Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"Στης σκέψης τα γυρίσματα μ’ έκανε να σταθώ
ιδέα περιπλάνησης σε όμορφο βουνό.
Έτσι μια μέρα το ’φερε κι εμέ να γυροφέρει
τ’ άτι το γοργοκίνητο στου Γοργογυριού τα μέρη !!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε,
καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!
-Aναζητείστε το"Ποίημα για το Γοργογύρι " στο τέλος της σελίδας.

15.3.15

Ένα ποίημα αφιερωμένο στην πολυαγαπημένη μας Άλκηστη-Έφη για τα γενεθλιά της.

το σημερινό ποίημα είναι αφιερωμένο στην πολυαγαπημένη μας Άλκηστη-Έφη που σήμερα έχει τα γενεθλιά της!!! Άλκηστη από καρδιάς σου εύχομαι να έχεις καλή τύχη, να έχεις καλή υγεία, να έχεις καλές σπουδές, να παντρευτείς σύντομα, στα 25σου να γίνεις μητέρα, και στα 30σου να έχεις χαρίσει στη Ιωάννα και τον Γιώργο 3 εγγονάκια για να περνούν την ώρα τους. Εις ό,τι με αφορά σ'ευχαριστώ για την πολύχρονη συμετοχή σου στα δρώμενα της ΛΟΓ-ΟΚΡΑ και κυρίως για τη φιλία σου. Ως ψυχολόγος θα χρειαστούμε στο μέλλον τη βοήθειά σου γιατί με όλα αυτά που περνάμε, σχεδόν όλοι μας θ'αρχίσουμε να έχουμε ψυχολογικά προβλήματα. Σας εύχομαι καλή ανάγνωση, με σεβασμό και εκτίμηση Επικούρειος Πέπος.
Γιώργης Παυλόπουλος «Τα Αντικλείδια»
Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν

τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί

κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι

και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.

Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς

δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.

Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη

και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια

γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.

Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.

Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ

για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος

είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια

για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.



Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
ð Πολλές είναι οι απόπειρες των ποιητών να ορίσουν την ποίηση:

Η ποίηση είναι ανάπτυξη ενός επιφωνήματος (Βαλερύ).

Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου (Εμπειρίκος).

Η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε (Καρυωτάκης).
ð Να προσεχθεί πως ενώ το κλειδί είναι ένα, τα αντικλείδια είναι πολλά.
Σχόλιο
Το ποίημα είναι ένας μύθος για την ποίηση και αφηγείται μία επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες απόπειρα να παραβιασθεί η ανοιχτή της πόρτα. Το πρόσωπο που αφηγείται έχει καθολική εποπτεία στον χώρο που είναι ο κόσμος και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Αξίζει να προσεχθεί ότι το ποίημα τελειώνει όπως άρχισε (κύκλος) και γίνεται έτσι το ίδιο φορέας της εμπειρίας που περιγράφει.
Γιώργης Παυλόπουλος
Ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος γεννήθηκε το 1924 στον Πύργο Ηλείας, όπου και διέμενε από το 1951 μέχρι και το τέλος της ζωής του (2008). Υπήρξε ιδρυτικό και δραστήριο μέλος του «Πυργιώτικου Παρνασσού», σημαντικότατου σωματείου για την προαγωγή των τεχνών και του πολιτισμού στα δύσκολα χρόνια της Γερμανοϊταλικής Κατοχής. Εργάστηκε ως βοηθός λογιστή και ως γραμματέας στο Κ.Τ.Ε.Λ. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1943 δημοσιεύοντας ποιήματά του σε περιοδικά. Έκτοτε δημοσίευσε τις εξής ποιητικές συλλογές: Το Κατώγι (1971), Το Σακί (1980), Τα Αντικλείδια (1988), Τριάντα Τρία Χάι-Κου (1990), Λίγος άμμος (1997), Πού είναι τα πουλιά; (2004).
Η ποίησή του επαινέθηκε από το Γιώργο Σεφέρη, για τον οποίο ο Παυλόπουλος έγραψε τη μελέτη «Από μια πρώτη συγκίνηση». Ασχολήθηκε επίσης με μεταφράσεις ποιημάτων του Έλιοτ, Πάουντ κ.ά., ενώ παράλληλα πολλά ποιήματά του μεταφράστηκαν στα γαλλικά και αγγλικά.
Ο Γιώργης Παυλόπουλος ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά ποιητών. Η ποίησή του είναι σεμνή, ζεστή και χαμηλόφωνη. Διακρίνεται για το απλό και κουβεντιαστό της ύφος, τον πεζολογικό της τόνο, τη φυσικότητα του λεξιλογίου της και την υπαινικτική, αλληγορική γραφή της. Η γλώσσα του είναι καθαρά προσωπική, αν και ακουμπάει γερά στην παράδοση (δημοτικό τραγούδι, Σολωμό, Μακρυγιάννη, Σεφέρη). Είναι μια γλώσσα ρωμαλέα, πυκνή, απροσποίητη και αδιακόσμητη, χωρίς εκζήτηση. Η ποίησή του είναι εικονιστική και αναπαριστά την εφιαλτική ζωή του μεταπολεμικού ανθρώπου, ο οποίος βιώνοντας καθημερινά το θάνατο, προσπαθεί να τον υπερβεί μέσω του ονείρου, της ποίησης και του έρωτα. Οι εικόνες, που δημιουργεί, διαδέχονται η μία την άλλη με λυρική, ονειρική αφηγηματικότητα και σκηνική διάρθρωση.
Η κριτική για το έργο του
«Αισθάνομαι πως τα ποιήματα της τρίτης συλλογής του Παυλόπουλου [Τα Αντικλείδια], πιασμένα όλα σχεδόν στο δίχτυ του ονείρου, μπορεί να μοιραστούν στα τρία: κάποια μιλούν πιο πολύ για το σώμα -του ανθρώπου και του κόσμου. άλλα περισσότερο για τη στάχτη και τη σκόνη του. μερικά για τη βιώσιμη αγάπη του. Τα πρώτα είναι σκοτεινά και παιδεμένα. τα δεύτερα μαύρα κι απελπισμένα. στα τρίτα μπαίνει κάποιο φως ελπίδας, καθώς εδώ το ποίημα κυνηγά ως το τέλος την ποίηση, κι η ποίηση το ποίημα. Όπως στην ιλιαδική παρομοίωση που μπήκε προμετωπίδα στα «Αντικλείδια», κι είναι αυτή επιτέλους το καλό και το σωστό κλειδί».
(Δ.Ν. Μαρωνίτης, «Τα αντικλείδια της ποίησης», Διαλέξεις, Στιγμή, Αθήνα, 1992, σελ.151)
ð Η ιλιαδική προμετωπίδα είναι σε μετάφραση Μαρωνίτη: «Όπως στο όνειρο, λοιπόν, όπου ο κυνηγός δεν μπορεί να προφτάσει τον κυνηγημένο· μήτε ο ένας γίνεται να ξεφύγει, μήτε ο άλλος να τον φτάσει».
«Η φωνή του Παυλόπουλου έχει το φυσικό χάρισμα να μπορεί ν’ αφηγηθεί, και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει. να μη σβήνει, όταν χαμηλώνει. Και προπαντός ξέρει να κρατά τον σωστό ρυθμό και τους κυματισμούς που χρειάζεται η διήγηση, για να παραμένει διήγηση. Μιλώ για εκείνη την ηρεμία και την άνεση που επιτρέπει στον ποιητικό μύθο να σχηματιστεί και να πετάξει λεύτερος, αυτό που έλεγε ο Όμηρος «έπεα πτερόεντα», ή κάτι τέτοιο.
Δεν ξέρω πολλές φωνές στην ποίησή μας που να έχουν την απλότητα, τη θέρμη, σχεδόν την τρυφερότητα της αφηγηματικής φωνής του Παυλόπουλου. Υποπτεύομαι πως αυτήν κυρίως πρόσεξε ο Σεφέρης, που είχε στο κεφάλαιο αυτό τις δικές του δυσκολίες, καθώς η δική του φωνή άρχισε λυρική και εξελίχτηκε σε δραματική, πηγαίνοντας να γίνει αφηγηματική».
(Δ.Ν. Μαρωνίτης, ό.π., σελ. 146-147)
«Ο Γ. Παυλόπουλος αποφεύγοντας τις παγίδες κινείται με χαρακτηριστική άνεση μέσα στο λαβύρινθο των ονείρων και με γνώση και μαστοριά, φωτίζει τις σκιές, τονίζει τις λεπτομέρειες, δραματοποιεί έντεχνα τις καταστάσεις. Πάνω απ’ όλα όμως αφήνει να αναδυθούν στην επιφάνεια εκείνα τα συναισθήματα που αποτελούν και τα βαθύτερα κίνητρα για να γραφούν αυτά τα ποιήματα: η νοσταλγία για τη χαμένη νιότη, η αγωνία του καλλιτέχνη για το έργο του, ο φόβος και τελικά η εξοικείωση με το θάνατό του […]. Ο Παυλόπουλος είναι ένας ποιητής προικισμένος με δύο ουσιαστικές αρετές. Η πρώτη είναι μια φαντασία οπτική. Η δεύτερη αρετή, είναι κατ’ εξοχή πεζογραφική: ή αφηγηματική δεξιότητα […]. Αλλά ο Γ. Παυλόπουλος είναι επίσης ένας ποιητής που τον διακρίνει η γλωσσική ωριμότητα και μια ποιητική διαύγεια. Λέγοντας γλωσσική ωριμότητα εννοώ εκείνη την ικανότητα που επιτρέπει σ’ έναν ποιητή όχι απλώς να βρίσκει τη σωστή λύση σ’ ένα γλωσσικό πρόβλημα που του δημιουργεί ένα ποίημα, αλλά και τη μόνη σωστή λύση».
(Νίκος Λάζαρης, Πλανόδιον, 11, 1989)
Η ποιητική δημιουργία είναι μια πράξη ερωτική και συνάμα μια υπέρτατη δοκιμασία, παλεύοντας στο μεταίχμιο της ζωής και θανάτου να φτάσεις στην αλήθεια της τέχνης σου. Η στιγμή αυτής της αλήθειας είναι απατηλή και πρόσκαιρη όπως η στιγμή κάθε ευτυχίας. Γρήγορα ξαναρχίζεις, πέφτοντας πάλι στην ίδια κατάσταση. Και η μόνη φιλοδοξία σου είναι, να μην καταλάβει ποτέ κανείς την αγωνία σου όταν έγραφες το έργο σου, να μην φανεί ποτέ μέσα στο έργο το παραμικρό σημάδι αυτής της αγωνίας.
Τα πράγματα που αγγίζουν σε βάθος, τη ζωή μας, όπως η Ποίηση, μπορεί να ειπωθούν μονάχα μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες μας. Δεν ορίζονται μέσα από θεωρίες και αφηρημένες έννοιες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την Ποίηση. Ωστόσο ας μου επιτραπεί να την φαντάζομαι και να την ονειρεύομαι σαν μια πόρτα ανοιχτή.
«Ο Γιώργης Παυλόπουλος μιλάει για την ποίηση και το έργο του», Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρ-Μάιος 1998, σ.24-26
Το ποίημα
Ο τίτλος του ποιήματος «Τα Αντικλείδια» με τη χρήση του κεφαλαίου γράμματος στο ουσιαστικό, υποδηλώνει πως πρόκειται για «ξεχωριστά» αντικλείδια και όχι για απλά, καθημερινά αντικλείδια, αλλά δεν επιτρέπει μιαν άμεση κατανόηση του νοήματός του.
«Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.»



Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, είναι ένα διαρκές κάλεσμα προς τους τεχνίτες του λόγου να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως θα κατορθώσουν ποτέ να γνωρίσουν, αλλά και να κατακτήσουν τη βαθύτερη ουσία της τέχνης τους.

ð Το ποίημα ξεκινά μ’ έναν ορισμό της ποιητικής τέχνης, που την παρουσιάζει ως προσιτή ή έστω «ανοιχτή» σε όλους.

ð Η λέξη Ποίηση γράφεται με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα, ώστε να τονιστεί η ιδιαίτερη αξία που έχει για τον ποιητή η τέχνη του.

ð Η πόρτα λειτουργεί ως σύμβολο της εισόδου στον χώρο της ποιητικής τέχνης, στον ξεχωριστό κόσμο της ποίησης.

ð Ο πρώτος στίχος είναι μια λιτή και σύντομη κύρια πρόταση, που δημιουργεί την εντύπωση ενός αποφθέγματος.



«Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν

τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί

κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι

και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.»
Η διάκριση που κάνει ο ποιητής ανάμεσα σε αυτούς που κοιτάζουν και αυτούς που πραγματικά βλέπουν, έχει να κάνει με την ιδιαίτερη φύση της ποιητικής τέχνης, η οποία απαιτεί από τον αναγνώστη μια αυξημένη ευαισθησία κι ένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για να μπορέσει πραγματικά να εκτιμήσει όσα έχει να του προσφέρει μια τόσο εκλεπτυσμένη μορφή τέχνης. Η ποίηση δεν είναι προσιτή σε όλους, υπό την έννοια ότι δεν είναι πάντοτε εύκολο σ’ έναν αμύητο αναγνώστη να κατανοήσει και να αισθανθεί πλήρως την ομορφιά του ποιητικού λόγου αλλά και τις πνευματικές ανησυχίες που επιχειρεί να εκφράσει ο ποιητής.
ð Εμφανής η αντίθεση ανάμεσα στους πολλούς, οι οποίοι μένουν ασυγκίνητοι στο κάλεσμα της ποιητικής τέχνης, και τους μερικούς, οι οποίοι «μαγεύονται» απ’ την ομορφιά της ιδιαίτερης αυτής τέχνης.
ð Εφόσον η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, αυτό σημαίνει πως μπορούν να την αντικρίσουν όλοι, ακόμη κι εκείνοι που δεν εκφράζουν τελικά κάποιο ενδιαφέρον γι’ αυτήν.
ð Η αντίθεση ανάμεσα στους πολλούς και τους μερικούς τονίζεται και με τη χρήση δύο διαφορετικών ρημάτων αντίληψης. Οι πολλοί κοιτάζουν, χωρίς να βλέπουν, μένουν άρα στην επιφανειακή και βιαστική θέαση. Οι «μερικοί», ωστόσο, «κάτι» βλέπουν, γεγονός που σημαίνει ότι η δική τους θέαση γίνεται με μεγαλύτερη προσοχή και ενδιαφέρον. Ακόμη κι εκείνοι, εντούτοις, βλέπουν «κάτι» και όχι το σύνολο των θέλγητρων της ποιητικής τέχνης.
ð Μεταφορές: «το μάτι τους αρπάζει κάτι», «μαγεμένοι».
ð Χιαστό σχήμα: «κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι»
ð Η ζωντάνια και η έντονη κινητικότητα του ρήματος «αρπάζει», το οποίο τίθεται σε χρόνο Ενεστώτα (παρόν – διάρκεια), αποδίδει με ιδιαίτερη παραστατικότητα τη διαδικασία πρόσληψης της τέχνης, και συνάμα ενισχύει τη θεατρικότητα του ποιήματος (εικόνα κίνησης / δράσης).
ð Σε όλο το ποίημα είναι εμφανείς οι διασκελισμοί, καθώς συχνά το νόημα δεν ολοκληρώνεται στο πλαίσιο του στίχου, αλλά συνεχίζεται και στον επόμενο: (Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν / τίποτα και προσπερνούνε).
«Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει.»
Τη στιγμή που οι γοητευμένοι απ’ τη μαγεία της ποίησης επιχειρούν να εισέλθουν στον ποιητικό κόσμο, η πόρτα κλείνει. Ένα δραματικό απρόοπτο, που υποδηλώνει με εμφατικό τρόπο το ανέφικτο αυτής της πρόσβασης. Η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή καθώς τα μυστικά της ποιητικής δημιουργίας δεν μπορούν να αποκαλυφθούν όσο κι αν προσπαθεί κανείς. Η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει κάποιος εύκολος τρόπος για να μπορέσει κάποιος να φτάσει στα ύψη αυτής της τέχνης.

Το κλειδί για την πόρτα της ποίησης, σύμφωνα με τον Παυλόπουλο, δεν μπορεί να βρεθεί μιας και κανείς δε γνωρίζει ποιος το έχει. Η εύρεση του κλειδιού, άλλωστε, θα σήμαινε ότι κάποιος θα μπορούσε να κατακτήσει πλήρως την τέχνη της ποιήσεως, κάτι που προφανώς δεν μπορεί να συμβεί. Ο Παυλόπουλος εκφράζει την άποψη ότι είναι αδύνατο να γνωρίσει κάποιος τα μυστικά της ποιητικής τέχνης, υπό την έννοια ότι η ποίηση είναι στην ουσία μια τέχνη που δεν μπορεί να προσδιοριστεί και δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή στην ολότητά της. Η ποίηση ήταν και παραμένει μια απρόσιτη μορφή δημιουργίας, που ενώ έχει την ικανότητα να μαγεύει τους ανθρώπους με την αρμονία της, δεν επιτρέπει εντούτοις την οριοθέτηση και την κατάκτησή της.

ð Το αιφνίδιο κλείσιμο της πόρτας ενισχύει τη θεατρικότητα του ποιήματος.

ð Το μάταια αναζητούμενο κλειδί λειτουργεί ως σύμβολο της βαθύτερης ουσίας της ποιητικής τέχνης· είναι το στοιχείο εκείνο που θα οδηγούσε σε μια πλήρη αποκωδικοποίηση των μυστικών της ποιητικής τέχνης.

ð Η αδυναμία εύρεσης του κλειδιού, ενώ από τη μία δείχνει πως είναι επί της ουσίας αδύνατο να «κατακτήσει» κάποιος τα μυστικά της ποιητικής τέχνης, από την άλλη αποτελεί και το καίριο συστατικό της ανυπέρβλητης γοητείας που ασκεί αυτή η τέχνη. Το απρόσιτο της βαθύτερης ουσίας της, την καθιστά περισσότερο θελκτική και μυστηριώδη.

ð Το γεγονός πως κανείς δεν ανοίγει την κλειστή πόρτα της ποίησης, σημαίνει πως κανείς μέχρι τώρα δεν έχει κατορθώσει να εισέλθει στον κόσμο της· κανείς δεν είναι σε θέση να ανοίξει αυτή την πόρτα, καθώς κανείς δεν έχει γνωρίσει πλήρως την ουσία της και δεν την έχει γνωρίσει απόλυτα.

ð Η δράση που δηλώνεται με τα ρήματα Ενεστώτα (κλείνει, χτυπάνε, ψάχνουνε) ενισχύει τη θεατρικότητα του κειμένου. Η θεατρικότητα, άλλωστε, είναι εμφανής και στην γενικότερη παρουσία δρώντων προσώπων, αλλά και στην όλη σκηνοθεσία του ποιήματος με την ανοιχτή πόρτα, τους περαστικούς, κι ύστερα εκείνους που επιχειρούν μάταια να την ανοίξουν.

ð Η αλληγορική παρουσίαση της Ποιητικής Τέχνης, η οποία δίνεται ως μια πόρτα ανοιχτή, σε συνδυασμό με την αντίφαση που προκύπτει από το γεγονός ότι η ανοιχτή αυτή πόρτα κλείνει και δεν μπορεί να ανοιχτεί από κανέναν, καθιστούν το ποίημα αυτό ένα νοητικό παιχνίδι που παγιδεύει τον αναγνώστη σ’ έναν αέναο κύκλο, όπου η πάντοτε ανοιχτή πόρτα της Ποίησης παραμένει κλειστή, χωρίς ποτέ να μπορεί να ανοιχτεί από κανέναν, παρά τις συνεχείς προσπάθειες των ποιητών να δημιουργήσουν το κατάλληλο αντικλείδι.
«Ακόμη

και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια

γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.

Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.»



Η προσπάθεια των επίδοξων ποιητών να δημιουργήσουν το αντικλείδι που θα ανοίξει την πόρτα της ποίησης, μπορεί να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή και να μη φτάσει ποτέ στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Παρά την αφοσίωση κάποιων ανθρώπων στην τέχνη της ποιήσεως και παρά το γεγονός ότι έχουν τις καλύτερες των προθέσεων, είναι πιθανό να μην μπορέσουν ποτέ να δημιουργήσουν αξιόλογα ποιήματα.
Ο Παυλόπουλος, ωστόσο, παρόλο που αρνείται τη δυνατότητα σε κάποιον να κατακτήσει απόλυτα την ποίηση, δεν αρνείται εν γένει τη δημιουργία της ποίησης. Τα αντικλείδια είναι η προσφορά όλων των ποιητών που έχουν κατά καιρούς ασχοληθεί με την τέχνη αυτή κι ενώ κανείς από αυτούς δεν έφτασε στο σημείο να αποκτήσει το κλειδί, εντούτοις ο καθένας προσέφερε και κάτι στη συλλογική γνώση της ποίησης. Ίσως η προσφορά κάθε ποιητή να ήταν μόλις ένα ακέραιο ποίημα, ίσως πάλι να ήταν μόνο μερικοί άρτιοι στίχοι, σε κάθε περίπτωση πάντως το ποιητικό έργο που βρίσκεται πίσω από την πόρτα της ποίησης δημιουργήθηκε σταδιακά από όλους εκείνους που ο καθένας μόνος του απέτυχε να ανοίξει την πόρτα, αλλά όλοι μαζί κατόρθωσαν να δώσουν ζωή σε ό,τι σήμερα εμείς αποκαλούμε ποίηση.

ð Η αγωνία των ποιητών ή των επίδοξων ποιητών να βρουν το μυστικό που θα τους επιτρέψει να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης, υποδηλώνει το βαθμό έλξης που ασκεί σε αυτούς η ποίηση, και άρα τον βαθμό αφοσίωσής τους σε αυτήν.

ð Τα αντικλείδια συμβολίζουν τα ποιήματα που γράφουν οι ποιητές, τις απόπειρες δημιουργίας του άρτιου εκείνου ποιήματος που θα τους επιτρέψει να εισέλθουν στον κόσμο της ποίησης.

ð Εμφανής η αντίθεση ανάμεσα στο ένα «κλειδί» και στα πολλά «αντικλείδια». Έτσι, ενώ το κλειδί, το φανέρωμα της ουσίας της ποίησης μπορεί να επιτευχθεί με έναν τρόπο και μέσω μιας και μόνης οδού, τα αντικλείδια, οι απόπειρες να εισέλθουν στο χώρο της ποίησης, είναι πολλά.

