Life for Life
"Το θαύμα δεν είναι πουθενά
παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου!!!"


"Στης σκέψης τα γυρίσματα μ’ έκανε να σταθώ
ιδέα περιπλάνησης σε όμορφο βουνό.
Έτσι μια μέρα το ’φερε κι εμέ να γυροφέρει
τ’ άτι το γοργοκίνητο στου Γοργογυριού τα μέρη !!!"


ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΜΑΣ
Εμείς στο χωριό μας έχουμε ακόμα αυλές. Εκεί μαζευόμαστε, αμπελοφιλοσοφούμε,
καλαμπουρίζουμε, ψιλοτσακωνόμαστε μέχρι τις... πρώτες πρωινές ώρες! Κοπιάστε ν' αράξουμε!!!
-Aναζητείστε το"Ποίημα για το Γοργογύρι " στο τέλος της σελίδας.

14.3.16

ΓΙΟΜΟ ΚΕΝΥΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Όταν μας είπαν πως θα μας βάλουν στην ΕΟΚ εμείς είχαμε τη σειρά μας κι αυτοί είχαν τα ΜΟΠ μας έμαθαν να μη δουλεύουμε να μην καλλιεργούμε, και να πετάμε τα πορτοκάλια στις χωματερές, όταν ξυπνήσουμε θα είναι πολύ αργά. Όταν μας έβαλαν στο ευρώ με στοιχεία μαϊμού, εμείς οι δήθεν έξυπνοι, νομίζαμε πως οι φωστήρες είναι κουτόφραγκοι και τους κοροϊδέψαμε όταν αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε -όσοι κατάλαβαν- που μας οδηγεί ο ωχαδερφισμός, η λαμογιά, τα δανεικά, και η έλλειψη υποδομών και παραγωγικότητας ήταν ήδη πολύ αργά. Κρίμα γιατί αν και ο Προμηθέας είναι της δικής μας μυθολογίας δεν ήμασταν ποτέ προμηθείς. Και δυστυχώς επειδή δεν είχαμε διαβάσει αυτά που είχε πει ο Γιόμο Κενυάτα για μία ακόμα φορά πέσαμε στο λάκκο που μόνοι μας είχαμε σκάψει, και τώρα τί;  Άντε στις καφετζούδες και στα μέντιουμ για ενημέρωση, και στους γιατρούς για την ασθένεια της αλλήτιδας. 
Σήμερα λόγω της καθαρής Δευτέρας θα σας παρουσιάσω τους ''καθαρούς'' δείτε τι έπαθαν εκείνοι οι καθαροί και ο νοών νοείτω. 

Η μάχη ενάντια στους Καθαρούς
Από την Βικιπαίδεια Θεωρείται βέβαιο ότι η αίρεση των Καθαρών προήλθε από τον Παυλικιανισμό της Μικράς Ασίας, ο οποίος μεταφυτεύθηκε ως αίρεση των Βογομίλων στην Βουλγαρία και εν συνεχεία έφτασε στην Προβηγκία και στην Λανγκντόκ.[1]
Η αίρεση έκανε την εμφάνισή της στο Λανγκντόκ στη διάρκεια του 12ου αιώνα, με την δημιουργία, την ίδια περίοδο, έξι επισκοπών των Καθαρών. Έχοντας απέναντί της έναν χριστιανικό κλήρο πλούσιο και εξαγορασμένο, μερικές φορές, και καταγγέλλοντας αυτή την κατάσταση, η νέα αυτή θρησκεία δεν συνάντησε ιδιαίτερα εμπόδια για την ανάπτυξή της εντός των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, αρχικά, και στην συνέχεια των ανώτερων.
Αντίθετα από τους θεμελιώδεις κανόνες της Εκκλησίας, οι Καθαροί επηρεασμένοι από τον Μανιχαϊσμό, υποστήριζαν ότι το σύμπαν διαιρείται στο Καλό (Θεός, Πνεύμα) αφ’ ενός και στο Κακό (Σατανάς, Ύλη) αφ' ετέρου. Η δημιουργία του θεατού κόσμου, ατελής, είναι έργο του Σατανά και οι Καθαροί υποχρεούνταν να αφήσουν την "φυλακή" του σώματός τους για να επιστρέψουν στον Θεό. Γι' αυτό τον λόγο, πίστευαν σε μια φτωχική ζωή σε συνδυασμό με την μετάνοια, ώστε να φτάσουν στην πνευματική τελειότητα. Ορισμένοι Καθαροί προορίζονταν για την ιδιότητα του κληρικού και αφού χειροτονούνταν, ζούσαν ζωή ασκητική, φέροντας τον τίτλο Perfecti (τέλειοι). Οι καθαροί απέρριπταν, επίσης, όλες τις χριστιανικές τελετές, αναγνωρίζοντας μόνο μία, το consolamentum, το οποίο έφερνε την σωτηρία αυτού που το δεχόταν, έπρεπε όμως να γίνει στο τέλος της ζωής του πιστού ώστε να μη υποπέσει πάλι αυτός σε αμαρτήματα. Σε πολλές περιπτώσεις οι Perfecti κατηγορήθηκαν ότι έπεισαν ασθενείς να πεθάνουν από την πείνα ή ότι τους έπνιγαν με την συγκατάθεσή τους, για να κερδίσουν έτσι αυτοί τον παράδεισο.

