιες ήταν πραγματικά τιμητικές και ήταν δύσκολο να αρνηθώ. Σε προσωπικό επίπεδο, ναι, έχω μετανιώσει για κάποια όχι μου. Γιατί πιστεύω πως είναι καλύτερα να μετανιώνεις για πράγματα που έχεις κάνει, παρά για κείνα που δεν έχεις κάνει.
ΠαιδείαΠέρα από την εγκύκλια παιδεία, πιο σημαντική είναι η ευρύτερη καλλιέργεια και κουλτούρα κάθε ανθρώπου. Τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά δεν σου εξασφαλίζουν ότι έχεις παιδεία. Η παιδεία ξεκινά μέσα από την οικογένεια, από τα ‘μαθήματα’ που θα πάρει το παιδί πρακτικά, δια της μίμησης και του παραδείγματος, από τη μητέρα του και τον πατέρα του, και μετά έρχεται το σχολείο. Αυτά που υποφέρει σήμερα η Ελλάδα είναι αποτέλεσμα ελλειμματικής παιδείας, σε όλα τα επίπεδα.
Ρίσκο: Στη ζωή πάντα πίστευα πως για να πετύχει κάποιος πρέπει να έχει αίσθηση του ρίσκου, λαγνεία για τη ζωή και άγρια φαντασία. Αρα, το ρίσκο για μένα είναι συνυφασμένο με τις επιλογές μου. Όπως έχει πει και ο Καμί, μου αρέσουν οι άνθρωποι που ρισκάρουν και που πάνε μέχρι την άκρη του γκρεμού, αλλά ταυτόχρονα έχουν και τη σοφία να κάνουν πίσω, όταν πρέπει.
ΡαγιαδισμόςΑυτή η χαρακτηριστική ιδιότητα του νεοέλληνα, της ‘τζάμπα μαγκιάς’, υποθάλπει ένα είδος ραγιαδισμού. Επειδή ξέρει ότι είναι εγκλωβισμένος, νομίζει ότι με τέτοιου είδους ξεσπάσματα αποκτά υπόσταση. Όμως, όπως έχει πει και ο Σεφέρης, ‘είμαστε πολύ για το τίποτα και λίγο για το κάτι’. Και κάπου εδώ ελλοχεύει και ο κίνδυνος της απομόνωσης της Ελλάδας. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο Eurogroup, αλλά σε επιστημονικό και πολιτιστικό επίπεδο, γιατί έχουμε μια τάση εγκλωβισμού και γεωγραφικά και ψυχολογικά. Σαν να αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τους Ευρωπαίους και κλεινόμαστε πίσω στο καβούκι μας. Αλλά η Ελλάδα έχει δώσει τα φώτα της στη Δύση και δικαιωματικά εκεί ανήκει.
Σιωπώ: Από μικρός, δύσκολα σιωπούσα, όταν έβλεπα ή άκουγα κάτι παράλογο ή άδικο. Δεν μπορώ να αντιστέκομαι στον πειρασμό να παίρνω θέση για πράγματα για τα οποία έχω ισχυρή γνώμη. Για παράδειγμα, πρόσφατα που ακούστηκε μέσα στη Βουλή από τον υπουργό Παιδείας ότι ‘η αριστεία είναι ρετσινιά’, απορώ πως δεν έγινε της κακομοίρας. Μα, είναι ντροπή για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί αυτή η κουβέντα ειπώθηκε από άτομο με επίσημη, θεσμική θέση, από τον υπουργό Παιδείας. Δεύτερον, η δήλωση έγινε από έναν ‘μαρξιστή της Αριστεράς’, όπως ο ίδιος αυτοαποκαλείται. Μου κάνει τρομακτική εντύπωση αυτή η επαίσχυντη δήλωση. Πιστεύω θα μείνει στην ιστορία της Βουλής ότι ο υπουργός Παιδείας το 2015 δήλωσε πως ‘η αριστεία είναι ρετσινιά’ και δεν άνοιξε ρουθούνι. Όταν η επιστήμη έχει κάνει τόσα θηριώδη άλματα, όταν αυτά τα άλματα έχουν γίνει χάριν κάποιων αρίστων, μια τέτοια δήλωση είναι τουλάχιστον ακυρωτική.
Τρέλα: Καλά, είμαι γνωστός τρελός! (γελάει) Πιστεύω πως οι ‘τρελοί’ πάνε αυτόν τον κόσμο μπροστά. Ο Αρχιμήδης, ο Ντα Βίντσι, ο Μότσαρτ είναι ιδιοφυείς τρελοί που άλλαξαν τον ρουν της επιστήμης και της τέχνης.
Τύχη/ ΤίποταΤο σύμπαν δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια τυχαία διακύμανση του τίποτα. Εδώ, ενώνεται η κβαντική φυσική και κοσμολογία με την υπαρξιακή φιλοσοφία.
ΥπονόμευσηΤην έχω νιώσει στο πετσί μου την υπονόμευση, τον φθόνο. Είναι πραγματικά απίστευτο πως κάποιοι άνθρωποι, αντί να ζουν και να απολαμβάνουν τη ζωή τους, ζουν μισανθρωπικά και τοξικά υπονομεύοντας τον διπλανό τους. Βρε, ζήστε τη ζωή σας και αφήστε τους άλλους να κάνουν ό,τι νομίζουν. Και αν κάνουν κάτι καλό, μιμηθείτε το, προχωρήστε το, εξελίξτε το.
Φόβοι: Επειδή το μυαλό μου τρέχει πολύ γρήγορα –και αυτό είναι και καλό και κακό, καμιά φορά όταν ακούσω ή μάθω ένα άσχημο μαντάτο, αυτό το ρημάδι το μυαλό τρέχει τόσο γρήγορα στην πιο αρνητική εξέλιξη του πράγματος, που με διαλύει. Αυτή, όμως, η πρακτική έχει αποδειχτεί ενίοτε τόσο λάθος, που έχω περάσει φοβερές στεναχώριες δημιουργώντας τέρατα, χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων. Κι ενώ στεναχωρήθηκα σφόδρα, χωρίς λόγο τελικά, το σύστημά μου, τα κύτταρά μου σίγουρα έχουν πληρώσει και έχουν καταγράψει όλο αυτό το στρεσάρισμα. Πολύ φοβάμαι αυτή την πλευρά μου.
Χρόνος-Χώρος: Ζούμε σε ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο εντελώς τυχαία, αλλά ο καθένας από εμάς θα πρέπει να κάνει όσο καλύτερη χρήση μπορεί αυτού του χωροχρονικού του δεδομένου, πέρα από μισαλλοδοξίες, δόγματα ή δοξασίες που μας εγκλωβίζουν. Αυτή η τυχαιότητα του χωροχρόνου και πόσο αυτή μας καθορίζει είναι εκπληκτική, αν τη σκεφτεί κανείς.
ΨάχνωΨάχνω να καταλάβω τον κόσμο. Όπως έχει πει και ο Αϊνστάιν, η φυσική είναι ένα ραφινάρισμα της καθημερινής σκέψης. Το ρήμα ‘ψάχνω’ είναι το raison d'être του ερευνητή, με παραφυάδες του την οξυδέρκεια και τη φαντασία, ώστε να μένει η ουσία, ο πυρήνας της έρευνας.
Ωρα να…: …ζήσουμε.
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ. ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ – Γιώργος Παξινός: «Είμαστε ο εγκέφαλός μας και δε χρειάζεται να επικαλεστούμε ψυχικά φαντάσματα για να ζήσουμε»

"Όταν καταλάβουμε ότι δεν έχουμε μέσα μας ψυχή, ίσως και να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι", ισχυρίζεται ο Καθηγητής Γιώργος Παξινός στην αποκλειστική συνέντευξή του στο PsychologyΝow.gr.

O Γιώργος Παξινός είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας στο Σίδνεϊ και επικεφαλής ερευνητής στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Νευροεπιστήμης της Αυστραλίας. Δέχθηκε με μεγάλη προθυμία την πρότασή μας να κάνουμε μία συζήτηση για θέματα ψυχής, ψυχολογίας και εγκεφάλου, στην προσπάθειά μας να αποκωδικοποιήσουμε σημαντικά θέματα για έναν άγνωστο κόσμο που βρίσκεται μέσα μας.
Η θέση του για την ανυπαρξία της ψυχής είναι γνωστή, όμως μπορούμε να ζήσουμε γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει ψυχή μέσα μας και ότι όλα προέρχονται από τον εγκέφαλο; Θέλοντας να διερευνήσουμε περισσότερα για αυτό το θέμα, όπως και να γνωρίσουμε τη σχέση εγκεφάλου και συμπεριφοράς, τη δημιουργία των συναισθημάτων, την (κρυμμένη;) δυναμική του εγκεφάλου μας και τι πραγματεύεται το νέο του βιβλίο, ο Καθηγητής Γιώργος Παξινός απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις μας με προσιτό και κατανοητό ύφος, προσθέτοντας ότι χωρίς την υιοθέτηση της ψυχής, θα μπορούσαμε ίσως να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.