ð Μεταφορά: «και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε».  
«Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.»
Στους στίχους αυτούς η αντίφαση που προκύπτει με την «ανοιχτή πόρτα της ποίησης» (1ος στίχος) είναι καθαρά φαινομενική, καθώς επί της ουσίας η πόρτα είναι κλειστή κυρίως για τους ανθρώπους που μπορούν να δουν στο βάθος και μπορούν να αντιληφθούν την αξία της ποιητικής τέχνης, μιας και οι άνθρωποι αυτοί μπορούν παράλληλα να κατανοήσουν τη δυσκολία που υπάρχει στο να δημιουργήσει κανείς ένα αξιόλογο ποιητικό έργο.
Όσοι κοιτάζουν μέσα από την πόρτα της ποίησης και δε βλέπουν τίποτα, δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσουν τη μαγεία της ποίησης και τη δυσκολία που υπάρχει στο να μπορέσει κάποιος να συνθέσει ένα πραγματικά αξιόλογο ποιητικό έργο.
Όσοι κοιτάζουν χωρίς να βλέπουν, δεν πρόκειται καν να συνειδητοποιήσουν ότι στην πραγματικότητα η πόρτα της ποίησης είναι κλειστή γιατί δεν πρόκειται ποτέ να επιχειρήσουν να την ανοίξουν, δεν πρόκειται δηλαδή ποτέ να επιχειρήσουν να γράψουν ποίηση.
Όσοι όμως βλέπουν μέσα από την πόρτα της ποίησης και κατανοούν την αξία της, το πιθανότερο είναι ότι θα προσπαθήσουν να εισαχθούν βαθύτερα στον κόσμο της ποίησης δημιουργώντας και οι ίδιοι ποιητικό έργο και τότε θα αντιληφθούν ακόμη καλύτερα την αξία της καθώς θα διαπιστώσουν ότι η ποιητική δημιουργία δεν είναι εύκολη ούτε και δεδομένη.
Για κάποιους, μάλιστα. ακόμη και το γεγονός ότι θα αφιερώσουν όλη τους τη ζωή στην ποίηση δε θα σταθεί αρκετό να τους επιτρέψει να ανοίξουν την πόρτα της τέχνης αυτής.

ð Με τη χρήση του Ενεστώτα, στο μεγαλύτερο μέρος του ποιήματος, ο Παυλόπουλος παρουσιάζει την παροντική διάσταση της αλληγορίας, δημιουργώντας εμφατικά την αίσθηση πως η πόρτα της ποίησης είναι τώρα και κάθε στιγμή ανοιχτή. Έτσι, το κάλεσμα της ποίησης, αλλά και οι προσπάθειες των ποιητών να ανοίξουν την πόρτα που αίφνης έκλεισε, αποδίδονται με χρόνο Ενεστώτα, παρουσιάζοντας τα γεγονότα ως εξελισσόμενα στο παρόν· στοιχείο που ενισχύει τη θεατρικότητα του ποιήματος. Η απόπειρα κατάκτησης της ποίησης δεν αποτελεί ένα γεγονός του παρελθόντος, αλλά μια συνεχιζόμενη, επίκαιρη και συνάμα διαχρονική κατάσταση.
Η αλλαγή χρόνου στον 12ο και 13ο στίχο, (δεν άνοιξε, μπόρεσαν), που τοποθετεί τις ρηματικές ενέργειες στο παρελθόν, έρχεται να αποκαλύψει πως στην πραγματικότητα η πόρτα της ποίησης δεν είχε ανοίξει ποτέ. Με την απολυτότητα του Αορίστου, που παρουσιάζει τα γεγονότα ως τετελεσμένα στο παρελθόν, καθίσταται σαφής η πλάνη εκείνων που θεώρησαν πως η πόρτα της ποίησης ήταν ανοιχτή.
«Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν

από τότε που υπάρχει ο κόσμος

είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια

για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.»

Στους στίχους αυτούς ο ποιητής επιχειρεί έναν ορισμό των ποιημάτων, του ποιητικού έργου. Η ποίηση, βέβαια, μπορεί να γίνει αντιληπτή είτε από την οπτική των αναγνωστών είτε από την οπτική των ποιητών. Για τους αναγνώστες ποίηση είναι το σύνολο του ποιητικού έργου που έχει δημιουργηθεί, από τις πρώτες κιόλας ποιητικές προσπάθειες, μέχρι σήμερα. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να κατανοήσει την ποίηση πέρα από τις υπάρχουσες διατυπώσεις, πέρα από το υπάρχον δηλαδή ποιητικό έργο. Τα αντικλείδια, τα ποιήματα που «γράφτηκαν από τότε που υπάρχει ο κόσμος» είναι το πεδίο στο οποίο κινούνται όσοι αγαπούν την ποίηση, όσοι τη μελετούν και τη σπουδάζουν.
Οι ποιητές, όμως, οι υπηρέτες της ποιητικής τέχνης, την κατανοούν τελείως διαφορετικά, καθώς για εκείνους τα αντικλείδια, τα ποιήματα που έχουν ήδη γραφτεί δεν είναι παρά προσπάθειες προσέγγισης της ποίησης. Τα αντικλείδια για τους ποιητές δεν είναι η ποίηση, ποίηση είναι το μοναδικό εκείνο ποίημα, η τέλεια εκείνη διατύπωση που τόσο επίμονα αρνείται να γίνει κτήμα τους. Οι αναγνώστες γνωρίζουν την ποίηση με βάση τα όσα έχουν ήδη γραφτεί, οι ποιητές όμως γνωρίζουν ότι μπορεί να υπάρξει ποιητικός λόγος ασύλληπτα καλύτερος, ποιητικός λόγος τόσο τέλειος που θα τους οδηγήσει κατευθείαν στην ουσία της ποίησης.
Οι ποιητές παλεύουν με τις λέξεις, δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους ξανά και ξανά, χωρίς ποτέ να μένουν ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα γιατί ξέρουν ότι κάθε σκέψη και κάθε στίχος μπορεί να διατυπωθεί καλύτερα. Οι ποιητές φτάνουν στο τέλος της διαδρομής τους γνωρίζοντας ότι τελικά δεν κατόρθωσαν να πετύχουν την ιδανική εκείνη έκφραση, που θα τους επέτρεπε να διαμορφώσουν τον ποιητικό λόγο στην καλύτερή του μορφή.

ð Ο ποιητής με τη διστακτικότητα της διατύπωσής του (Ίσως) καθιστά σαφές πως δεν είναι εύκολο να δοθούν σαφείς ορισμοί της ποίησης και του ποιητικού έργου. Άλλωστε, η ποίηση μέσω των ήδη υπαρχόντων ποιημάτων έχει λάβει ποικίλες εκφάνσεις, κι εφόσον είναι μια τέχνη ζωντανή προφανώς θα λάβει στο μέλλον κι άλλες.

ð Ο αφηγητής του ποιήματος έχει καθολική εποπτεία στον χώρο που είναι ο κόσμος και στον χρόνο που είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Είναι, δηλαδή, ένας παντογνώστης αφηγητής, με μηδενική εστίαση, που γνωρίζει συνολικά τις αέναες, μα ανεπιτυχείς, προσπάθειες των ποιητών να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης και άρα να κατακτήσουν την ποιητική τέχνη. Μας προσφέρει, άρα, μιαν αντικειμενική θέαση του ζητήματος που εξετάζει.

Το γεγονός, όμως, ότι είναι παντογνώστης δεν τον καθιστά και αμέτοχο παρατηρητή, καθώς στον 17ο στίχο «για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης», συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του στη χορεία των ποιητών, που μάταια προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα της ποίησης. Έτσι, ο αφηγητής αντικρίζει τα γεγονότα με εσωτερική εστίαση, και αποκαλύπτει πως η εναγώνια αυτή προσπάθεια του είναι εξαιρετικά οικεία, μιας κι ο ίδιος προσπαθεί μαζί με όλους τους ομοτέχνους του να δημιουργήσει το πολυπόθητο κλειδί. Η δραματοποίηση αυτή του αφηγητή ενισχύει την αλήθεια και την πιστότητα της περιγραφόμενης εμπειρίας, καθώς δίνεται από κάποιον που την έχει βιώσει προσωπικά.

ð Μεταφορά: «είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά».
«Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.»
Ο Παυλόπουλος με το κλείσιμο του ποιήματος δημιουργεί σχήμα κύκλου, επαναφέροντας την αρχική του διαπίστωση, αυτή τη φορά εισαγόμενη με το σύνδεσμο «μα», θέλοντας να εκφράσει αντίθεση με όσα προηγουμένως έχει δηλώσει σχετικά με το γεγονός ότι η πόρτα της Ποίησης κλείνει για όσους κάτι βλέπουν και επιχειρούν να μπουν, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο να μπορέσει κάποιος να περάσει την πόρτα της Ποίησης. Ο ποιητής, άλλωστε, αντιλαμβάνεται ότι, όπως ο ίδιος αφιέρωσε τη ζωή του στην τέχνη αυτή, είναι αναμενόμενο να υπάρξουν πολλοί ακόμη που μαγεμένοι από την τέχνη του λόγου, θα θελήσουν να αφοσιωθούν στην δυσεπίτευκτη αναμέτρηση με την Ποίηση.
Ο Παυλόπουλος δε θέλει να δώσει την εντύπωση πως η αναμέτρηση αυτή είναι χαμένη, δε θέλει δηλαδή να αποτρέψει τους νεότερους θεράποντες της Ποίησης από το σημαντικό αυτό έργο. Η πόρτα της Ποίησης κλείνει, υπό την έννοια ότι το έργο των επίδοξων ποιητών είναι εξαιρετικά δύσκολο και κάποτε μάλιστα δεν δικαιώνεται -δεν είναι όλοι όσοι γράφουν στίχους πραγματικοί ποιητές-, αυτό όμως δε σημαίνει πως θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η ενασχόληση με τη σημαντική αυτή τέχνη.
Το σχήμα κύκλου, επομένως, δημιουργεί την αίσθηση της ακατάλυτης συνέχειας στις προσπάθειες των ποιητών να διαβούν την πόρτα της Ποίησης, να κατακτήσουν δηλαδή τα μυστικά της ιδιαίτερης αυτής τέχνης. Ο Παυλόπουλος, άλλωστε, συνηθίζει να δίνει στα ποιήματά του την αίσθηση μιας αέναης διαχρονικής πορείας, χωρίς διαφαινόμενο τερματισμό, καθώς τα θέματα που πραγματεύεται (Τέχνη, Έρωτας), είναι ιδωμένα από τον ποιητή ως έννοιες που δεν γνωρίζουν -ή που δε θέλουμε να γνωρίζουν- τέλος.