Αυτή η κατάσταση ήταν ιδιαιτέρως ανησυχητική για την Εκκλησία, καθώς επρόκειτο για μία αντιεκκλησιαστική κίνηση που αναπτυσσόταν σε χριστιανικά εδάφη και ήδη από το 1119 πάπας Κάλλιστος Β΄ την είχε αποκηρύξει. Το 1177, ο κόμης Ραϊμόνδος Ε΄ της Τουλούζης είχε ζητήσει την βοήθεια του Αββαείου του Σιτώ για την καταπολέμηση αυτής της αίρεσης που κέρδιζε συνεχώς έδαφος. Ένα εκστρατευτικό σώμα στρατού του οποίου ηγούνταν ο κόμης και ο αββάς Ερρίκος του Μαρσιάκ πολιόρκησε την Λαβώρ, η οποία ήταν γνωστή ως η εστία της αίρεσης. Όταν η πόλη παραδόθηκε, δύο εκπρόσωποι των Καθαρών αιχμαλωτίστηκαν και απαρνήθηκαν την πίστη τους. Ο Ερρίκος του Μαρσιάκ επέστρεψε, τότε, στο αββαείο του, αλλά η αίρεση αναζωογονήθηκε μετά την αποχώρησή του[2].
Όταν ο Ραϊμόνδος ΣΤ΄ διαδέχτηκε τον πατέρα του, το 1194, η αίρεση αυτή είχε σε τέτοιο βαθμό διεισδύσει στα εδάφη του ώστε του ήταν αδύνατο να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση χωρίς να προκαλέσει εξεγέρσεις εντός των κομητειών του[3]. Άλλωστε ένα τμήμα της διοικούσας τάξης είχε ασπαστεί τον Καθαρισμό,[4]και επωφελήθηκε καταλαμβάνοντας τις εκκλησιαστικές ιδιοκτησίες. Ο υποκόμης του Μπεζιέ Ρογήρος Β΄ λεηλάτησε κι έκαψε ένα μοναστήρι, και φυλάκισε τον ηγούμενό του και τον επίσκοπο του Αλμπί. Ο κόμης του Φουά έδιωξε τους μοναχούς από την μονή του Παμιέ και την έκανε στρατώνα. Ο ίδιος ο Ραϊμόνδος ΣΤ΄ κατέστρεψε πολλές εκκλησίες και καταδίωξε τους μοναχούς του Μουασσάκ, με αποτέλεσμα να αφοριστεί.[