Κύριε καθηγητά, σας ευχαριστούμε θερμά για το χρόνο και τη διάθεσή σας να μοιραστείτε τις γνώσεις σας με εμάς. Ξεκινώντας θα θέλαμε να ρωτήσουμε ποια πιστεύετε ότι είναι τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης υπόστασης και ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που μας δίνει ζωή;
Οι άνθρωποι έχουμε ανατομικώς μεγαλύτερο εγκέφαλο απ’ ότι θα περίμενε κανείς σε σχέση με το μέγεθος του σώματός που έχουμε και του θηλαστικού που είμαστε. Ο χιμπατζής, που είναι στο ίδιο περίπου μέγεθος με εμάς, έχει εγκέφαλο 600 γραμμαρίων, ενώ ο δικός μας εγκέφαλος είναι 1300 γραμμάρια. Αυτή η ανατομική διαφορά μας κάνει ικανούς να γράψουμε συμφωνίες, να δημιουργούμε και να κατασκευάζουμε πυρηνικά όπλα. Είναι δηλαδή μία ειδικότητα του είδους μας, όπως η καμηλοπάρδαλη έχει μεγάλο λαιμό, εμείς έχουμε μεγάλο εγκέφαλο. Εξυπηρετεί ορισμένα πράγματα και μέχρι τώρα μας έχει φερθεί καλά, ανησυχώ όμως για το μέλλον, γιατί δεν βλέπω ότι συνεχίζουμε σε καλή τροχιά.
Πάντως, νομίζω ότι αυτό που μας κάνει ενδιαφέροντες, όσον αφορά τη λειτουργικότητα του, είναι ότι ο εγκέφαλος υποστηρίζει τη γλώσσα, η οποία είναι πιο πολύπλοκη από οτιδήποτε μπορεί να δει κανείς σε άλλα ζώα. Τα πτηνά έχουν την ικανότητα να επικοινωνήσουν με τα κελαηδίσματα τους, οι γορίλες και οι χιμπατζήδες με τις χειρονομίες που μπορεί να σου κάνουν και μάλιστα ένα χιμπατζή μπορείς να τον διδάξεις μέχρι και 3000 λέξεις, ένα λεξιλόγιο που ένα ανθρώπινο παιδί μπορεί να το μάθει στα 2 χρόνια του περίπου. Δεν καταφέρνουν κάτι παραπάνω, σύμφωνα με τις μελέτες του ζεύγους Gardner. Οι χιμπατζήδες ανέθρεψαν τους άλλους πρωτεύοντες οργανισμούς που μας μοιάζουν πάρα πολύ, αλλά δεν πήγαν στα πανεπιστήμια αυτοί. Φαίνεται ότι η γλώσσα, η οποία για να υποστηριχτεί σε σημαντικό βαθμό, χρειάζεται υποθέτω να υπάρχει ένας μεγάλος εγκέφαλος, τον οποίο δεν τον έχουν οι χιμπατζίδες.
Γιατί όμως οι ψυχολόγοι επικαλούνται την ψυχή ως το φορέα της ζωής;
Οι ψυχολόγοι δεν χρειάζεται να επικαλεστούν τον όρο ψυχή. Από το 1930 οι ψυχολόγοι δεν χρησιμοποιούν τον όρο ψυχή, τουλάχιστον οι ακαδημαϊκοί ψυχολόγοι. Επίσης η ψυχολογία σαν όνομα, σαν κλάδος χρησιμοποιεί τον όρο ψυχή αλλά εννοεί τη μελέτη της συμπεριφοράς, όχι τη μελέτη της ψυχής. Κάλλιστα μπορείς να προχωρήσεις χωρίς να θεωρήσεις ότι το πρόσωπο έχει ψυχή μέσα του. Δεν μπορεί να αποδείξει κανείς ότι δεν υπάρχει ψυχή αλλά δεν μπορείς και να αποδείξεις ότι υπάρχει. Είναι ζήτημα, είναι δική σου δουλειά, δηλαδή να πιστεύεις ότι υπάρχει η ψυχή.
Πιστεύω ότι αν θεωρήσεις ότι η ψυχή είναι αντίστοιχη με το mind (μυαλό), τα πειράματα του Sperry έδειξαν ότι μπορείς να δημιουργήσεις δύο διαφορετικές συνειδήσεις στο ίδιο το πρόσωπο που έχει υποστεί την τομή στο μεσολόβιο, στο σώμα που ενώνει τα δύο ημισφαίρια. Έτσι, παραμένουν λίγες μόνο διασυνδέσεις μεταξύ των δύο ημισφαιρίων και μπορείς να δώσεις τότε ερεθισμούς μόνο στο ένα ημισφαίριο και αντίστροφα και έτσι να δημιουργήσεις conditioning, που να δουλεύει μόνο στο ένα ημισφαίριο ή μόνο στο άλλο. Μετά, όταν ο άνθρωπος θέλεις να σου απαντήσει, το χέρι με το οποίο θα απαντήσει, είναι εκείνο σύμφωνα με το ποιο ημισφαίριο είναι αυτό που του κάνεις την ερώτηση.
Δηλαδή, μπορείς να σκεφτείς ότι μπορείς να διαιρέσεις την συνείδηση σε δύο και δεν χρειάζεται να θεωρήσει κανείς ότι υπάρχει κάτι άυλο, ένα φάντασμα μέσα στον οργανισμό για να μελετήσει την ψυχολογία. Και εάν θεωρείς ότι η ψυχή είναι εκεί που παίρνονται οι αποφάσεις, εκεί που δημιουργούνται τα αισθήματα, εκεί που οι ερεθισμοί γίνονται αισθήσεις, εκεί που αποθηκεύεται η μνήμη, τότε δεν χρειάζεται να υπάρχει ψυχή, γιατί ήδη υπάρχει ένα όργανο που κάνει αυτή τη δουλειά. Και εάν σκεφτείς ότι εάν η μνήμη παραδείγματος χάριν, ήταν αποθηκευμένη στην ψυχή και όχι στον εγκέφαλο, τότε αν κάποιος υποστεί ένα χτύπημα στον εγκέφαλο, μπορεί να χάσει ένα-δύο λεπτά από τη μνήμη πριν το ατύχημα ή καμιά φορά και ένα και δύο και δέκα και είκοσι χρόνια πριν και όλες οι μνήμες να εξαφανιστούν. Εάν η μνήμη ήταν αποθηκευμένη στην ψυχή, η ψυχή ούσα άυλη δεν θα έπρεπε να έχει χάσει τις μνήμες.
Επομένως, δεν χρειαζόμαστε την ψυχή στη ζωή μας;
Δεν χρειάζεται η ψυχή. Είναι μη αναγκαία. Μπορεί να πεις βέβαια και ποιος είναι ο λόγος να αναφέρεσαι για κάτι που ούτε καν χρειάζεται να το αναφέρεις, εφόσον λες ότι δεν είναι ανάγκη. Νομίζω ότι είναι καλό να αντιληφθεί ο κόσμος ότι, βρισκόμαστε εδώ και μόνον και ότι δεν υπάρχει τίποτα μέσα μας που είναι άυλο και φάντασμα. Πιθανώς, αν το κατανοούσαμε, να σταματούσαν να κατατρέχουν και εκείνους που είναι αλλόθρησκοι, που είναι αποστάτες, που είναι άθεοι.
Όπως ξέρεις, τουλάχιστον σε ορισμένα μέρη της γης, αυτοί που πιστεύουν ότι έχουν ψυχή, θεωρούν τους εαυτούς τους σαν ευνονημένους από το Θεό και μπορεί να σου κόψουν το λαιμό. Οπότε, δεν νομίζω ότι να ευνοούμε τις σκέψεις αυτές, ότι δηλαδή υπάρχουν ψυχές, βοηθά, μάλλον κακό κάνουν. Σε ορισμένους πολιτισμούς για παράδειγμα αλλά και στους δικούς μας νωρίτερα, έκοβαν το κεφάλι του άλλου για τις θρησκείες.

Οπότε, με ρώτησες τι είναι η ζωή: εδώ έχεις μια ζωή που ξέρεις ότι υπάρχει. Αυτή είναι η ζωή που έχουμε και ορισμένοι πάνε να σε σκοτώσουν για να κερδίσουν την άλλη ζωή. Σκοτώνονται τελικά και οι ίδιοι και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι υπάρχει άλλη ζωή. Εάν τους πεις ότι δεν υπάρχει ψυχή μπορεί να έχουν λιγότερο ενθουσιασμό να σου κόψουν το λαιμό.