ð Ο καταληκτικός στίχος, αν και μοιάζει να δημιουργεί αντίφαση με όσα προηγήθηκαν, θέλει απλώς να τονίσει πως το κάλεσμα της ποιητικής τέχνης προς όλους παραμένει πάντοτε ενεργό. Έτσι, δεν υπάρχει επί της ουσίας αντίφαση, αφού ο αναγνώστης έχει αντιληφθεί πως, αν και δεν είναι εφικτό να κατακτήσει κανείς πλήρως την ποιητική τέχνη, ωστόσο μπορούν όλοι να προσφέρουν τη δική τους συνεισφορά στον αέναο κύκλο της ποιητικής δημιουργίας.
Ο ποιητικός λόγος του Παυλόπουλου στα Αντικλείδια χαρακτηρίζεται από μια συνεχή εναλλαγή αυτοτελών νοημάτων που του προσδίδουν ένα γοργό ρυθμό αφήγησης. Η κυριαρχία των κύριων προτάσεων, επομένως, ενισχύει την προσπάθεια του ποιητή να διατυπώσει με σαφήνεια και απλότητα το μήνυμά του. Ο ποιητής δεν επιθυμεί να αποκρύψει τη σκέψη του ούτε να δυσκολέψει τον αναγνώστη μέσα από δυσνόητες κι ελλειπτικές διατυπώσεις, γι’ αυτό και επιλέγει την εκφραστική καθαρότητα που του προσφέρουν οι κύριες προτάσεις. Άλλωστε, η απλότητα του ποιητικού του λόγου δε σημαίνει παράλληλα και απλότητα στις σκέψεις που διατυπώνει κι αυτό είναι που κάνει τα ποιήματά του τόσο ενδιαφέροντα. Ο Παυλόπουλος δημιουργεί με λιτά εκφραστικά μέσα τα ποιητικά του αινίγματα που καλούν τον αναγνώστη σε μια καίρια πνευματική αναζήτηση απαντήσεων.

Οι κύριες προτάσεις με τη νοηματική τους σαφήνεια επιτρέπουν στον αναγνώστη να εισχωρήσει στο αφηγηματικό ξεδίπλωμα του ποιήματος και να εμπλακεί στην αναζήτηση του ποιητή. Δημιουργούν, παράλληλα, μια αίσθηση οικειότητας καθώς ο λόγος του ποιητή ακούγεται απλός και καθημερινός, χωρίς την ποιητικότητα εκείνη που κάποτε δυσχεραίνει την κατανόηση του νοήματος και αποθαρρύνει τους αναγνώστες.

Read more: http://latistor.blogspot.com

14.3.15

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑ'Ι'ΣΚΑΚΗΣ Άλλος ένας Άγιος Ήρωας. Ιστορικά Πρόσωπα στο filomatheia.blogspot.com

Φίλες και Φίλοι, Aγαπητοί επισκέπτες του filomatheia.blogspot.com καλημέρα, όπως έγραψε και η συντακτική ομάδαEmojiEmojiEmojiEmojiEmojiEmoji στην προηγούμενη ανάρτηση, ο μήνας Μάρτιος για μας τους Έλληνες είναι ξεχωριστός μήνας για τους γνωστούς λόγους. Γι' αυτούς τους λόγους συνεχίζουμε και σήμερα να αναφερόμαστε στους ΑΓΙΟΥΣ ΗΡΩΕΣ του 1821 η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη στον ΑΓΙΟ ΗΡΩΑ ΓΕΩΡΓΙΟ ΚΑΡΑ'Ι'ΣΚΑΚΗ σας παρακαλώ να σταθείτε ιδιαίτερα στον επίλογο του άρθρου με τίτλο '' Ο Καραϊσκάκης και το sprend δανεισμού......'' δείτε πόσο επίκαιρα είναι αυτά που αναφέρει. Με την ελπίδα πως όλα αυτά θα μας γίνουν κάποια στιγμή μάθημα, σας εύχομαι καλό σ/κ και όσοι παραυρεθούν αυτό το Σάββατο στη συναυλία των: ΓΛΥΚΕΡΙΑ-ΝΤΑΛΑΡΑ-ΒΙΤΑΛΗ να περάσουν καλά, δηλαδή αυτό είναι το μόνο σίγουρο γιατί μιλάμε για τo βαρύ πυροβολικό του ελληνικού τραγουδιού. Και εννοείτε πως ο Manager της ΛΟΓ θα προσπαθήσει να έρθει σε επαφή με τις δυο Ιέρειες του τραγουδιού για να μας παραχωρήσουν μια συνέντευξη. Με σεβασμό και αγάπη Επικούρειος Πέπος.

Καραϊσκάκης
- Θάνατος στη μάχη ή δολοφονία από ελληνικό χέρι; (αν αυτό αληθεύει, αναρωτιέμαι γιατί τα βάζουμε με τους κάθε Σοϊμπλε, τη στιγμή που κάποιοι τάχαμου, Έλληνες; είμαστε πολλοί χειρότεροι απ' αυτούς που κατηγορούμε. Θα το έκαναν αυτό οι Γερμανοί άραγε στον δικό τους Καραϊσκάκη; 1000% όχι! αυτή είναι δυστυχώς η μεγάλη διαφορά.


  Ο θάνατος του Γεωργίου Καραϊσκάκη καλύπτεται από διαφορετικές αφηγήσεις και φήμες για το τι πραγματικά συνέβη. Φήμες ότι ο θάνατός του προήλθε από φίλια πυρά ή και ότι ήταν προϊόν οργανωμένου σχεδίου. Παρακάτω παρουσιάζουμε μια έρευνα του Άρη Χατζηστεφάνου για τις συνθήκες θανάτου του Γεωργίου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Φίλιππου Κουτσάφτη και του ιστορικού Διονύση Τζάκη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής στις 21 Μαρτίου του 2010.  

Γεώργιος Καραϊσκάκης, έργο του Karl Krazeisen.
[.] Ίσως ήμουν από τους λίγους ανθρώπους που δέχτηκαν με τόση χαρά και κυρίως ανακούφιση μια πρόσκληση στην ιατροδικαστική υπηρεσία. Παλαιότερα ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι, αν ζητούσα από τον μεγαλύτερο ιατροδικαστή της χώρας ένα «πόρισμα» για τις συνθήκες θανάτου του Γεωργίου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, θα μου έκλεινε το τηλέφωνο. Ποιος τολμάει να ενοχλήσει τον προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών για μια υπόθεση που έκλεισε το 1827;  Ο Φίλιππος Κουτσάφτης, όμως, δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόταση. Για την ακρίβεια, αντέδρασε λες και περίμενε εδώ και καιρό μια ευκαιρία για να συνδυάσει τις δύο αγαπημένες του ασχολίες, τη μελέτη της Ιστορίας και την ιατροδικαστική.
Για το συγκεκριμένο πόρισμα, βέβαια, δεν απαιτούνταν η παρουσία του στον τόπο του συμβάντος. Το πτώμα είχε μεταφερθεί από την πρώτη στιγμή στη Σαλαμίνα, ενώ οι συνεχείς επιχωματώσεις στο Νέο Φάληρο είχαν αλλάξει οριστικά τη γεωγραφία του εδάφους στην περιοχή. Παρ' όλα αυτά, πριν τον συναντήσω, αποφάσισα να επιθεωρήσω μόνος μου τον «τόπο του εγκλήματος». Δευτέρα πρωί και βρίσκομαι σταματημένος στο φανάρι έξω από το κτίριο της «Καθημερινής», κοντά στις εκβολές του Κηφισού.
Τον Απρίλιο του 1827 είχαν στρατοπεδεύσει εδώ ισχυρές δυνάμεις του Κιουταχή. Απένα­ντί τους, προς την πλευρά της Καστέλλας, οι άντρες του Καραϊσκάκη ετοιμάζονταν για μία από τις σημαντικότερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. Για πρώτη φορά, ύστερα από σειρά αποτυχιών που κορυφώθηκαν με την πτώση του Μεσολογγίου, ο «γιος της καλογριάς» είχε αρχίσει να αντιστρέφει το αρνητικό κλίμα.
Για τη συγκεκριμένη μάχη στο Φάληρο, όμως, είχε ένα πολύ κακό προαίσθημα. Πίστευε ότι οι δύο Βρετανοί αξιωματικοί, που είχαν οριστεί αρχηγοί όλων των δυνάμεων της Αττικής - ο Τσωρτς για το στρατό ξηράς και ο Κόχραν για το ναυτικό - τον οδηγούσαν σε βέβαιη σφαγή. Αυτοί ήθελαν ολομέτωπη σύγκρουση τακτικού στρατού, όπως τους είχαν μάθει στις στρατιωτικές ακαδημίες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Αυτός, όπως εξηγούσε και ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς, «ήθελε να εφαρμόσει τη δοκιμασμένη παρτιζάνικη τακτική της παρενόχλησης του εχθρού».

Ποιος τράβηξε τη σκανδάλη;

Τελικά δεν έζησε μέχρι την ημέρα της μάχης για να δει την πανωλεθρία των ελληνικών δυνάμεων. Στις 22 Απριλίου του 1827, μια σφαίρα τον πέτυχε στη βουβωνική χώρα ενώ προσπαθούσε να ελέγξει μια ασήμαντη συμπλοκή με τις τουρκικές δυνάμεις, λίγες ώρες πριν από την προγραμματισμένη μεγάλη επίθεση.
Ποιος τράβηξε όμως τη σκανδάλη, αφαιρώντας τη ζωή του Αρβανίτη αρχιστράτηγου; Από τις πρώτες ώρες του θανάτου του, κυκλοφόρησε έντονη φημολογία πως ο δράστης ήταν Έλληνας. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ιστοριοδίφης που επιμελήθηκε τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, υποστηρίζει ότι τον πυροβόλησαν πληρωμένοι μπράβοι του Μαυροκορδάτου. Την ίδια θεωρία φαίνεται να ασπάζεται και ο Δημήτρης Φωτιάδης, ο οποίος όμως εκτός από τον Μαυροκορδάτο βλέπει σαν ηθικούς αυτουργούς τους δύο Βρετανούς αξιωματικούς.
Γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του με τίτλο «Καραϊσκάκης»:
 «Ο Κόχραν κι ο Τσωρτς, μέσα στις λίγες ημέρες που βρί­σκονταν στον Πειραιά, κατάλαβαν πως ένας είχε τη δύναμη να αντιταχθεί στα σχέδιά τους, ο Καραϊσκάκης. Η εντολή που είχανε πάρει ήταν να πνιγεί η επανάσταση στη Στερεά, για να μπορέσει η Αγγλία να πετύχει το διπλωματικό της παιχνίδι, τον περιορισμό δηλαδή του απελευθερωτικού κινήματος του Μοριά, για να 'χει το μικρό, αδύναμο και μισοανεξάρτητο ναυτικό κράτος που θα δημιουργούνταν κά­τω από τον έλεγχό της. (.) Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα και εμπνευστές της σατανικιάς δολο­φονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος».

Σύμφωνα μάλιστα με τον αγωνιστή Νι­κόλαο Κασομούλη, ο ίδιος ο Καραϊσκάκης, λίγες ώρες πριν πεθάνει, άφησε να εννοηθεί ότι γνωρίζει τους δράστες. Δίνοντας μάλιστα ένα από τα γνωστά ρεσιτάλ βωμολοχίας, είπε στους συναγωνιστές του: « Γνωρίζω τον αίτιον, και αν ζήσω παίρνομεν όλοι το χάκι (εκδίκη­ση), ειδέ και πεθάνω, ας μου κλάσει τον π.... και αυτός».
Παρ' όλα αυτά, νεότεροι ερευνητές και ιστορικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί στο να μιλήσουν για δολοφονία και πολύ περισσότερο να αποδώσουν ευθύνες στο Λονδίνο. Ο «φάκελος Καραϊσκάκης» λοιπόν έπρεπε να ανοίξει και πάλι. Και όπως κάθε καλή αστυνομική έρευνα, ξεκινά από το γραφείο του ιατροδικαστή.