Κατά την έναρξη της βασιλείας του, ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ ανησυχούσε ιδιαιτέρως για την αυξανόμενη επιρροή της Εκκλησίας των Καθαρών στο Λανγκντόκ. Αλλά οι αρχιεπίσκοποι του Ος και της Ναρμπόν καθώς και ο επίσκοπος της Μπεζιέ δεν συμμορφώνονταν με τις υποδείξεις των λεγάτων του. Ο Ιννοκέντιος απέστειλε αρκετούς ιερωμένους, μεταξύ των οποίων ο άγιος Δομίνικος και ο Γκυ ντε Βω ντε Σερναί, για την επιστροφή των κατοίκων της περιοχής στον καθολικισμό. Οι αλλαξοπιστίες ήταν σπάνιες στην αρχή, κι έτσι ο Δομίνικος είχε την ιδέα της δημιουργίας του Τάγματος των Δομινικανών, το οποίο βασιζόταν σε ζωή περιπλάνησης και προσευχής στον Ιησού, με στόχο την καλύτερη προσέγγιση των τοπικών πληθυσμών[6]. Η υποδειγματική ζωή του είχε σαν αποτέλεσμα αρκετούς προσηλυτισμούς Καθαρών.
Το ίδιο χρονικό διάστημα, ο πάπας διόρισε τον Πιέρ ντε Καστελνώ, ως εκπρόσωπό του στους ευγενείς και τους ανώτατους κληρικούς του Λανγκντόκ, ώστε αυτός να τους πείσει για την ανάγκη λήψης μέτρων κατά των Καθαρών, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Ο Ραϊμόνδος αρνήθηκε να επιβάλει διά της βίας της απόψεις της Εκκλησίας και προσφέρθηκε να μεταστρέψει τους αιρετικούς διά της πειθούς. Αφορίστηκε στις αρχές του Ιανουαρίου του 1208, δήλωσε μετάνοια, έλαβε άφεση αλλά δεν έκανε τίποτα. Λίγο καιρό αργότερα, στις 14 Ιανουαρίου 1208, ο Πιέρ ντε Καστελνώ δολοφονήθηκε[7], ενώ εγκατέλειπε το Σαιν-Ζιλ για να επιστρέψει στον Πάπα[8].
ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΠΕΠΟΣ

13.3.16

ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ Όλα τον θυμίζουν

Ο Μάνος είχε τη δική του ιστορί«Ο Λοϊζος δεν κατασκεύαζε. Και αν το ήθελε, δεν θα μπορούσε. Γεννούσε. Κι αυτό γιατί έτσι το ένιωθε...». Μίκης Θεοδωράκης.  