Αν η ψυχή είναι τελικά κάτι άυλο και καθόλου χρήσιμο, γιατί την αναφέρουμε τότε συνεχώς στη ζωή μας;
Ο καθένας μπορεί να θεωρήσει ότι έχει μέσα του ό,τι θέλει. Όμως εγώ είμαι πατέρας και είμαι και παππούς. Βρίσκω μεγάλη ευχαρίστηση να παίρνω τα εγγόνια μου και να τα πηγαίνω στην παιδική χαρά. Μου αρέσει να παίρνω την εγγονή μου, που είναι αρκετά μεγάλη για να το καταλάβει και να την πηγαίνω στο τσίρκο. Δεν νομίζω λοιπόν ότι υστερώ από αισθήματα, από θλίψη, από πόνο, από αγάπη σε σχέση με κάποιον άλλον που θεωρεί ότι έχει μια ψυχή αθάνατη και ότι ο θεός τον προστατεύει. Δεν έχουμε ανάγκη να επικαλεστούμε φαντάσματα μέσα μας, για να ευχαριστηθούμε από τη ζωή και να δείξουμε και στους άλλους αυτό που τους αρμόζει, ότι έχουν δίπλα τους έναν συνάνθρωπο.
Σε μια μελέτη που έγινε μεταξύ παιδιών θρήσκων γονέων (χριστιανών και μωαμεθανών) και άθεων γονέων στον τομέα του αλτρουισμού, βρήκαν ότι τα παιδιά των άθεων είχαν πιο καλά αποτελέσματα στον αλτρουισμό. Δηλαδή, δεν χάνεις με το να είσαι άθεος και δεν θα πρέπει να θεωρείσαι λιγότερο καλός άνθρωπος. Απλώς λέω ότι δεν νομίζω πως υπάρχει διαφορά στη συμπεριφορά του ανθρώπου, γιατί θα βρεις καλούς ανθρώπους και στους θρήσκους που πιστεύουν ότι έχουν ψυχή και σε άλλους που πιστεύουν ότι δεν έχουν ψυχή. Δεν είναι ανάγκη δηλαδή να ανέχεσαι αυτά τα φαντάσματα που κουβαλάς μέσα σου για να μπορέσεις να ευχαριστηθείς από τη ζωή και να μην είσαι και ένας καλός πολίτης στους συμπολίτες σου.
Να επιμείνω για την έννοια της ψυχής: η ψυχή δεν δίνει ένα νόημα στην ανθρώπινη υπόσταση και δεν καλύπτει μία ανάγκη μας να πιστεύουμε κάπου; Τι θα ήμασταν χωρίς ψυχή; Μόνο εγκέφαλος και όργανα του σώματος;
Η συνείδηση όπως ανέφερα, διαιρείται σε δύο: εάν κόψεις το σώμα που ενώνει τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου. Τώρα βέβαια μπορεί να ρωτήσεις την επιστήμη να εξηγήσει πώς 1,3 κιλά εγκέφαλος δημιουργεί την αγάπη, δημιουργεί το κόκκινο, το πράσινο χρώμα...η επιστήμη δεν μπορεί να τα εξηγήσει αυτά. Αλλά με το να επικαλεστείς την ψύχη δεν εξηγείς τίποτα. Αλλά ας μην προτρέχουμε αμέσως: «Α, εδώ είναι ο Θεός», «εδώ είναι η ψυχή», δεν μπορεί να εξηγήσει τίποτα αυτή η θέση. Για τον ψυχολόγο τουλάχιστον, είναι αρκετό να σκέφτεται ότι έχει μπροστά του έναν εγκέφαλο, ο οποίος είναι λαξευμένος από το περιβάλλον. Αρχικώς είχε ένα γενικό προίκισμα, το οποίο δημιούργησε αυτόν τον εγκέφαλο με τα συστατικά που πήρε από το περιβάλλον συν από τη μήτρα της μητέρας. Αν η μητέρα κάπνιζε ή αν έπινε ο πατέρας, ακόμα και πριν δώσει το σπέρμα, αυτά επηρεάζουν τι θα συμβεί επιγενετικά και επηρεάζουν ποια γονίδια θα εκφραστούν.
Επομένως, η έννοια της ψυχής πιστεύετε ότι συνδέεται και με τις θρησκευτικές δοξασίες οι οποίες στην σκληρή τους έκφραση μπορεί να εγκυμονούν άσχημα αποτελέσματα για τον ανθρώπινο πολιτισμό;
Αν εμείς οι δύο γεννιόμασταν στο Αφγανιστάν και ακούγαμε ότι μια γυναίκα έκαψε το Κοράνιο και οι δυό μας ή και ο ένας μας, θα πηγαίναμε να τη λιθοβολίσουμε μαζί με τους άλλους γιατί δεν θα μπορούσαμε πλέον να το ανεχθούμε ότι κάποιος μας προσέβαλε το Θεό μας. Αν ακούγαμε ένας από μας τους δύο, που γεννηθήκαμε στην Ελλάδα, ότι μία γυναίκα έκαψε τη Βίβλο, δεν θα μας καιγόταν καρφί. Η μόνη διαφορά είναι ότι γεννηθήκαμε σε διαφορετικό περιβάλλον που μας έκανε είτε να την λιθοβολίσουμε είτε να μην την λιθοβολίσουμε. Αυτό λοιπόν είναι αρκετό να σκεφτείς, να αντιληφθείς τη συμπεριφορά και να την αλλοιώσεις. Δεν χρειάζεται να επικαλεστείς φαντάσματα.
Ο εγκέφαλος λαξεύεται με την ιδεολογία και το περιβάλλον. Ο εγκέφαλος επλάσθη μια φορά λόγω της βιολογίας με τα συστατικά που βρήκε για να φτιάξει τους νευρώνες και μετά έμεινε λαξευμένος από τις επιδράσεις του περιβάλλοντος: την ακτινοβολία, αν ο άνθρωπος μικρός χτύπησε το κεφάλι του, αν πήγε στο κατηχητικό ή βρήκε κάποιον άλλον που τον επηρέασε διαφορετικά. Αυτό δημιουργεί την ψυχολογία: μην κοιτάς την ψυχολογία σαν παράγοντα. Η ψυχολογία είναι το αποτέλεσμα. Δηλαδή υπάρχουν δύο και μόνο παράγοντες που ευθύνονται για τη συμπεριφορά σου και τη συμπεριφορά μου. Είναι το γενετικό μας προίκισμα και το περιβάλλον. Δεν υπάρχει άλλος, αν βρεις κάποιον άλλον τότε θα παρείς το βραβείο Νόμπελ. Η  ψυχολογία είναι το αποτέλεσμα, η συμπεριφορά είναι το αποτέλεσμα αυτών των δύο παραγόντων, δεν μπορείς να τους βάλεις παραπάνω ευθύνη.
Η σχέση εγκεφάλου και συμπεριφοράς είναι μονόδρομη ή αμφίδρομη;
Ο εγκέφαλος εάν σκεφτείς, εάν πάρουμε συγκεκριμένο παράδειγμα, είναι ένα πρόσωπο σε κατάθλιψη. Αυτές οι καταθλίψεις διαρκούν 6 μήνες καμιά φορά, μετά για άλλους 6 μήνες είναι καλά και επιστρέφει μετά για άλλους 6 μήνες η κατάθλιψη. Το ίδιο πρόσωπο δεν μπορεί να πει στον εγκέφαλό του: «Α, κοίταξε εγκέφαλε, δημιούργησε παραπάνω σεροτονίνη για να με βγάλεις από την κατάθλιψη», δεν το καταλαβαίνω. Ο εγκέφαλος είμαστε εμείς, δεν είναι κάτι άλλο που θα πάει να επιδράσει πάνω στον εγκέφαλο. Πάλι η ενέργεια του εγκεφάλου είναι η συμπεριφορά, η προσωπικότητα, η ψυχολογία που μου αναφέρεις, δεν υπάρχει κάτι άλλο. Άλλο βέβαια ότι το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αν παει και κόψει τις φλέβες του. Μετά θα έχει άλλα αποτελέσματα και η ζωή του θα αλλάξει. Πάντως δεν είναι ότι εμείς μπορούμε να επηρεάσουμε τον εγκέφαλό μας, εμείς είμαστε ο εγκέφαλός μας.
Οι ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις βοηθούν στην αναδιαμόρφωση του εγκεφάλου και στη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών;
Σαφώς και βοηθούν. Όπως βοηθάει να μιλήσεις σε ένα φίλο, σε ένα ιερέα, ακόμα καλύτερα είναι να μιλήσεις σε ένα ψυχολόγο, γιατί οι ψυχολόγοι έχουν μια πείρα, έχουν μελετήσει επιστημονικά τι μπορεί να βοηθήσει ένα πρόσωπο στη δική σου περίπτωση και τα συμπτώματά σου. Αν έχεις εμμονές, φοβίες, κατάθλιψη, ο ψυχολόγος έχει μελετήσει τέτοια γεγονότα και μπορεί να βοηθήσει. Η συμπεριφορά δεν είναι αμετάκλητη, ο εγκέφαλος δεν είναι μη αλλοιώσιμος, αντιθέτως! Εσύ τώρα θα φύγεις από εδώ και θα έχεις διαφορετικό εγκέφαλο από πριν και εγώ παρομοίως και τότε θα θυμάμαι ότι είσαι ο Χάρης. Αυτό σημαίνει ότι ο εγκέφαλός μου άλλαξε. Αν είναι έτσι λοιπόν, τότε ο εγκέφαλος ο δικός μου θα είναι διαφορετικός αφότου σου μίλησα, παρά πριν σου μιλήσω. Δεν είμαστε οι σκλάβοι του χθες και οι ψυχολόγοι κάνουν πολύ καλή δουλειά.