Χτυπήθηκε από ψηλά

«Βλέπετε, έχουμε και εμείς το μικρό μας CSI», μου είπε γελώντας ο Φίλιππος Κουτσάφτης, καθώς με ξεναγούσε στα εργαστήρια της υπηρεσίας. Στο γραφείο του κοιτάξαμε και πάλι μαζί το κείμενο του Δημήτρη Φωτιάδη για τις συνθήκες θανάτου του Καραϊσκάκη, το οποίο περιλαμβάνει τις περισσότερες λεπτομέρειες και συνηγορεί με αντίστοιχες αφηγήσεις του Κασομούλη. Αφού μου επανέλαβε για πολλοστή φορά ότι με τα υπάρχοντα στοιχεία μπορεί να γίνει μόνο μια «ιατροδικαστική προσέγγιση», που θα παρουσιάζει όλες τις πιθανές εκδοχές, ο ιατροδικαστής ανέτρεξε στο κείμενο που είχε ετοιμάσει.

Η περιγραφή της δολοφονίας (Κείμενο του λόγιου Δημήτρη Φωτιάδη)

«Ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο της καβαλαρίας μας, περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας. Και να, τρώει ένα βόλι στο βουβώνα από τα πλάγια κι ομπρός, από τ' αριστερά προς τα δεξιά κι από πάνω προς τα κάτω. Πέφτει από τ' άλογο. Τρέχουν οι καβαλάρηδες μας να τον συντρέξουν.
- Δεν είναι τίποτα! Τους φωνάζει και μ' όση δύναμη τ' απόμενε ξανακαβαλικεύει. Πισωδρομούνε σιγά και μ' όλη την τάξη. Μα, σαν έφτασαν εκεί όπου έπειτα στήσανε το μνημείο του, πίσω από το σημερινό σταθμό του ηλεκτρικού σιδεροδρόμου στο Νέο Φάληρο, δεν μπορεί πια να κρατηθεί πάνω από το άλογο και ξεπεζεύει. Του λένε να τον πάνε σηκωτό, μ' αυτός αρνιέται. Δε θέλει να τρομάξει το ασκέρι πως είναι του θανατά. Αυτός μπροστά κι ολόγυρα του καπεταναίοι, μπουλούξηδες και παλικάρια ξεκινάνε με τα πόδια, όσο που με την απαλάμη του κρατάει τη λαβωματιά του. Αφού ανέβηκαν τον ανήφορο, τονε συμβουλεύουνε να πάγει πάνω στα καράβια, για να 'χει πιότερη φροντίδα κι ησυχία να τονε δούνε οι γιατροί.
- Ένα πράμα μονάχα σας παρακαλώ, μην αφήσετε Φράγκο γιατρό να 'ρθει κοντά μου. (.) Τούτη τη φορά μονάχα δεν ήθελε να πέσει στα χέρια των Φράγκων γιατρών, γιατί, όπως θα δούμε, σχημάτισε την πεποίθηση πως δεν χτυπήθηκε από τους Τούρκους, μα δολοφονήθηκε και φοβήθηκε μην τον αποτελειώσουν οι γιατροί του Κόχραν και του Τσωρτς».

Το «πόρισμα» του ιατροδικαστή (Του Φίλιππου Κουτσάφτη)

Δεδομένου ότι υπάρχουν πολλά ιατροδικαστικά κενά, με κάθε επιφύλαξη μπορούμε να εξαγάγουμε τα εξής συμπεράσματα:
Πρώτον, η πύλη εισόδου του τραύματος είναι η αριστερή βουβωνική χώρα.
Δεύτερον, η βολίδα είχε φορά από μπροστά αριστερά και άνω, προς τα πίσω δεξιά και κάτω. Τρίτον, το θύμα, σαν στόχος, ήταν πολύ δύσκολος εκ των έξω, καθώς περιστοιχιζόταν από συντρόφους του που ήταν και αυτοί πάνω σε άλογα.
Τέταρτον, ο πυροβολισμός πρέπει να έγινε από διαφορετικό ύψος. Στο σημείο αυτό, διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: α) Εάν έγινε από μεγάλη απόσταση, τότε ο σκοπευτής πρέπει να ήταν σε κάποιο δέντρο ή σε κάποια μάντρα, θα λέγαμε δηλαδή σήμερα ότι ήταν ένας ελεύθερος σκοπευτής, β) εάν έγινε από μικρή απόσταση, πρέπει να τον πυροβόλησε κάποιος από τον περίγυρό του, με την προϋπόθεση κατά τη στιγμή του πυροβολισμού να είχε σηκωθεί όρθιος πάνω στο άλογο. Δηλαδή, δεν πυροβόλησε καθήμενος.
Και οι δύο εκδοχές στηρίζονται, δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε την απόσταση του πυροβολισμού. Βέβαια, δεν μπορεί να αποκλειστεί και η εκδοχή του αποστρακισμού της σφαίρας σε κάποια επιφάνεια.
Παρουσιάζουμε τρεις εκδοχές, γιατί δεν γνωρίζουμε την απόσταση και την κατάσταση του πυρο­βολισμού και, φυσικά, δεν είδαμε το τραύμα. Μου έκανε, πάντως, ιδιαίτερη εντύπωση αυτό ακριβώς που γραφείο Φωτιάδης, ότι ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο και ήταν «περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας».
Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί το εξής: Το γεγονός ότι ανέβηκε και πάλι στο άλογο του, όπως αναφέρεται, συνηγορεί στο ότι το τραύμα δεν ήταν άμεσα θανατηφόρο, άρα, μπορεί να ήταν πράγματι στη βουβωνική χώρα. Σημειώθηκε, δηλαδή, αιμορραγία για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν πεθάνει, οπότε πράγματι ήταν σε θέση να συζητεί ακόμη και να αρνείται να τον δουν ξένοι γιατροί.
Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία, γνωρίζουμε ότι ο Καραϊσκάκης ήταν έφιππος, η πύλη εισόδου του τραύματος και η φορά της βολίδας συνηγορούν στο ότι χτυπήθηκε από υψη­λότερο σημείο - κατά πάσα πιθανότητα ο δράστης ήταν όρθιος επάνω σε άλογο. Κρίνοντας από το γεγονός ότι ο Καραϊσκάκης κατάφερε να ιππεύσει και πάλι, ο Κουτσάφτης υποστηρίζει ότι το τραύμα μπορεί πράγματι να ήταν στη βουβωνική χώρα και να μην ήταν άμεσα θανατηφόρο. Εάν δεχτούμε λοιπόν ως ακριβείς τις περιγραφές του Κασομούλη και του Φωτιάδη, η ιατροδικαστική εξέταση αφήνει πολύ μεγάλες πιθανότητες ο Καραϊσκάκης να δολοφονήθηκε πραγματικά από Έλληνες. Τα στοιχεία όμως, όπως θα έλεγαν και οι ήρωες του CSI, δεν μπορούν ακόμη να σταθούν στο δικαστήριο εάν δεν εντοπίσουμε και το κίνητρο της δολοφονίας.

Οι πιθανοί δράστες

 Γεώργιος Καραϊσκάκης. Peter Von Hess
Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. 
Έπρεπε για άλλη μία φορά να απευθυνθούμε στους ειδικούς. Και ίσως κανένας δεν έχει ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια τόσο εντατικά με τη ζωή του Καραϊσκάκη όσο ο Διονύ­σης Τζάκης, ιστορικός και συγγραφέας του Λευκώματος με τίτλο «Γεώργιος Καραϊσκάκης».
Η λίστα των πιθανών «υπόπτων» που μου παρέθεσε ο Έλληνας καθηγητής, των ανθρώπων δηλαδή που «ευχήθηκαν και ίσως επιδίωξαν το θάνατο του Καραϊσκάκη στη διάρκεια της επανάστασης», είναι ιδιαίτερα μεγάλη: « Αγραφιώτες που δεν τον ήθελαν στρατιωτικό αρχηγό στην επαρχία τους, ανταγωνιστές στρατιωτικοί και πολιτικοί που αντιπαρατέθηκαν σκληρά μαζί του, ιδίως το 1822 - 1824. Επίσης, αρκετοί επιθυμούσαν να απομακρυνθεί από την κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας το 1826 - 1827. Επειδή διαφωνούσαν με τα πολεμικά του σχέδια, με τον τρόπο που διοικούσε, με τις προτεραιότητες που έθετε, επειδή θεωρούσαν άλλον καταλληλότερο ή έτρεφαν προσωπικές φιλοδοξίες ».
Παρ' όλα αυτά, ο Διονύ­σης Τζάκης απεκδύεται πεισματικά το ρόλο του ιστορικού-αστυνόμου. «Ο ιστορικός», μας λέει, «δεν είναι αστυνομικός ή ανακριτής να διερευνά υποθέσεις αναζητώντας «κίνητρα» και πιθανούς «ενόχους». Δεν αξιολογεί γεγονότα ή πρόσωπα για όσα έκαναν ή δεν έκαναν, για όσα θα έπρεπε κατά τη γνώμη του να είχαν κάνει ή να είχαν αποφύγει, και μάλιστα με κριτήριο τις δικές του μεταγενέστερες ιδέες και αντιλήψεις για το τι είναι σωστό και τι λάθος, εθνικά, ηθικά, δικονομικά ».
Κάθε προσπάθεια λοιπόν για την ανεύρεση της αλήθειας θα σκοντάφτει σε ανυπέρβλητα εμπόδια εάν δεν λαμβάνει υπόψη τον ιστορικό χωροχρόνο των γεγονότων. Ούτως η άλλως, μας λέει ο Διονύ­σης Τζάκης, «όπως όλες οι σύγχρονες επαναστάσεις, έτσι και η ελληνική συνυφαίνεται με πολιτικές διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις, καθώς οι Έλληνες πολεμούσαν για να απαλλαγούν από τους Οθωμανούς και, συγχρόνως, δημιουργούσαν μια πρωτόγνωρη (και ριζικά διαφορετική από την οθωμανική) μορφή πολιτικής οργάνωσης, το εθνικό κράτος».
Ακόμη όμως και «οι φήμες ότι δολοφονήθηκε», επισημαίνει ο Έλληνας ιστορικός, «μας βοηθούν να κατανοήσουμε το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής, αλλά και τους τρόπους πρόσληψης του θανάτου του από τους σύγχρονους του. Μάλιστα, οι εν λόγω φήμες προικίζουν το μύθο του ήρωα Καραϊσκάκη με ένα οικουμενικό μοτίβο, όπου ο ήρωας δεν είναι δυνατόν να καταβληθεί και να πεθάνει, παρά μόνο ως αποτέλεσμα κάποιας προδοσίας, συνωμοσίας κ.λπ.».
Ίσως, τελικά, το μόνο που μπορούμε να πούμε σήμερα με βεβαιότητα είναι ότι οι επιπτώσεις από την αναγγελία του θανάτου του και η στρατιωτική πανωλεθρία στη μάχη του Φαλήρου είναι δραματικές σε όλα τα μέτωπα. «Την ψυχολογική αυτή στιγμή, που τα πάντα έδειχναν να καταρρέουν μέσα σε ένα κλίμα τρόμου», θα γράψει ο Τάσος Βουρνάς, «θέλησε να εκμεταλλευτεί ο Ιμπραήμ για να προσεταιριστεί τους καπεταναίους της Ρούμε­λης». Και του Μοριά.
Με πρώτο τον Δημήτρη Νενέκο, αρκετοί οπλαρχηγοί συνθηκολογούν - προχωρούν σε αυτό που θα μείνει στη λαϊκή συνείδηση ως «προσκύνημα». Θα χρειαστεί να ακουστεί βροντερή η φωνή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη για να σταματήσει η ολοκληρωτική συνθηκολόγηση και να σωθεί τελικά η επανάσταση: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