Ο Μάνος Λοίζος, μουσικός, συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, έφυγε από την ζωή σαν σήμερα, το 1982.
Μέλος του ΚΚΕ, αγωνίστηκε για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης. Τα τραγούδια του λιτά και έντεχνα, συνδέθηκαν άμεσα με τις λαϊκές μάζες. Πολιτικά στρατευμένος καλλιτέχνης στα χρόνια της Χούντας και της μεταπολίτευσης, ακολούθησε την ποιότητα στο ελληνικό τραγούδι που χάραξαν ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις. Συνεργάστηκε με τους στιχουργούς, Λευτέρη Παπαδόπουλο, Φώντα Λάδη και Γιάννη Νεγρεπόντη, καθώς και με τους ερμηνευτές, Χάρις Αλεξίου, Γιώργο Νταλάρα, Γιάννη Καλαντζή, Δήμητρα Γαλάνη κ.ά. Τελευταίος δίσκος του ήταν τα «Γράμματα στην Αγαπημένη», σε στίχους του Τούρκου ποιητή, Ναζίμ Χικμέτ, με απόδοση στα ελληνικά του Γιάννη Ρίτσου. https://www.youtube.com/watch?v=TbmM88GLYtY
To 2007 χαρακτηρίστηκε από το μουσικό χώρο ως έτος Μάνου Λοΐζου, σε ένδειξη τιμής για τα 70 χρόνια από τη γέννησή του και τα 25 χρόνια από το θάνατο του. Έχει πει: Όταν έχω κέφια, είμαι σε θέση να μελοποιήσω ακόμα και τον τηλεφωνικό κατάλογο...
Η Μάρω Λοΐζου για τον Μάνο
Η ζωή του
22 Οκτωβρίου 1937: Ο Μάνος Λοΐζος γεννιέται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Είναι το μοναδικό παιδί του Ανδρέα Λοΐζου, παντοπώλη που έχει φτάσει εκεί το 1924 από τους Αγίους Βαβατσινιάς (ένα χωριό της Λάρνακας της Κύπρου), και της Δέσποινας Μανάκη, κόρης γεωπόνου από τη Ρόδο.
1951-1952: Όντας μαθητής του Αβερώφειου Γυμνασίου της Αλεξάνδρειας, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική. Εγγράφεται σε τοπικό Ωδείο. Αρχίζει να μαθαίνει βιολί αλλά καταλήγει στην κιθάρα...
1954: Με συνομήλικους φίλους φτιάχνουν μια μικρή κομπανία που παίζει σε φιλικές και οικογενειακές εκδηλώσεις. Ο πατέρας του τού αγοράζει το πρώτο του πιάνο.
1955: Παίρνοντας το απολυτήριο του Αβερώφειου Γυμνασίου, έρχεται για ανώτερες σπουδές στην Αθήνα. Με τέσσερις φίλους από την Αλεξάνδρεια συγκατοικούν στο Κολωνάκι. Εγγράφεται στη Φαρμακευτική Σχολή. 1956: Εγκαταλείπει την Φαρμακευτική και μπαίνει στην Ανωτάτη Εμπορική.
1957: Οι ιδιόμορφες συνθήκες που διαμορφώνονται στην Αίγυπτο με την κατάληψη της εξουσίας από τον Νάσερ επιβάλλουν τη μόνιμη πια εγκατάστασή του στην Αθήνα. Αρχικά μένει στην Κυψέλη.
1958: Συντροφιά με το φίλο του, επίσης φοιτητή τότε, Φώτη Κωνσταντινίδη, μετακομίζει στη Νέα Σμύρνη. Εκεί αρχίζει να ανακαλύπτει τόσο την Μαρξιστική ιδεολογία όσο και το νέο μουσικό κίνημα που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται με τις πρώτες "παρεμβάσεις" του Μάνου Χατζιδάκι και την ευρύτερη αναγνώριση του ρεμπέτικου.
1960-1961: Παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει την Ανωτάτη Εμπορική. Για να επιβιώσει κάνει διάφορες δουλειές, από γκαρσόνι σε ταβέρνα της Κω μέχρι γραφίστας σε διαφημιστικό γραφείο της πλατείας Κάνιγγος ή διακοσμητής. Φοιτά για λίγο στη Σχολή Βακαλό, αρχίζει να συνθέτει πιο εντατικά και βρίσκεται σε στενή επαφή με τους φοιτητικούς πολιτιστικούς μουσικούς κύκλους της Αριστεράς της εποχής. Στις 30 Δεκεμβρίου 1961 μια ομάδα 83 νέων -Φίλοι της Μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη- θα στείλουν στον Τύπο επιστολή διαμαρτυρίας "δια την άδικον και αντιπνευματικήν στάσιν των Ραδιοφωνικών μας Σταθμών, έναντι των τραγουδιών του, δια του αποκλεισμού από τας εκπομπάς των". Το όνομα Μανώλης Λοΐζου είναι το δεύτερο στη σειρά.