Εγώ ήμουν ψυχολόγος για 30 χρόνια με πειραματόζωα. Ο λόγος που μελετάμε τα πειραματόζωα είναι ότι είναι παρόμοια με εμάς σε πολλά πράγματα, μάθηση, conditioning και άλλα πράγματα και αν μου επιτρέψεις να σου αναφέρω ότι γνώρισα τον B.F. Skinner. Όταν ήμουν επικεφαλής για ένα χρόνο στο Colloquium στο McGill University, σαν μεταπτυχιακός μαθητής τον κάλεσα να μιλήσει και να κουβεντιάσαμε για τις σκέψεις του, σχετικά με το βιβλίο του που έγραψε «Beyond Freedom and Dignity» και είπε αυτά που σου είπα και εγώ. Αυτά τα είπε ο Skinner πρώτα και ακόμα νωρίτερα τα είπε ο Ιπποκράτης: ότι από τον εγκέφαλο και μόνο από εκεί, προέρχονται η χαρά, το γέλιο, η λύπη, τα δάκρυα καθώς και οι κινήσεις μας, οι αισθήσεις μας.
Ακούμε πολύ συχνά την απλή φράση: «σκέψου θετικά και θα νιώσεις καλύτερα». Μπορεί μία θετική αλλαγή σκέψης, να αλλάξει τη ζωή μας;
Αυτά είναι τεχνάσματα. Δηλαδή αν σου πω ένα τέχνασμα, ότι κάθε φορά που αισθάνεσαι πανικό να σκεφτείς τα δέντρα σε ένα δάσος που σου άρεσε, εσύ μετά το εφαρμόζεις και μπορεί να έχει αποτέλεσμα, γιατί όχι. Οι πειραματιστές ψυχολόγοι εξετάζουν τη λειτουργία του εγκεφάλου και βρίσκουν ότι οι συνάψεις του εγκεφάλου έχουν ρευστότητα και μπορούν να αλλοιωθούν. Τότε έχουμε το φαινόμενο unlearning extinction, δηλαδή ο οργανισμός μπορεί να ξεμάθει μία συμπεριφορά: δηλαδή μπορεί αρχικά ένας οργανισμός να «παγώσει» επειδή του έχεις κάνει ηλεκτροσόκ, ενώ μετά, αφότου βλέπει ότι δεν υπάρχει ηλεκτροσόκ, μαθαίνει τη καινούρια συμπεριφορά και χάνει αυτή τη φοβία που είχε πρώτα, οπότε μετακινείται και δεν παγώνει πλέον. Μπορεί κάλλιστα αυτά να ερμηνευτούν σύμφωνα με τις συνάψεις που αναφέρεσαι.
Έχουμε βρει πώς ενεργοποιούνται τα συναισθήματα στον εγκέφαλο μας;
Ορισμένοι επιστήμονες βάζουν τον άνθρωπο στον μαγνητικό τομογράφο και ψάχνουν να βρουν ποιο μέρος του εγκεφάλου ενεργοποιείται εάν το πρόσωπο αυτό βλέπει εικόνες από το αγαπημένο του πρόσωπο σε σύγκριση με ουδέτερες εικόνες. Συνήθως το μεταιχμιακό σύστημα, ο έλικας του προσαγωγίου ενεργοποιούνται σχεδόν σε όλα τα παρόμοια ερεθίσματα και σε άλλα όπως στον πόνο και στη θλίψη. Δεν είναι σίγουρο δηλαδή που ακριβώς ενεργοποιούνται, πιθανώς είναι πολλά σημεία του εγκεφάλου που απασχολούνται όταν βλέπουμε το αγαπημένο μας πρόσωπο και ίσως έχουν κάποια σχέση με τον τρόπο που δημιουργείται η αγάπη.
Αν ανακαλύψουμε στον εγκέφαλο το συγκεκριμένο σημείο που ευθύνεται για το συναίσθημα της αγάπης, δεν θα θέλουμε να το ενεργοποιούμε συνέχεια προκειμένου να νιώσουμε αγάπη; Μήπως υπάρχει φόβος ότι θα καταντήσουμε πειραματόζωα στην καθημερινή μας ζωή;
Νομίζω ότι δεν θα είναι εφικτό αυτό, δεν θα είναι δηλαδή μόνο ένα σημείο που θα μπορέσεις να ενεργοποιήσεις απλά. Αυτό όπως και τα άλλα ένστικτα που λέγαμε, ενεργοποιούν σημαντικά μέρη του εγκεφάλου, δηλαδή μεγάλες περιοχές όπως αναφέρονται πιθανώς για το σύστημα ανταμοιβής της ντοπαμίνης που ασχολείται με τον μεσομεταιχμιακό και τον επικλινή πυρήνα και πιθανώς να έχουν σχέση και με τα άλλα ένστικτα όπως το φαγητό, το σεξ, το οποίο είναι βέβαια άμεσα συνδεδεμένο με την αγάπη, αν εννοούμε την ετεροφυλόφιλη, όπως επίσης και το ερέθισμα της εξερεύνησης. Αυτά τα συστήματα του εγκεφάλου συνδέονται και με άλλα ένστικτα και όσον αφορά το να μπορέσεις να υπερβείς το πρόβλημα του να βρεις έναν σύντροφο και αντί αυτού να κάνεις ερεθισμό κατευθείαν μέσα στον εγκέφαλο για να νιώσεις αγάπη, το βλέπω δύσκολο τουλάχιστον ανατομικώς. Βέβαια, αυτό συμβαίνει όταν προσπαθείς να βρεις την ευτυχία με τα ναρκωτικά, με την κοκαϊνη που αρχικώς σου δίνει αυτήν την ευχαρίστηση αλλά μετέπειτα υπάρχουν προβλήματα εθισμού και δεν μπορείς να πετύχεις την ίδια ευχαρίστηση ξανά.
Υπάρχει ένας δημοφιλής μύθος που ισχυρίζεται ότι χρησιμοποιούμε το 10% του εγκεφάλου μας. Τι πιστεύετε εσείς για αυτό και τελικά τι ποσοστό του εγκεφάλου μας χρησιμοποιούμε;
Θα σου δώσω μια διαφορετική απάντηση. Το 10% νομίζω είναι μια ύβρις. Έχουμε τεράστια αποθέματα και αν κατορθώναμε να τα ενεργοποιήσουμε αυτά τα άλλα 90%, τότε θα πηγαίναμε ακόμα πιο γρήγορα προς εκεί που κατευθυνόμαστε. Τούτη τη στιγμή βέβαια, δεν βλέπω ότι κατευθυνόμαστε στο σωστό δρόμο γιατί καταστρέφουμε τα άλλα ζώα και τα φυτά και τελικά θα είναι και για το ίδιο το είδος μας. Αλλά σκέψου το εξής, στην νόσο του Πάρκινσον ένας πυρήνας που χάνει νευρώνες είναι η μελανά ουσία, για να γίνεις Παρκινσονικός, πρέπει να χάσεις πάνω από το 80% από τους νευρώνες σε αυτό το πυρήνα που περιέχει ντοπαμίνη. Αν χάσεις μόνο 70% δεν έχεις συμπτώματα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι υπάρχει εφεδρικότητα, υπάρχουν εφεδρικοί νευρώνες οι οποίοι κάνουν παρόμοιο πράγμα όπως και άλλοι, αλλά είναι εκεί σε περίπτωση που άλλοι έχουν πρόβλημα να αντικαταστήσουν.
Αν στο ποδήλατό μου βάλω άλλες δύο ρόδες δεν θα πάω πιο γρήγορα. Και αυτό νομίζω έχουμε μπερδέψει: ότι ο εγκέφαλος έχει πολλά εφεδρικά κύτταρα και βρίσκονται ακριβώς εκεί για την περίπτωση που θα δεχθείς ένα χτύπημα στο κεφάλι ώστε να μην γίνεις αμέσως ασθενής και ανάπηρος. Έτσι τα δημιούργησε η φύση. Εγώ προσπάθησα να καταστρέψω την οσμή στον αρουραίο και θεώρησα ότι το κατάφερα σε ποσοστό πάνω από το 95% του οσφρητικού λοβού στον εγκέφαλο του. Οι αρουραίοι όμως κατάφεραν να βρουν που ήταν κρυμμένο το σοκολατάκι και που δεν υπήρχε το σοκολατάκι. Βλέπεις, αυτοί οι άλλοι νευρώνες χρειάζονταν σε περίπτωση που οι άλλοι χάνονταν. Όπως και στην νόσο του Πάρκινσον χρειάζεται να χάσεις πάνω από το 80% των νευρώνων για να εμφανιστούν τα συμπτώματα και κατά τη σκέψη μου και θα το έχουν πει και άλλοι αυτό, απλώς δεν έχω διαβάσει κάποιον άλλον να το λέει, ότι ο εγκέφαλος δεν εξαρτάται από κανένα συγκεκριμένο νευρώνα μόνο και μόνο. Μπορεί να χάσεις πολλούς νευρώνες από ορισμένες περιοχές και να μην παρουσιάσεις κανένα ελάττωμα όπως είπαμε για τη μελανά ουσία με τη νόσο του Πάρκινσον.