Ο Καραϊσκάκης και το spread δανεισμού

Ένα από τα σενάρια που επανέρχονται πεισματικά στην επιφάνεια σχετικά με το θάνατο του Καραϊσκάκη, αναφέρεται στο ρόλο που έπαιξε το Λονδίνο στα τελευταία χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Ακόμη και ιστορικοί που απορρίπτουν κατηγορηματικά τις εικασίες του Φωτιάδη για σχέδιο δολοφονίας του Έλληνα ήρωα από τους Κόχραν και Τσωρτς, συμφωνούν ότι η στρατηγική που του πρότειναν στη μάχη του Φαλήρου ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.
Γιατί όμως ο Καραϊσκάκης, ο οποίος είχε οριστεί αρχιστράτηγος της Στερεάς Ελλάδας με τη σύμφωνη γνώμη ακόμη και ορκισμένων εχθρών του όπως ο Ζαΐμης, υποτάχθηκε στις εντολές των Βρετανών; Στο βιβλίο του «Ο θάνατος του Καραϊ­σκάκη», ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σταμέλος αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις σχέσεις υποτέλειας που είχαν δημιουργήσει στην επαναστατημένη Ελλάδα τα δύο δάνεια που της υποσχέθηκε το Λονδίνο. «Το πρώτο δάνειο», όπως σημείωνε και ο μεγάλος ερευνητής Κυ­ριάκος Σιμόπουλος, «τοκογλυφικό και ανήθικο ως συμφωνία, κατασπαταλήθηκε στον εμ­φύλιο. (.) Το δεύτερο χάθηκε στις κερδοσκοπικές παραγγελίες φρεγατών που δεν έφθα­σαν ποτέ στην Ελλάδα».
Ξένα δάνεια, περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, κερδοσκοπία και. φρεγάτες. Οι λέξεις μοιάζουν βγαλμένες από δημοσιεύματα εφημερίδων των τελευταίων ημερών και όχι από ιστορικά κείμενα για το μακρινό 1821. Κι όμως, οι περισσότεροι ιστορικοί και ακαδημαϊκοί, με τους οποίους μιλήσαμε όλες αυτές τις εβδομάδες, μας προειδοποίησαν να μην καταφύγουμε σε εύκολους και απλοϊκούς παραλληλισμούς. «Κάποιοι είναι έτοιμοι να συνδέσουν το '21 και το ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων με το spread δανεισμού και τη Γερμανία», μου είπε γνωστός ακαδημαϊκός, που προτίμησε να κρατήσει την ανωνυμία του. Ίσως γιατί, όπως μας εξήγησε και ο Διονύσης Τζάκης, «τα γεγονότα οφείλουμε να τα προσεγγίζουμε μέσα στη δική τους ιστορική συνάφεια». Υ.Γ. Λες και μιλάει για τη σημερινή κατάσταση.
 
Πηγή: Kαθημερινή, Περιοδικό ''Κ'', τεύχος 355
Επιμέλεια Ανάρτησης: FUJI TOMO KAZU

13.3.15

Αφιέρωμα στον Άγιο Ήρωα ΝΙΚΗΤΑΡΑ τον τουρκοφάγο. Nικηταρά σ' ευγνωμονούμε, μακάρι να τους είχες σφάξει όλους.

Φίλες και Φίλοι καλημέρα, ο μήνας Μάρτιος είναι για μας τους Έλληνες πολύ σημαντικός για τους γνωστούς λόγους. Αποφασίσαμε λοιπόν η συντακτική ομάδα του filomatheia.blogspot.com (EmojiEmojiEmojiδηλαδή ο Πεπέ, ο Πούφ, ο Eπικούρειος Πέπος, ο Fuzi Tomo Kazu, αυτά είναι τα μέλη της συντακτικής ομάδαςEmojiEmojiEmojiEmoji) έως την 25η Μαρτίου να κάνουμε κάποιες αφιερώσεις στους ανθρώπους που έδωσαν τη ζωή τους ώστε εμείς σήμερα να μπορούμε να μιλάμε για Ελλάδα. Δυστυχώς πάρα πολλούς από αυτούς τους ΗΡΩΕΣ-ΑΓΙΟΥΣ εμείς οι αυτοαποκαλούμενοι ΄Ελληνες, τους μνημονεύουμε μόνο όταν πλησιάζει η 25η Μαρτίου! και το χειρότερο δε γνωρίζουμε την πραγματική τους ιστορία. Την ιστορία που δυστυχώς πρέπει να αναζητήσουμε σε βιβλία εξωσχολικά, γιατί στο σχολείο αυτό που μαθαίνουν τα παιδιά μας είναι π.χ. για ένα στρίμωγμα!!!EmojiEmojiEmoji που έγινε στην αποβάθρα της Σμύρνης μετά απο έναν ποδοσφαιρικό αγώνα! (το τελευταίο περί αγώνα δεν το είπαν, αλλά σιγά σιγά θα μας το πουν και αυτό). Όσο λοιπόν μπορούμε ακόμα να λέμε πως είμαστε Έλληνες, πως; σας φαίνεται υπερβολικό αυτό που είπα; μακάρι να έχετε δίκιο, εν πάση περιπτώση εγω λέω όσο μας το επιτρέπουν, ας αρχίσουμε να σκεφτώμαστε σαν Έλληνες, και ας αρχίσουμε να αναζητούμε τις μορφές εκείνες που μας έκαναν υπερήφανους, είτε στην αρχαιότητα, είτε στα νεότερα χρόνια, ας αρχίσουμε -εννοώ οι πολλοί- να ανακαλύπτουμε τους Έλληνες κλασικούς, αυτους τους ΓΙΓΑΝΤΕΣ της παγκόσμιας γνώσης, ας αρχίσουμε να επισκεφτώμαστε τους αρχαιολογικούς χώρους, ας αρχίσουμε -επιτέλους- να επισκεφτώμαστε την Εκκλησία του Δήμου, εννοώ την Πνύκα, και κυρίως να μελετάμε την αρχαία ελληνική γραμματεία. Αυτή την περίοδο της κρίσης ας μάθουμε πως για όλα τα κακά που μας βρήκαν, υπάρχουν και δικές μας τεράστιες ευθύνες, αν δε διδαχθούμε απ' αυτή την κρίση και δεν βγούμε πιο σοφοί, θα συνεχίσουν κάποιοι να μας ξεφτιλίζουν, να μας βρίζουν, να μας χλευάζουν, και να μας συμπεριφέροντε όπως στον ΝΙΚΗΤΑΡΑ. Ας αποφασίσουμε τι θέλουμε και ας αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Κατά την ταπεινή μου γνώμη αν δεν αλλάξουμε την Παιδεία μας δεν πρόκειται ν' αλλάξει τίποτα, όπως είχε πει και η Μυρτώ ''αν αλλάξουμε τις συμπεριφορές μας αυτόματα θ'αλλαξουν όλα''. Διαβάστε λοιπόν την τραγική περιπέτεια του ΗΡΩΑ ΝΙΚΗΤΑΡΑ και σκεφθείτε μήπως είρθε η ώρα αυτόν τον ΑΓΙΟ ΗΡΩΑ να τον τοποθετήσουμε στο εικονοστάσι μας; καλή ανάγνωση.
Με σεβασμό και εκτίμηση Επικούρειος Πέπος.
Υ.Γ. Αγαπητή/έ αναγνώστρια/η εσύ που θα διαβάσεις το αμέσως πιο κάτω άρθρο, θα ήθελα να γνώριζα ποιά συναισθήματα θα σε κυριεύσουν; ειλικρινά θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να καταγράφατε το συναίσθημα της στιγμής και να μου το στέλνατε. Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων.

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή Τουρκοφάγος, ήταν ένας απ' τους μεγαλύτερους ήρωες της Επανάστασης του 1821. Ως γνωστόν, οι πολιτικές έριδες, το κομματικά πάθη και τα κάθε είδους συμφέροντα της εποχής που ακολούθησαν την Απελευθέρωση, δημιούργησαν ένα νοσηρό κλίμα στα πλαίσια του οποίου, αρκετοί ήρωες που έδωσαν τα πάντα στον Αγώνα, κατέληξαν να οδηγούνται στο περιθώριο και τη φυλακή (όπως ο Κολοκοτρώνης). Ένας απ' αυτούς τους ήρωες, που είχαν αυτή την «τύχη» ήταν κι ο Νικηταράς, ο οποίος έκανε «θητεία» αρχικά στο Παλαμήδι και στην συνέχεια στις φυλακές τις Αίγινας, βάσει ανυπόστατων κατηγοριών περί συνωμοσίας εναντίων του βασιλιά Όθωνα.

Αναφέρεται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, το οποίο αναδεικνύει το ήθος αυτού του ήρωα και στον αντίποδα την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του κράτους.
Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς το 1841, ήταν τόσο φτωχός που κατάντησε ζητιάνος στα σοκάκια του Πειραιά. Η πενιχρή σύνταξη που έπαιρνε, χάριν μια θέσης γερουσιαστή που του εδόθη, δεν έφτανε «ούτε για ζήτω». Η αρμόδια αρχή η οποία χορηγούσε θέσεις επαιτείας, είχε ορίσει μια ορισμένη μέρα στον ήρωα επαίτη μια θέση μια μέρα της εβδομάδος κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπε(!) να επαιτεί κάθε Παρασκευή!
Όταν αυτά έφτασαν στα αυτιά του πρέσβη Μεγάλης Δύναμης, αυτός απεστάλη από την κυβέρνηση του στο σημείο όπου επαιτούσε ο μεγάλος οπλαρχηγός. Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.
- Τι κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ο ξένος.
- Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα, απάντησε υπερήφανα ο ήρωας.
- Μα εδώ την απολαμβάνετε, καθισμένος στον δρόμο; επέμενε ο ξένος.
- Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πως περνάει ο κόσμος, απάντησε περήφανα ο Νικηταράς.
Ο ξένος κατάλαβε, και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες.
Ο σχεδόν τυφλός Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: «Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!».
Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1849, ο γενναίος και έντιμος αυτός ήρωας, πεθαίνει ξεχασμένος και πάμφτωχος.
***
Τελικά οι Έλληνες δεν αλλάζουν ποτέ (ακόμα κι αν σ' αυτή την περίπτωση υπήρχε βαυαρικός δάχτυλος). Πάντα θα τρώει τα παιδιά της...
Επιμέλεια Ανάρτησης Επικούρειος Πεπός.

Διαβάστε περισσότερα: Νικηταράς ο Τουρκοφάγος - Ένα άγνωστο, μα αρκετά διδακτικό περιστατικό για την Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της | Πάρε-Δώσε http://www.pare-dose.net/

12.3.15

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΑ'Ι'ΡΗΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

Φίλες και Φίλοι, αγαπητοί επισκέπτες του filomatheia.blogspot.com καλημέρα. Η σημερινή ανάρτηση είναι αφιερωμένη σ' έναν από τους μεγαλύτερους, αν όχι ο μεγαλύτερος, Διδάσκαλος του Γένους, που δοκίμασε στο πετσί του και πλήρωσε με τη ζωή του τον φανατισμό και τη μισαλοδοξία του κλήρου και της επίσημης Εκκλησίας, σας μιλάω για τον Θεόφιλο Καϊρη. Δυστυχώς εγώ τον ανακάλυψα αργά, κάλλιο αργά παρά ποτέ που λένε και στα Τρίκαλα, αναζητήστε πληροφορίες γι'αυτόν τον ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ γιατί αξίζει αυτούς τους υπέροχους Έλληνες να τους μνημονεύουμε παντού και πάντα. Άραγε πόσοι από εμάς που λέμε πως είμαστε Έλληνες έχουμε στο εικονοστάσι μας τον Άγιο Κολοκοτρώνη, τον Άγιο Νικηταρά, τον Άγιο θεόφιλο Καϊρη; και όσους ακόμα ΗΡΩΕΣ-ΑΓΙΟΥΣ θυσιάστηκαν για να μπορούμε εμείς σήμερα να λέμε πως είμαστε Έλληνες; Γιατί δεν μας μαθαίνουν την αληθινή Ιστορία στα σχολεία; Όσοι από σας επιθυμείτε να μάθετε αλήθειες κυκλοφορεί ένα σημαντικό Ιστορικό βιβλίο με τίτλο ''Τα ψιλά Γράμματα της Ιστορίας'' ελπίζω πως η Ιστορικός της ΛΟΓ η Κωνσταντίνα Ντακούλα (Ζαν Ντ' Αρκ) όταν το διαβάσει να μας κάνει μια ομιλία σχετικά μ'αυτό το βιβλίο, και γενικότερα για την νεότερη Ιστορία. Η φανταστική συνάντηση του Θεόφιλου Καϊρη με τον συγγραφέα Χρήστο Χωμενίδη, είναι μια ευκαιρία για να ψάξουμε να βρούμε κείμενα που αναφέροντε στη ζωή και το έργο αυτού του ΥΠΕΡΟΧΟΥ ΕΛΛΗΝΑ που για μία ακόμα φορά ισχύει το γνωστό: ''Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της.'' Σας εύχομαι καλή άσκηση, καλή διατροφή και καλή αυτογνωσία. Με σεβασμό και εκτίμηση Επικούρειος Πέπος.

Συνομιλώντας με τον Θεόφιλο Καΐρη

Ενα εκ των πλέον ελληνικών αιρετικών πνευµάτων, αυτό του Θεόφιλου Καΐρη, επιστρέφει 159 χρόνια µετά τον θάνατό του για µια εκ βαθέων συνέντευξη στον Χρήστο Χωµενίδη
πηγή www tovima.gr

Το να συζητήσεις µε έναν άνθρωπο 228 ετών δεν είναι δα και το πιο εύκολο πράγµα στον κόσµο. Τον πρώτο καιρό µετά τον θάνατό τους οι πιο πολλοί λαχταρούν να µιλήσουν. Για να διαλύσουν τις ψευδαισθήσεις που τρέφουν οι ζωντανοί σχετικά µε το επέκεινα. Για να εκφράσουν την αγάπη τους σε πρόσωπα που εγκατέλειψαν όταν απεβίωσαν. Για να αποκαταστήσουν αδικίες εις βάρος τους, οι οποίες διαπράττονται εξαιτίας της απουσίας τους. Οι φρεσκοπεθαµένοι κάνουν ό,τι µπορούν για να δώσουν κάποιο σινιάλο. Εµφανίζονται σε όνειρα, κολλητεύουν µε µέντιουµ, µετακινούν  έπιπλα ή αναβοσβήνουν φώτα... Οσο περνούν, όµως, τα χρόνια τόσο η έγνοια τους για τα γήινα φθίνει. Ολοι οι δικοί τους πηγαίνουν να τους συναντήσουν. Τα σπίτια τους γκρεµίζονται, οι γειτονιές τους γίνονται αγνώριστες. Ακόµη και τα τοπία µεταµορφώνονται. Ελάχιστων η ανάµνηση επιζεί του βιολογικού τέλους τους για περισσότερο από έναν αιώνα.