Επομένως, χρησιμοποιούμε όλον τον εγκέφαλο μας και έχουμε την ικανότητα να το κάνουμε. Εγώ όταν σου μιλάω εσένα τώρα χρησιμοποιώ τον εγκέφαλό μου και δεν πρόκειται εγώ να γίνω Αϊνστάιν εάν μου δώσεις κάποια στρατηγική να ενεργοποιήσω ακόμα και περισσότερους νευρώνες. Δεν πρόκειται να γίνω. Στο λέω. Διαφορετικά θα είχαμε πολλούς Αϊνστάιν.  Αλλά το θεωρώ ύβρη γιατί νομίζουμε ότι είμαστε τόσο έξυπνοι... Εγώ νομίζω ότι είμαστε άλλος ένας πρωτεύοντας οργανισμός πάνω στον πλανήτη που είχε την ικανότητα να φτιάξει μια τεχνολογία, η οποία σήμερα απειλεί την ύπαρξή μας.
Έχετε αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της έρευνάς σας στη μελέτη της νόσου του Parkinson και της νόσου του Alzheimer. Πόσο κοντά πιστεύετε ότι είμαστε στην εύρεση μίας θεραπείας για τις δύο νόσους;
Πριν από 20 χρόνια περίπου, ήρθε στην Αυστραλία ο Eric Kandel να μας μιλήσει και αναφέρθηκε στα ΜΜΕ ότι το πρόβλημα της νόσου του Αλτσχάιμερ θα λυθεί σε 15 χρόνια. Του είπα ότι έκανε μία ωραία ομιλία, εκτός από αυτό. Δεν του άρεσε που του το ‘πα. Εγώ νομίζω ότι δεν θα λυθεί ποτέ, δηλαδή ότι δεν θα θεραπευτεί ποτέ η νόσος του Αλτσχάιμερ, δηλαδή η άνοια. Μπορεί όμως να καθυστερήσει η έλευσίς της και αυτό είναι στα χέρια μας: εάν κάνουμε σωματική άσκηση για παράδειγμα τότε έχουμε λιγότερες πιθανότητες να εκδηλώσουμε άνοια ή νόσο του Αλτσχάιμερ. Γενικώς, πράγματα που ενοχλούν το καρδιαγγειακό σύστημα επίσης προδιαθέτουν και για άνοια, εκ των οποίων είναι και η νόσος του Αλτσχάιμερ. Αυτά ξέρουμε ότι μπορούν να γίνουν και μπορεί κάποια στιγμή να βγει και ένα εμβόλιο που να μας προστατεύει. Κάποιος όμως που έχει τη νόσο του Αλτσχάιμερ και πιστεύει ότι μπορεί να γίνει καλά, νομίζω ότι πρέπει να το ξεχάσουμε.
Γνωρίζουμε ότι έχετε εκδόσει πρόσφατα το τελευταίο σας βιβλίο «Κατ΄εικόνα». Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτό;
Το κύριο ενδιαφέρον μου μέσα από το βιβλίο, ήταν να εκλαϊκεύσω ορισμένα από αυτά που είχα μάθει στην νευροψυχολογία αλλά επίσης και να παρουσιάσω τη ζημιά που κάνει ο άνθρωπος στο περιβάλλον. Αυτό το βιβλίο είναι το πλοίο μέσα από το οποίο ταξιδεύουν οι ψυχολογικές σκέψεις και ιδιαίτερα εκείνες της νευροψυχολογίας και της νευροεπιστήμης. Οι αποτυπώσεις μπορεί μεν να είναι εκλαϊκευμένες όμως αν το διαβάσει κανείς θα δει ότι είναι καλά διατυπωμένες.
Μάλιστα, σε ένα σημείο στο βιβλίο μου, ένας από τους πρωταγωνιστές έχει καρκίνο στο δεξιό κροταφικό λοβό, μέσα από διάφορα συμπτώματα που αναγράφονται στο βιβλίο. Μία νηπιαγωγός λοιπόν που διάβασε το βιβλίο, όταν άκουσε μία φίλη της με τα ίδια συμπτώματα, νόμιζε ότι είχε καρκίνο στον εγκέφαλο. Δεν της το είπε φυσικά, όμως την επόμενη βδομάδα ο γιατρός της βρήκε ακριβώς αυτό. Δηλαδή, στο βιβλίο μπορείς να βρεις ιδέες που εμείς στην νευροψυχολογία τις γνωρίζουμε και είναι μεταφερμένες με ακρίβεια αλλά παραέξω δεν ήταν γνωστές. Δεν είναι δηλαδή τόσο απλοποιημένες που να σκέφτεται κανείς ότι δεν είναι σωστές.
Και πιστεύω ότι προσφέρω κάτι σε αυτούς που έχουν ιδιαιτέρως πρόβλημα με το μίσος και με την αγάπη: να αντιληφθούμε ότι δεν έχουμε ελευθέρα βούληση και μπορώ να σου δώσω μια ένδειξη προς την αγάπη, το ότι δεν υπάρχει ελευθέρα βούληση. Είναι κάτι που το λένε φιλόσοφοι και νευροεπιστήμονες όλο και πιο συχνά τώρα εδώ και πολλά χρόνια. Λοιπόν, βλέπεις ότι στον έρωτα δεν επιλέγεις εάν κάποιος σε αφήσει, πόσες φορές θα έχεις δει ως ψυχολόγος ανθρώπους που θα σου έχουν πει: «Θέλω να τον  ξεχάσω, αλλά δεν μπορώ. Θέλω! Δεν μπορώ!». Τι σημαίνει αυτό; Δεν υπάρχει ελευθέρα βούληση στο ζήτημα της αγάπης. Μπορεί το πρόσωπο αυτό να μην του φέρεται πλέον καλά, ακόμη και να τους κακοποιεί, όμως ακόμα αγαπούν αυτό το πρόσωπο και θέλουν να το ξεχάσουν αλλά δεν μπορούν. Και αν γίνει αυτό αντιληπτό, τότε μπορεί να αποφύγουμε και ορισμένα πράγματα, όπως το μίσος που έχουμε ορισμένες φορές, δηλαδή εκεί που στρέφεται εμμέσως η αγάπη σε θέληση να εκδικηθείς το πρόσωπο. Ορισμένοι αν και ακόμη το αγαπούν, είναι ικανοί να το σκοτώσουν.
Το σύνηθες βέβαια είναι ότι το 50% ή παραπάνω από το 50% από αυτούς που τους παρατάει κάποιος, πάνε και τον ενοχλούν στο σπίτι του, στο ίντερνετ, στην εργασία του. Καμιά φορά τον χτυπούν ή πιο συχνά να πούμε ότι την χτυπούν. Καμιά φορά τη σκοτώνουν. Καμιά φορά αυτοκτονούν οι ίδιοι. Όλα αυτά μπορούμε να κάνουμε το πρόσωπο να αντιληφθεί ότι η αγάπη είτε συμβαίνει είτε δε συμβαίνει και όπως εσύ δεν μπορείς να απαρνηθείς την αγάπη σου για αυτό το πρόσωπο έτσι και αυτό δεν μπορεί να σε αγαπήσει εσένα πλέον. Και έτσι μπορείς να βοηθήσεις το πρόσωπο αυτό ώστε να μην γίνονται αυτά που μετά είναι κρίμα για όλους.
Το βιβλίο ασχολείται με την αγάπη, ασχολείται με το μίσος και αυτά τα πράγματα είναι σύμφωνα με τις ιδέες του Ιησού. Είναι επίσης το βιβλίο μια νευροεπιστημονική προσέγγιση στις θεωρίες του Ιησού. Ο Ιησούς είπε «Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» σε αυτούς που τον σταύρωναν. Και να σκεφτείς η νευροψυχολογία σήμερα, λέει ότι δεν υπάρχει ελευθέρα βούληση και ένας από τους ήρωες μέσα στο μυθιστόρημα τον οποίον τον χτύπησαν χωρίς έλεος, είπε μετά ότι δεν ήθελε να καταφύγει δικαστικώς στο πρόσωπο που τον χτύπησε γιατί αν αυτό το πρόσωπο ήξερε αυτά που ξέρουμε εμείς, θα ήταν μαζί μας και αν εμείς δεν ξέραμε αυτά που ξέρουμε θα ήμασταν μαζί του.