Η λήθη – η παράδοση στην απόλυτη ανυπαρξία – πρέπει να ’ναι ανακουφιστική. Ετσι τουλάχιστον κατάλαβα, πασχίζοντας να «ξυπνήσω» τον Θεόφιλο Καΐρη και να τον κάνω να ασχοληθεί µαζί µου για µόλις µισή ωρίτσα. Μου κόπηκαν τα γόνατα προκειµένου να τον σηκώσω από το χώµα και να τον καθίσω σε µια πολυθρόνα απέναντί µου. Ο τριπλός εσπρέσο που του έφτιαξα – κι ας ήταν παρθένος στην καφεΐνη οργανισµός – κατάφερε να του διεγείρει τα νεύρα και το ενδιαφέρον µετά βίας για πέντε λεπτά. Στη συνέχεια, βλέποντάς τον διαρκώς να αφαιρείται ή να γλαρώνει, αναγκαζόµουν πότε να τον τσιγκλάω µε προκλητικές ερωτήσεις, πότε να καταντώ ακόµη πιο βλάσφηµος: να του φυσάω τον καπνό µου στο πρόσωπο. Οµολογώ πως ο Καΐρης στιγµή δεν έδειξε να ενοχλείται. Επρόκειτο για παπαδίστικη πραότητα; Για νεκρική απάθεια; Ενιωθε δικαιωµένος από την Ιστορία; Ή αδιάφορος για εκείνη; Μου απάντησε, πάντως, σε όλα µε σαφήνεια, δίχως υπεκφυγές και ρητορείες. Στα λόγια του διακρινόταν φλέγµα, αυτοσαρκασµός, που µακάρι να τον διέθεταν στο ελάχιστο όσοι στις µέρες µας περνιούνται για «∆άσκαλοι του Γένους». Η πρώτη απορία του ήταν πώς και τον θυµηθήκαµε.
Οι Ελληνες δεν σας ξέχασαν ποτέ. ∆εν κερδίσατε την υστεροφηµία ενός Κολοκοτρώνη, µα κάθε λίγα χρόνια κάποιος σας ανακαλύπτει µε ενθουσιασµό. «Να ’ναι καλά! Ο καθένας, ξέρετε, “διαβάζει” τους πεθαµένους µε τον δικό του τρόπο και για τις δικές του ανάγκες. Οι ταφόπλακες γίνονται συχνά καθρέφτες...».
«Τι υπήρξατε, Θεόφιλε, πάνω από όλα; Εθνεγέρτης και πολέµαρχος στην Επανάσταση του ’21; Εκπαιδευτικός, διευθυντής των δύο πιο φηµισµένων σχολείων του καιρού σας στα Βαλκάνια, στο Αϊβαλί και στην Ανδρο; Πολιτικός, τρεις φορές βουλευτής; Ιερέας; Ιδρυτής θρησκείας; Γιατί οφείλω να διαλέξω µία ιδιότητα; Μανία που έχετε οι σηµερινοί µε την εξειδίκευση! Με ενδιέφεραν, από παιδάκι, τα πάντα: η βοτανολογία και η λογοτεχνία. Ο πόλεµος και η θρησκεία. Η τεχνολογία. Εγώ, όπως θα ξέρετε, έφερα πρώτος στην Ελλάδα τηλεσκόπιο και έστησα το πρώτο υποτυπώδες εργαστήριο φυσικοχηµείας. Εζησα στον λεγόµενο “Αιώνα των Φώτων”. Και είχα την τύχη να βρεθώ στο επίκεντρο των εξελίξεων, στο κέντρο της Ευρώπης: το Παρίσι».
Προερχόσασταν από επιφανή οικογένεια. «Είναι αλήθεια. Συχνά συλλογιζόµουν πόσο διαφορετική θα ήταν η πορεία µου αν είχα γεννηθεί από αγρότες. Γι’ αυτό και το σχολείο που ίδρυσα στην Ανδρο το προόριζα κατ’αρχήν για τα ορφανά των πολεµιστών του ’21».
Τους οποίους διδάσκατε όπως εσείς θέλατε. «Εγώ διηύθυνα και ήµουν υπεύθυνος για την εκπαιδευτική διαδικασία».
Αγνοώντας τις αντιλήψεις – ακόµη και τη θρησκευτική πίστη – των γονέων τους;«Οταν γεννήθηκα, η ιδέα της εθνικής µας απελευθέρωσης δεν υπήρχε παρά µονάχα στα δηµοτικά τραγούδια, στις πολεµικές κραυγές των κλεφτών – που συχνά άλλαζαν στάση και γίνονταν αρµατολοί, δηλαδή µισθοφόροι της οθωµανικής εξουσίας – και στα µυαλά µερικών φωτισµένων Ρωµιών που είχαν κουραστεί να σταδιοδροµούν ως δραγουµάνοι του Σουλτάνου ή εντεταλµένοι ηγεµόνες του στις όχθες του ∆ούναβη. Καθένας εξ αυτών έτρεφε το δικό του όραµα σχετικά µε τη νέα Ελλάδα. Οι παπάδες – ακόµη και εκείνοι που πήραν εξαρχής τα όπλα – ονειρεύονταν µια χριστιανική επικράτεια, όπου θα κυβερνούσε ο λόγος του Θεού τους. Ο Ρήγας Φεραίος τραγουδούσε την ανατροπή της τυραννίας και τη δηµιουργία µιας πολυφυλετικής βαλκανικής οµοσπονδίας, µε χριστιανούς και Τούρκους αντάµα, άσπρους και “αράπηδες”. Ο Μακρυγιάννης, πάλι, το λέει ξεκάθαρα: “... Ας καθίσωµεν τώρα και ηµείς...”, οι αυτόχθονες αποκλειστικά ορθόδοξοι, Πελοποννήσιοι και Ρουµελιώτες, “να φάγωµεν ψωµί...”. Και ο λόρδος Μπάιρον, εκείνος ο άθεος προικισµένος ποιητής, δεν θα είχε – λέει – αντίρρηση, εφόσον η Επανάσταση ευοδωνόταν, να στεφθεί βασιλιάς των Ελλήνων...».
Και εσείς τι ήσασταν; «Εγώ έζησα πολλά – για τον καιρό µου – χρόνια και πέρασα από πολλά στάδια. Μεγαλωµένος σε εκκλησιαστικό περιβάλλον, δεν ήταν παράξενο που στα 18 µου χειροτονήθηκα διάκος. Τότε άλλαξα και το όνοµά µου, από Θωµάς σε Θεόφιλο. Στο βάθος, όµως, παρέµεινα Θωµάς – για όλα αµφέβαλλα, είχα ανάγκη να τα αγγίζω, να τα δοκιµάζω. Οι πλούσιοι προστάτες µου µε έστειλαν να σπουδάσω στη ∆ύση: Ελβετία, Ιταλία, Γαλλία. Στο Παρίσι, το 1807, γνωρίστηκα µε τον Αδαµάντιο Κοραή και µπολιάστηκα µε το πνεύµα της Γαλλικής Επανάστασης. Τότε άρχισαν να κλονίζονται µέσα µου οι χριστιανικές πεποιθήσεις...».
Παραµείνατε, όµως, παπάς..«∆εν θα µπορούσα να απαρνηθώ την πίστη µου αν δεν έβαζα στη θέση της µια καινούργια. Η ανάγκη να θρησκεύοµαι, να επικοινωνώ µε τον Θεό, ήταν ριζωµένη στον πυρήνα της ύπαρξής µου».
Είχατε πει ότι αποφασίσατε να προαχθείτε σε όλους τους ιερατικούς βαθµούς µε τη µάταιη ελπίδα ότι θα σας ξαναφώτιζε κάποια στιγµή το Αγιο Πνεύµα. Φαντάζεστε να σας έκαναν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και να σας ταλάνιζε ακόµη η δίνη της αµφιβολίας; «Πρώτη φορά θα συνέβαινε; Η “Πάπισσα Ιωάννα” του Ροΐδη, η ιστορία της γυναίκας που ανεβαίνει στον θρόνο του Βατικανού, είναι µια υπερβολή που απηχεί ωστόσο αληθινές καταστάσεις... Τουλάχιστον εµένα δεν µε κίνησε ποτέ το στενό ατοµικό συµφέρον. Ούτε και λούφαξα για να διαφυλάξω τα κεκτηµένα µου»
Αυτό να λέγεται. Σηκώσατε από τους πρώτους µπαϊράκι το 1821. «Εβραζε το αίµα µου. ∆εν ήµουν τόσο καλός πολεµιστής όσο ρήτορας. Τους ξεσήκωνα µε τα λόγια, τους έπειθα πως αξίζει να ρισκάρουν τα πάντα... Ορισµένοι ίσως να µε κοίταζαν στραβά, να µε έβρισκαν υπερβολικά γραµµατισµένο για τα γούστα τους. Οταν, όµως, λαβώθηκα τρεις φορές στη µάχη, τους κόπηκε ο βήχας. Μετά κατηφόρισα από τον Ολυµπο στην Κόρινθο κι από εκεί στην Επίδαυρο για την Α΄ Εθνοσυνέλευση».
Είχατε γίνει πλέον πολιτικός. «Πολιτικός; Μεγάλη κουβέντα. Για να είσαι πολιτικός πρέπει να µπορείς να αγιάζεις, για το χατίρι του σκοπού σου, τα µέσα. Εγώ δεν είχα τέτοια στόφα. Ούτε και οι περισσότεροι από τους αντιπροσώπους στις Εθνοσυνελεύσεις της Επανάστασης. Γι’ αυτό και νοµοθετήσαµε τόσο φιλελεύθερα, υπερακοντίζοντας σε δηµοκρατικότητα όλα τα πολιτεύµατα της Ευρώπης. Γι’ αυτό και το Σύνταγµα της Επιδαύρου δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ...».
Ούτε και ο Καποδίστριας είχε πρόθεση να εφαρµόσει το Σύνταγµά σας. Εσείς,ωστόσο, τον υποδεχθήκατε µε ενθουσιασµό και εκφωνήσατε τον «χαιρετιστήριο» λόγο εκ µέρους των Ελλήνων. «Τον προϋπάντησα, µα τον προειδοποίησα κιόλας, αρκετά αυστηρά: “Ου συ, ουδέ ο υιός σου, ουδέ ο οικείος σου, ουδέ ο φίλος σου, ουδέ πνεύµα φατρίας, αλλά οι θεσµοί κυβερνώσι την Ελλάδα διά σου...”. Ο Καποδίστριας είχε ειλικρινή πρόθεση να στήσει ένα κράτος δικαίου, να οικοδοµήσει θεσµούς αδιάβλητους. Οι κοτζαµπάσηδες, που λαχταρούσαν να γίνουν πασάδες στη θέση των πασάδων, φυσικά τον εξόντωσαν».
Και εσείς αποσυρθήκατε στην Ανδρο... «Τι σηµαίνει “αποσύρθηκα”; Θαρρείτε πως η καρδιά του νεογέννητου κράτους µας χτυπούσε στην Αθήνα; Ενα χωριό παρέµενε η Αθήνα, που στο κέντρο του είχανε χτίσει το Παλάτι για να πηγαίνουν οι προύχοντες να συναγελάζονται µε τους Βαυαρούς και να χτυπούν µε τα τσαρούχια τους τον πολυέλαιο στις φιγούρες του τσάµικου. Εξού και η έκφραση “σιγά τον πολυέλαιο”... Εάν αρνήθηκα τη θέση του καθηγητή στο Πανεπιστήµιο ήταν επειδή πίστευα πως ο άνθρωπος διαµορφώνεται στα πρώτα στάδια της εκπαίδευσής του, ως παιδί. Εκεί πρέπει να ευτυχήσει από δασκάλους».
Αρνηθήκατε, όµως, και το παράσηµο που σας προσέφερε ο Οθωνας... «Αυτό ίσως και να ήταν λάθος µου. Η ταπεινοφροσύνη µου – ή µάλλον η πεποίθησή µου πως σε µια πάµπτωχη χώρα δεν µοιράζουµε παράσηµα, αλλά ψωµί και βιβλία – θεωρήθηκε προσβολή προς τον βασιλιά. Μου το φύλαγαν και µόλις βρήκαν αφορµή...».
Για αφορµή επρόκειτο; Εδώ σας κατηγόρησαν ότι είχατε ιδρύσει καινούργια θρησκεία. «Απάντησα ευθύς, ρητά και κατηγορηµατικά: Θρησκείες δεν ιδρύουν οι άνθρωποι, αλλά µονάχα ο Θεός. Η Θεοσέβεια “έγδυνε” την πίστη στον ∆ηµιουργό από τα παγανιστικά χαρακτηριστικά της και της προσέδιδε φιλοσοφικό, παγκόσµιο και διαχρονικό χαρακτήρα...».
Τον Χριστό πάντως Τον αποκαθηλώσατε... «∆εν τον λατρεύαµε ως Υιό του Θεού – πώς µπορείς να είσαι γιος ενός πνεύµατος; – τον τιµούσαµε ωστόσο ως φωτισµένο, ενάρετο άνθρωπο».
Είχατε, πάντως, δοµή κανονικής θρησκείας: τι ναοί, τι γιορτές, τι ιερείς! «∆ιέθετα πράγµατι οργανωτικό οίστρο. Τους ναούς τους είχα σχεδιάσει µε το χέρι µου – κάηκαν φυσικά τα σχέδια εκείνα από τους διώκτες µου. Τις προσευχές, στη δωρική διάλεκτο, τις είχα συνθέσει επίσης εγώ. Οσο για τους λειτουργούς της Θεοσέβειας, γυναίκες και άντρες, τους είχα ιεραρχήσει σε πέντε τάξεις».
Εδώ θελήσατε να αλλάξετε το ηµερολόγιο... «Επηρεάστηκα, το οµολογώ, από τη Γαλλική Επανάσταση. Χώρισα τους µήνες σε τρία δεκαήµερα αντί για εβδοµάδες και τοποθέτησα την Πρωτοχρονιά στις 24 Σεπτεµβρίου, όπως ήταν στην αρχαιότητα. Ως έτος 1 όρισα το 1801. Με συκοφάντησαν ακόµη και για αυτό, πως τάχα το επέλεξα από εγωπάθεια, επειδή τότε είχα ξεκινήσει τις σπουδές µου. ∆εν καταλάβαιναν ότι τιµούσα απλώς την έναρξη του Αιώνα των Φώτων...».
∆ιέδωσαν επίσης ότι ανήκατε στη µασονία ή σε κάποια άλλη µυστική εταιρεία... «Στον καιρό µου οι µυστικές εταιρείες γνώριζαν µεγάλη άνθηση από τον φόβο των τυράννων. Και η Φιλική µια µυστική εταιρεία δεν ήταν; Εν πάση περιπτώσει, τη Θεοσέβεια εγώ ποτέ δεν την έκρυψα ούτε την αρνήθηκα. Την υπερασπίστηκα ως τη µόνη ταιριαστή θρησκεία σε µια ελεύθερη κοινωνία». 
Είχατε πολλούς οπαδούς; «∆εν ήθελα οπαδούς, µα ισότιµους συνοµιλητές. Ο διάλογος µε ενδιέφερε. Αρκετοί άνθρωποι συγκινήθηκαν από τη Θεοσέβεια. Και ακόµη περισσότεροι µε υποστήριξαν όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία και η βασιλική εξουσία αποφάσισαν την καταστροφή µου. Το 1839, ο πυρπολητής Κανάρης διετάχθη ως αρχηγός του στόλου να µε απαγάγει από την Ανδρο και να µε οδηγήσει στην Αίγινα και µετά στην Αθήνα. Η προσωπική του συντριβή ήταν ολοφάνερη. Οι συντοπίτες µου µε συνόδευσαν κλαίγοντας ως την αποβάθρα. Στην πρωτεύουσα, ο κόσµος ήθελε να ζευτεί και να τραβήξει την άµαξα που θα µε πήγαινε στην Ιερά Σύνοδο για να δικαστώ. Οι εφηµερίδες είχαν διχαστεί. Οι µισές µε υποστήριζαν µε πάθος».
Επικράτησε η γνώµη των άλλων µισών. «Αφού µε κατακεραύνωσε µέχρι και το Πατριαρχείο, αφού µου έκλεισαν τη Σχολή, αφού µε ταλαιπωρούσαν µε δίκες και εξορίες επί δέκα και πλέον χρόνια, µε φυλάκισαν σε δύο µοναστήρια, σε απόλυτη αποµόνωση, για να επανέλθω δήθεν στον ορθό δρόµο. Επεδίωκαν όµως τον θάνατό µου. Οταν ο εισαγγελέας έστειλε αναφορά στον υπουργό ∆ικαιοσύνης για την άθλια κατάσταση της υγείας µου, εκείνος απάντησε: “Εφόσον είναι έτσι κι αλλιώς άρρωστος, γιατί να του αλλάξουµε κελί;”. Ο θάνατος επήλθε σαν λύτρωση στις αρχές του 1853...».
Η έσχατη ταπείνωση ήρθε µετά. Ξέθαψαν το σώµα σας, σας άνοιξαν τα σπλάχνα και τα περιέχυσαν µε ασβέστη... «Ισχυρίστηκαν ότι το έκαναν για υγειονοµικούς λόγους. ∆εν τους κρατάω κακία. Απλοί άνθρωποι ήταν, σε µόνιµη σύγχυση...».
Σχεδόν ό,τι είχατε σπείρει σαρώθηκε. Η εκπαίδευση παρέµεινε προσηλωµένη στους τύπους. Το ιδεολόγηµα του ελληνοχριστιανισµού καλά κρατεί. Οι επίγονοι των κοτζαµπάσηδων εξακολουθούν να κάνουν σε µεγάλο βαθµό κουµάντο... «Η Ιστορία δεν προχωρά µε ευθύγραµµο τρόπο ούτε όµως και επαναλαµβάνεται µονότονα. Ακολουθεί σπειροειδή, ανοδική πορεία. Οπως µε πληροφορήσατε κι εσείς στην αρχή της κουβέντας µας, όλο και κάποιοι µεταγενέστεροι µε ανακαλύπτουν. Θα επιθυµούσα να συγκρατούν από τον βίο µου όχι τόσο εκείνα που επαγγέλθηκα όσο εκείνα που αµφισβήτησα. Κάθε κρίσιµη περίοδος, όπως αυτή που τώρα περνάτε στην Ελλάδα, µπορεί να γίνει εφαλτήριο για ένα νέο ξεκίνηµα. Προσωπικά, παραµένω αισιόδοξος. Βρίσκω τον εαυτό µου στους στίχους του µέγιστου ποιητή µας, του Κωνσταντίνου Καβάφη: “... Κατόπι – στην τελειοτέρα κοινωνία – κανένας άλλος καµωµένος σαν εµένα βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάµει”».
Επιμέλεια Ανάρτησης: Eπικούρειος Πέπος.