Δηλαδή καταλαβαίνεις ότι σου λέει ότι το περιβάλλον σε διαμορφώνει και βλέπεις μονοζυγωτικά δίδυμα. Του ενός του σκοτώνουν τον αδελφό του. Ένα από τα μονοζυγωτικά δίδυμα πεθαίνει μέσα στο βιβλίο. Το άλλο το αδέρφι πάει στη φυλακή να συγχωρήσει το φονιά και να υποστηρίξει οικονομικώς την οικογένειά του, επειδή αυτός ήταν στη φυλακή και δεν μπορούσε να πληρώσει πλέον τα προς το ζην. Δηλαδή είναι μια νευροψυχολογική προσέγγιση προς τον Ιησού και νομίζω ότι θα βρεις μέσα στο βιβλίο ιδέες, με τις οποίες θα συμφωνήσεις από επιστημονικής πλευράς.

ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ. Γιώργος Παξινός: O Έλληνας που χαρτογράφησε τον ανθρώπινο εγκέφαλο μιλά στο LiFO.gr Πηγή: www.lifo.gr

Σάββατο πρωί και ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος κάνει τη συνηθισμένη του διαδρομή. 
Παρατηρώ τους επιβάτες που κάθονται γύρω μου.   Επαίτες, υπάλληλοι, κάποιοι που διαβάζουν, άλλοι που στρέφουν το βλέμμα τους έξω από το παράθυρο και αρκετοί οι οποίοι έχουν απορροφηθεί στα ακουστικά τους. Ένα πλήθος διαφορετικών περιπτώσεων που δημιουργούν χιλιάδες αιωρούμενες σκέψεις μέσα στο βαγόνι. 

Εκείνο το ζεστό πρωινό ο δικός μου προορισμός ήταν ο τόπος συνάντησης με τον καθηγητή Γιώργο Παξινό, τον άνθρωπο που χαρτογράφησε τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Άραγε πώς θα αντιδρούσε στην παραπάνω εικόνα; Ποια είναι η αθέατη πλευρά των σκέψεων και τι επιρροή έχει ο νους στη ζωή μας; O Γιώργος Παξινός γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1944. Είναι καθηγητής Ψυχολογίας και Ιατρικών Επιστημών στο Neuroscience Research Australia του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας στο Σίδνεϊ. 

Οι τιμητικές διακρίσεις και οι βραβεύσεις του είναι αναρίθμητες. 22.11.2018 Έλληνας επιστήμονας ανακάλυψε μια άγνωστη έως τώρα περιοχή στον ανθρώπινο εγκέφαλο Οι περισσότεροι νευροεπιστήμονες απορρίπτουμε τον όρο «ψυχή». Συγκεκριμένα, το 1930 οι ψυχολόγοι σταμάτησαν να αναφέρονται στην ψυχή και άρχισαν να μιλούν για συμπεριφορά, ερέθισμα και αντίδραση. Όταν επέρχεται ζημιά σ' έναν λοβό του εγκεφάλου, επέρχεται ζημιά στη συμπεριφορά του ανθρώπου.   Ενδεικτικά, εξελέγη μέλος της Αυστραλιανής Ακαδημίας Επιστημών το 2009 και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 2012.   
Παράλληλα, έχει καταφέρει να καταξιωθεί διεθνώς για την προσφορά του στην ιατρική επιστήμη με πλειάδα επιστημονικών δημοσιεύσεων.   

Το έργο του έχει ξεχωρίσει διότι έχει κατασκευάσει τους περισσοτέρους άτλαντες του εγκέφαλου κι έχει ανακαλύψει τους περισσοτέρους πυρήνες (περιοχές του εγκέφαλου) από οποιονδήποτε άλλον επιστήμονα, ενώ, εκτός από τον εγκέφαλο, χαρτογράφησε και τον νωτιαίο μυελό. Ειδικότερα, έχει ανακαλύψει 91 περιοχές (πυρήνες) στο κεντρικό νευρικό σύστημα και σε πολλές έχει δώσει ελληνικά ονόματα.   
Συναντηθήκαμε σε ένα διαμέρισμα που θύμιζε παλιά Αθήνα στο πλαίσιο της διήμερης παραμονής του στην Ελλάδα με αφορμή μια ομιλία που έδωσε στο Πανελλήνιο Συνέδριο Νευροψυχολογίας.   

Λίγο πριν ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας εστιάζει στην ενεργό δράση του όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στο σπίτι του διαπιστώνω την αγάπη του για το ποδήλατο, το κολύμπι, το τάνγκο και το χασάπικο, αλλά κυρίως τη λατρεία του για το νησί του, την Ιθάκη. Μπροστά μου έχω έναν επεξηγηματικό συνομιλητή που χρησιμοποιεί πολλά παραδείγματα αλλά και αποφθέγματα προκειμένου να γίνει κατανοητή η αναλυτική του σκέψη.   
Μιλά χαμηλόφωνα για τις επιστημονικές του ανακαλύψεις και ο τόνο της φωνής του ανεβαίνει όταν αναφέρεται σε θέματα που τον ενοχλούν.   Στη συνέντευξη που ακολουθεί, εκτός από την ενδιαφέρουσα εξερεύνηση στα μονοπάτια του εγκεφάλου, σχολιάζει την οικονομική κρίση, ψυχογραφεί τους Έλληνες, αναφέρεται στην ψυχή και στην ελεύθερη βούληση, στη συνείδηση, στα ανήθικα πειράματα, στην αγάπη και στον έρωτα αλλά και στο τι τον έμαθε το νησί του, η Ιθάκη.   
Ο νους είναι ο αφηγητής του εγκεφάλου και η συμπεριφορά το απότοκο. Άρα, σμιλευόμαστε ως άτομα από τις εμπειρίες διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα μας, καθώς και από το γενετικό υλικό με το οποίο έχουμε προικιστεί.

  
— Ως Έλληνας της διασποράς φαντάζομαι πως παρακολουθείτε την πολιτική επικαιρότητα στην Ελλάδα. Πώς σχολιάζετε την κρίση που μαστίζει τη χώρα μας; 
Αν και λείπω πάνω από πενήντα χρόνια από την Ελλάδα, εξακολουθώ να την επισκέπτομαι συχνά. Παράλληλα, παρακολουθώ, όσο προλαβαίνω, την επικαιρότητα από την ειδησεογραφία.   Έχω ψηφίσει σε ελληνικές εκλογές και επιλέγω να έχω άμεση επαφή με τα κοινά της γενέτειράς μου. Θεωρώ ότι είμαστε ένας λαός που αποτελείται από ένα κράμα αίγλης και αθλιότητας. Πολλά τα αποδίδουμε στους ξένους, οι οποίοι πιστεύουμε ότι συνεχώς μας εκμεταλλεύονται.   Προφανώς, η Ελλάδα δεν μπορεί να προσφέρει πλούτο στον λαό της, αλλά μπορεί να του χαρίσει μια ποιότητα ζωής. Όμως, αυτό που διακρίνω, ειδικά τα τελευταία χρόνια, είναι ότι ζούμε με τη συνθήκη που μας υπενθυμίζει διαρκώς ότι στη χώρα αυτή πάντοτε επικρατεί το δίκαιο του ισχυρού.   
— Νιώσατε ποτέ ξένος στην Ελλάδα; 
Όχι, μόνο κάποιες φορές που ξεχνιέμαι και χρησιμοποιώ αγγλικές λέξεις όταν πηγαίνω να ψωνίσω. Είναι οι στιγμές που ξαφνικά βλέπω τις τιμές να αυξάνονται. Υπήρξε καλοκαίρι που αγόρασα το ακριβότερο καρπούζι στην Ελλάδα (γέλια). 
— Τετρακόσιες χιλιάδες νέοι άνθρωποι έχουν φύγει στο εξωτερικό. Τι συμβουλή θα δίνατε σήμερα στους νέους που έχουν μείνει πίσω; 
Να επενδύσουν σε συνεργασίες, να είναι γενναιόδωροι και να αποκτήσουν σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Παράλληλα, να έχουν κατά νου τη σκληρή δουλειά, την επιμονή, την υπομονή και την αφοσίωση.   Παρόλο που είναι δύσκολες οι προβλέψεις, θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να μείνουν στη χώρα τους και να παλέψουν για να δημιουργήσουν εδώ τον κόσμο τους. Κανείς δεν σου εγγυάται ότι το μέλλον είναι ευοίωνο στο εξωτερικό.   
— Πώς θα ψυχογραφούσατε τους Έλληνες; 
Τα δεινά του Έλληνα αποτελούνται από χρόνιες παθογένειες: το κάπνισμα, η κακή οδηγική συμπεριφορά, το δόγμα της Εκκλησίας πάνω από τον άνθρωπο, η αναξιοκρατία, οι νόμοι που δεν τηρούνται και η αδιαφορία του για το περιβάλλον.   Δείτε το παράδειγμα της παραίτησης του Κριμιζή, ενός ανθρώπου με διεθνή εμπειρία που ήθελε να προσφέρει και απηύδησε, ή τον τρόπο που οδηγούν στους δρόμους − υπάρχουν δύο ειδών οδηγοί: οι τρομοκράτες και οι τρομοκρατημένοι.   Για να είμαι δίκαιος, όμως, διαθέτουν και πολλά θετικά χαρακτηριστικά, όπως η φιλία, η μεγαλοσύνη, το φιλότιμο, η λεβεντιά και η ανάπτυξη ουσιαστικών ανθρωπίνων σχέσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι μια καλή φιλία σου προσδίδει μακροζωία.   Και στην Ελλάδα, εν αντιθέσει με πολλές χώρες, αν χρειαστείς βοήθεια ο γείτονάς σου θα επιδείξει συγκινητικό ενδιαφέρον. Ευτυχώς, αυτό το χαρακτηριστικό δεν το κατέπνιξε η κρίση. 
— Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε και πότε φύγατε από την Ελλάδα; 
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο νησί της Ιθάκης τον Δεκέμβρη του 1944. Ήταν μια εποχή μεταπολεμική και μετεμφυλιακή, με πολλές δυσκολίες, στερήσεις, ανελευθερία, πολιτικές διαφωνίες και το στίγμα του «αριστερού» να σε ακολουθεί ως κυρίαρχο εμπόδιο για το μέλλον.   Έφυγα σε ηλικία 19 ετών προκειμένου να σπουδάσω στις ΗΠΑ. Έτσι, σπούδασα Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ στην Καλιφόρνια και μετά πήρα το διδακτορικό μου από το Πανεπιστήμιο Μακ Γκίλ του Καναδά. Ξέρετε, το νησί μου με έμαθε ότι αν δεν αγωνιστείς σκληρά, δεν πρόκειται να επιτύχεις ή να σταδιοδρομήσεις σ' αυτό που θες να πρωταγωνιστήσεις επαγγελματικά.   Ο ιδρώτας είναι πιο σημαντικός από την έμπνευση. Θυμάμαι ότι από πολύ μικρή ηλικία είχα μια τάση για τη μελέτη και τη γνώση. Ακόμη και αν είχα μπροστά μου έναν τοίχο, μπορούσα να περάσω μέσα απ' αυτόν για να βρω τι κρύβεται από πίσω. 
— Τι αποκομίσατε από την ενασχόλησή σας με τον εγκέφαλο. Όλα από κει ξεκινούν και τελειώνουν; 
Ο εγκέφαλος είναι το μόνο όργανο που έχει έναν χάρτη του σώματος, έναν χάρτη του έξω κόσμου κι έναν χάρτη των εμπειριών μας. Ζυγίζει 1.300 γραμμάρια και περιέχει περίπου 1.000 πυρήνες, 2.000 μείζονες διασυνδέσεις, 200 σημαντικά ένζυμα, 20.000 γονίδια που εκφράζονται στον εγκέφαλο και 87 δισεκατομμύρια νευρώνες. Οι περισσότεροι νευροεπιστήμονες απορρίπτουμε τον όρο «ψυχή». Συγκεκριμένα, το 1930 οι ψυχολόγοι σταμάτησαν να αναφέρονται στην ψυχή και άρχισαν να μιλούν για συμπεριφορά, ερέθισμα και αντίδραση.   Όταν επέρχεται ζημιά σ' έναν λοβό του εγκεφάλου, επέρχεται ζημιά στη συμπεριφορά του ανθρώπου. Για παράδειγμα, στο Αλτσχάιμερ η εκφύλιση του εγκεφάλου δημιουργεί μια καταστροφική αλλαγή στη συμπεριφορά.   Εάν η ψυχή είναι εκεί όπου εδρεύουν τα κίνητρα, η λογική, οι αισθήσεις, οι μνήμες, οι αποφάσεις, τότε δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι υπάρχει. Υπάρχει ο εγκέφαλος που κάνει αυτήν τη δουλειά.   Οι περισσότεροι νευροεπιστήμονες πιστεύουμε ότι η συμπεριφορά μας είναι αποτέλεσμα δύο παραγόντων στους οποίους δεν έχουμε καμία επίδραση, άρα δεν έχουμε και ελεύθερη βούληση. 
— Άρα, να υποθέσω ότι οι αποφάσεις που παίρνουμε δεν είναι δικές μας και κατ' επέκταση δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση. 
Οι περισσότεροι νευροεπιστήμονες πιστεύουμε ότι η συμπεριφορά μας είναι αποτέλεσμα δύο παραγόντων στους οποίους δεν έχουμε καμία επίδραση, άρα δεν έχουμε και ελεύθερη βούληση.   Είναι οι εξής: ο γενετικός, διότι δεν επιλέγουμε τους γονείς μας, και ο κοινωνικός, που αφορά το περιβάλλον που μας περικλείει, δηλαδή δεν επιλέγουμε την κοινωνία όπου θα μεγαλώσουμε ούτε το αν η μητέρα μας κάπνιζε όσο διαρκούσε η κύηση.   Επομένως, ο νους είναι ο αφηγητής του εγκεφάλου και η συμπεριφορά το απότοκο. Άρα, σμιλευόμαστε ως άτομα από τις εμπειρίες διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα μας, καθώς και από το γενετικό υλικό με το οποίο έχουμε προικιστεί. Για να γίνει σαφές αυτό θα δώσω ένα παράδειγμα: στον τομέα της ρομαντικής αγάπης δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση. Μερικοί μπορεί να δηλώνουν ότι θέλουν να απαλλαγούν από την αγάπη τους, αλλά τελικά δεν τα καταφέρνουν, φτάνοντας στο σημείο ακόμη και να αυτοκτονήσουν.   Είναι σαν αυτό που έλεγε ο Σοπενχάουερ: «Ο άνθρωπος μπορεί να κάνει αυτό που θέλει, αλλά δεν μπορεί να θέλει αυτό που θέλει». Η αίσθηση, η αντίληψη και η συνείδηση εξαρτώνται απόλυτα από τον εγκέφαλο.   Εάν εσύ κι εγώ είχαμε γεννηθεί σε μια χώρα όπου λιθοβολούν τις γυναίκες, θα είχαμε τις ίδιες πιθανότητες να συμμετάσχουμε σε έναν λιθοβολισμό με εκείνους που γεννιούνται εκεί τώρα. 
 — Και η συνείδηση τι είναι; Η εσωτερική διανοητική ζωή μας. 
Είναι ο τόπος που αισθάνεται κάποιος όταν βιώνει την αγάπη, το μίσος, την άμετρη επιθυμία, τη ζήλια ή τον θαυμασμό.   Και όσο μεγαλύτερη είναι η πολυπλοκότητα του νευρικού μας συστήματος, τόσο μεγαλύτερο το ρεπερτόριο της συνείδησής μας. Και να θυμάστε ότι τη στέλνουμε στην εξορία όταν κοιμόμαστε χωρίς όνειρα και όταν είμαστε αναίσθητοι.   Εν κατακλείδι, είμαστε μέρος όλων αυτών που έχουμε γνωρίσει και συναντήσει. Κι όταν συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχουμε τίποτα άυλο μέσα μας που το ονομάζουμε «ψυχή» ίσως και να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. 
— Ο νους δεν μπορεί να επηρεάσει τον εγκέφαλο; 
Όχι, σε καμία περίπτωση. Ο νους είναι η ενέργεια του εγκεφάλου. Όπως και η σκιά μας δεν μπορεί να μας αναγκάσει να πράξουμε κάτι, έτσι και ο νους δεν εξαναγκάζει τον εγκέφαλο να κάνει κάτι που δεν θέλει.   Ποιος από εμάς δεν θα ήθελε να απορρίψει από τη ζωή του τις εμμονές του, τις ανησυχίες του, τους καταναγκασμούς του ή την κατάθλιψή του; Όμως είμαστε γονίδια λαξευμένα από την εμπειρία. Δεν είμαστε συντάκτες των σκέψεών μας αλλά απλοί παρατηρητές.   Οι καρδιοχειρουργοί έδειξαν ότι αν ένας άνδρας κάνει μεταμόσχευση καρδιάς μετά δεν αγαπά τη γυναίκα του πεθαμένου. 
— Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την ομοφυλοφιλία. Πιστεύετε ότι υπάρχει γενετική προδιάθεση; 
Οι επιστήμονες το έχουν παραδεχτεί. Η κληρονομικότητα επηρεάζει κατά έναν μεγάλο βαθμό, αλλά εξαρτάται και από το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνεις.   Απλώς διαφέρουμε κατ' άτομο στα ποσοστά και στο κατά πόσο τελικά θα φτάσουμε στο σημείο να εκδηλώσουμε την ομοφυλοφιλική συμπεριφορά. 
— Η σχιζοφρένεια πώς ορίζεται και πως εξηγείτε ότι μερικοί άνθρωποι έχουν παρεκκλίνουσα κοινωνική συμπεριφορά; 
Η σχιζοφρένεια είναι διαταραχή του νου και χαρακτηρίζεται από δυσκολία στις κοινωνικές σχέσεις και από την ανικανότητα του ασθενή να αντιληφθεί την πραγματικότητα.   Τώρα, όσον αφορά τις επιθετικές εγκληματικές ενέργειες ανθρώπων, θα σας πω τι είχα κάνει όταν ήμουν στο Γέιλ. Τότε προσπαθούσα να κάνω επεμβάσεις στους εγκεφάλους των γατών ώστε να μη σκοτώνουν ποντίκια και βρήκαμε μια εγκεφαλική περιοχή, την οποία αν την ερέθιζες με ηλεκτρικό ρεύμα, σταματούσε η επιθετικότητά της γάτας.   Αντίστοιχα, κάναμε πειράματα προσπαθώντας με τον ίδιο τρόπο να οδηγήσουμε γάτες να σκοτώνουν αρουραίους και πράγματι τα καταφέραμε.   Επομένως, πιθανολογείται ότι υπάρχουν νευρώνες στον εγκέφαλο που είτε βοηθούν είτε καταστέλλουν την επιθετικότητα σε συνδυασμό με την προδιάθεση και το κοινωνικό περιβάλλον.   Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι ο άνθρωπος έχει ακόμη απομεινάρια από τον εγκέφαλο των ερπετών και τα παλαιολιθικά συναισθήματα.   Ο Αιγύπτιοι, παρά τη φροντίδα που έδειχναν για τη μεταθανάτια ζωή, απερίσκεπτα πέταγαν τον εγκέφαλο και έστελναν γενεές Φαραώ ανεγκέφαλους στη μεταθανάτια ζωή. Εγώ είμαι άθεος, αλλά κι εσύ είσαι άθεος όσον αφορά τους θεούς άλλων ανθρώπων. Εγώ είμαι άθεος και για τον δικό σου Θεό. 
— Ποια είναι, λοιπόν, η πιο σημαντική ελευθερία που έχουμε; 
Καμία. Οι αποφάσεις μας είναι θέμα των νευρώνων, είτε επιλέγεις έναν σύντροφο είτε να δεις μια ταινία στον κινηματογράφο.  
 — Όμως η ενότητα ψυχής και μυαλού δεν κάνει την ανθρώπινη ύπαρξη ξεχωριστή; 
Οι άνθρωποι ανατομικώς έχουμε μεγαλύτερο εγκέφαλο απ' ό,τι θα περίμενε κανείς σε σχέση με το μέγεθος του σώματός μας. Για παράδειγμα, ο χιμπατζής, που είναι περίπου στο ίδιο μέγεθος μ' εμάς, έχει εγκέφαλο 600 γραμμαρίων και αυτή η διαφορά μας έχει δώσει τη δυνατότητα να γράψουμε υπέροχη μουσική, να δημιουργήσουμε πυρηνικά όπλα ή να κάνουμε πόλεμο.   Αν, λοιπόν, το δούμε πρακτικά και πολλοί άνθρωποι συνειδητοποιήσουν ότι δεν υπάρχει ψυχή, τότε ίσως αλλάξει και η κοσμοθεωρία τους και να πάψουν να πιστεύουν στη μεταθανάτια ζωή.   Η ζωή είναι αυτή που ξέρουμε ότι υπάρχει, καθετί διαφορετικό εξυπηρετεί άλλους σκοπούς, είτε πολιτικούς είτε θρησκευτικούς. Εμείς είμαστε ο εγκέφαλός μας. Ο εγκέφαλος είναι λαξευμένος από το περιβάλλον. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι μεγαλύτερος από των άλλων ζώων με παρόμοιο σωματικό βάρος και μας επιτρέπει μεγαλύτερο ρεπερτόριο συνείδησης.   Ο εγκέφαλος παίρνει τις αποφάσεις προ-γνωστικά και ενημερώνει τον νου, που νομίζει ότι αυτός τις πήρε. 
— Γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε; Αυτή είναι η ζωή μας; 
Ο Αιγύπτιοι, παρά τη φροντίδα που έδειχναν για τη μεταθανάτια ζωή, απερίσκεπτα πέταγαν τον εγκέφαλο και έστελναν γενεές Φαραώ ανεγκέφαλους στη μεταθανάτια ζωή. Εγώ είμαι άθεος, αλλά κι εσύ είσαι άθεος όσον αφορά τους θεούς άλλων ανθρώπων. Εγώ είμαι άθεος και για τον δικό σου Θεό.   Ανήκω σ' αυτούς που πιστεύουν ότι ξέρουν τι θα γίνει μετά τον θάνατό τους, αυτό που συνέβαινε πριν ακόμη γεννηθούν. Ή, όπως εύστοχα είχε πει ο Καζαντζάκης: 
«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή».  
 — Εσείς τι αλλάξατε στον δικό σας τρόπο σκέψης από τη στιγμή που χαρτογραφήσατε τον ανθρώπινο εγκέφαλο; Έμαθα ότι πίσω από κάθε κίνηση, απόφαση, σκέψη υπάρχει ένα διαμορφωμένο περιβάλλον που σε τοποθετεί στη θέση του θύματος ή του θύτη.   Ο νους είναι ο αφηγητής του εγκεφάλου και η συμπεριφορά το απότοκο.
— Υπάρχει κάποιο ανήθικο πείραμα που να έχει γίνει αντιληπτό από εσάς στα εργαστήρια όπου θητεύσατε; 
Ανήθικο είναι κάτι που κάνει κάποιον άνθρωπο ή ζώο να υποφέρει. Τα προηγούμενα χρόνια πράγματι γίνονταν κάποια ανήθικα πειράματα, αλλά τώρα έχει βελτιωθεί κατά πολύ η κατάσταση διότι οι έλεγχοι είναι καλύτεροι και τηρούνται οι κανόνες.   
— Τι κάνει μια ανάμνηση να αντέχει στον χρόνο; 
Ο χρόνος, παρότι σε κάνει να ξεχνάς πολλά, εδραιώνει τις μνήμες που απομένουν και είναι πιο ανθεκτικές σε περίπτωση χτυπήματος στο κεφάλι ή άνοιας (π.χ. Αλτσχάιμερ) από τις πρόσφατες μνήμες. Οι τελευταίες που χάνονται στο Αλτσχάιμερ είναι οι παιδικές. 
— Μόνοι μας ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή; 
Θα συμφωνήσω απόλυτα με αυτό που είχε πει ο Ζακ Μονό, ο οποίος είχε αναφερθεί στη μοναξιά του ανθρώπου ,λέγοντας ότι «ζει στην άκρη ενός ξένου σύμπαντος που είναι κωφό στη μουσική μας και εξίσου αδιάφορο στις ελπίδες, τον πόνο και τα εγκλήματά μας».
 — Η φαντασία είναι μια παράλληλη πραγματικότητα; 
Ακόμη και ο αρουραίος έχει φαντασία, βέβαια φτωχότερη από τη δική μας. Η φαντασία είναι μια επεξεργασία του εγκεφάλου, όπως η λογική και η αγάπη. 
— Ο έρωτας είναι μια χημική ένωση των νευρώνων − μπορεί να υπάρξει αληθινή αγάπη όταν δεν έχουμε ελεύθερη βούληση; 
Υπάρχει η έμφυτη αγάπη για τους γονείς μας, τα παιδιά μας ή τα εγγόνια μας. Υπάρχει όμως και η ρομαντική αγάπη, η οποία δεν είναι αποτέλεσμα, όπως σας είπα, ελεύθερης βούλησης.   Κάποτε είχα πει σε κάποιους φίλους μου ότι η σχέση του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στηρίχτηκε στο γεγονός ότι ενυπήρχε η βιολογική ανάγκη για σεξ και μόνο που δεν με εξοστράκισαν.   Είμαστε προγραμματισμένοι για να κάνουμε σεξ και για να ενωθούμε με τον άλλον για λόγους αναπαραγωγής. Ας θυμηθούμε, όμως, τα λόγια της Κάρμεν στην ομώνυμη όπερα: η αγάπη δεν έχει γνωρίσει ποτέ τον νόμο. Μερικοί εγκαταλελειμμένοι εραστές δηλώνουν κατηγορηματικά ότι θέλουν να απαλλαγούν από την αγάπη τους, αλλά δεν μπορούν.   Συνεχίζουν να αγαπούν εκείνους που τους έχουν εγκαταλείψει. Προφανώς, ο έρωτας είναι μια χημική διεργασία, αλλά χρειάζεται (όπως και η σχιζοφρένεια) τουλάχιστον έξι μήνες για να διαγνωστεί.   Κατά μέσο όρο ερωτευόμαστε τρεις φορές τη ζωή μας, δεν νομίζω ότι είναι πολύ όταν αναλογιστούμε την πληθώρα των νευρώνων μας. Αγαπάμε, λοιπόν, από τα βάθη του εγκεφάλου μας. 
— Μια που ο τόπος καταγωγής σας είναι η Ιθάκη, εσάς τελικά τι σας έμαθε: σημασία έχει το ταξίδι ή ο προορισμός; 
Πολύ ωραία ερώτηση. Η ζωή είναι ένα ταξίδι στο οποίο πρωταρχική σημασία έχουν οι συναντήσεις μας. Διότι το ταξίδι διαμορφώνει τη διάθεσή μας και τον χαρακτήρα μας και φτάνουμε στην Ιθάκη, γέροι πια, ή ευτυχισμένοι ή δυστυχισμένοι.   Info: Πηγή: www.lifo.gr