1962: Μέσω μιας κοινής φίλης, έρχεται σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα κι εκείνος μεσολαβεί στην εταιρία Philips, έτσι ώστε να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι. Είναι το "Τραγούδι του δρόμου", ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου από ένα ποίημα του Lorca. Τους στίχους έχει "ανακαλύψει" δημοσιευμένους στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης. Τραγουδά ο Γιώργος Μούτσιος. Γίνεται ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (Σ.Φ.Ε.Μ.) που δημιουργείται τον Απρίλιο με στόχο τη στήριξη του έργου του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και την προβολή νέων δημιουργών. Στις τάξεις του συλλόγου θα βρεθούν πολύ γρήγορα ο Χρήστος Λεοντής, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Νότης Μαυρουδής, ο Φώντας Λάδης, ο Μάνος Ελευθερίου και πολλοί άλλοι. Αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας του Σ.Φ.Ε.Μ. και με αυτή συμμετέχει το καλοκαίρι στις παραστάσεις της μουσικής επιθεώρησης του Μίκη Θεοδωράκη "Όμορφη Πόλη" που ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο Πάρκ.
1963: Στις 11 Μαρτίου δίνουν από κοινού με το Χρήστο Λεοντή την πρώτη τους συναυλία στο θέατρο Ακροπόλ. Τα έσοδα της συναυλίας διατίθενται για το Δ΄ Πανσπουδαστικό Συνέδριο. Τη συναυλία προλογίζει ο Μίκης Θεοδωράκης λέγοντας τα καλύτερα λόγια για τους πρωταγωνιστές της. Μάλιστα, τους κάνει... δώρο μια πέτρα που κάποιος εκτόξευσε εναντίον του τον Οκτώβριο του 1961 κατά τη διάρκεια συναυλίας στη Νάουσα. Το καλοκαίρι παίζει κάποια από τα πρώτα του τραγούδια στο πλαίσιο της μουσικής επιθεώρησης "Μαγική Πόλις" που ανέβηκε στο θέατρο Πάρκ σε μουσική των Μίκη Θεοδωράκη και Μάνου Χατζιδάκι.
1964: Εμφανίζεται στην μπουάτ Στοά, στο Κολωνάκι, με τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο. Εκεί, κάποιο βράδυ, ένα νεαρό κορίτσι θα του δώσει δυο στίχους που θα παίξουν βασικό ρόλο στην κατοπινή πορεία του. Το κορίτσι είναι η Κωστούλα Μητροπούλου και οι στίχοι προορίζονται για τα τραγούδια "Ο δρόμος" και "Ο στρατιώτης".
1965: Το Μάρτιο παντρεύεται τη Μάρω Λήμνου, τη μετέπειτα συγγραφέα παιδικών βιβλίων, γνωστή ως Μάρω Λοΐζου. Με τη Μάρω έχουν γνωριστεί τρία χρόνια πριν στα παρασκήνια της "Όμορφης Πόλης", συνυπάρχουν στο Σ.Φ.Ε.Μ. και έχουν ήδη γράψει μαζί και κάποια τραγούδια. Δύο από αυτά, το "Νύχτα μικρή αρχόντισσα" και το "Φεγγάρι έρημο" τραγουδά σε δίσκο 45 στροφών ο Γιάννης Πουλόπουλος, εγκαινιάζοντας τη μικρή του συνεργασία με την δισκογραφική εταιρία Lyra του Αλέκου Πατσιφά. Θα ακολουθήσουν -με τον Γιάννη Πουλόπουλο πάλι- τα τραγούδια "Καράβια-Αλήτες" (στίχοι του Φώντα Λάδη), "Μικρός ο κόσμος γύρω μου" (στίχοι του Θανάση Χαμπίπη), "Ο δρόμος" με τη Σούλα Μπιρμπίλη (ένα ακόμα μελοποιημένο ποίημα του Lorca με ελληνικούς στίχους του Νίκου Γκάτσου), "H κιθάρα" και η "Πρωτομαγιά" σε στίχους Μάρως Λήμνου. Γνωρίζει τον Γιάννη Νεγρεπόντη και πάνω σε στίχους του γράφει το "Στρατιώτη", τον "Τρίτο Παγκόσμιο" και αρκετά ακόμα τραγούδια που θα παραμείνουν ανέκδοτα στη δισκογραφία, αλλά θα ακουστούν αρκετά στο πλαίσιο του νεολαιίστικου κινήματος της εποχής. Γράφει μουσική για το έργο του Lorca "Το Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα" από την Αλέκα Κατσέλη, για τη "Ρέστια" που ανεβάζει η Αλκηστις Γάσπαρη και για το "Ένα Κορίτσι στο Παράθυρο" που ανεβάζει ο Μίμης Φωτόπουλος. Με μουσικές και τραγούδια του γυρίζεται η ταινία "Μπετόβεν και Μπουζούκι" του Ορέστη Λάσκου. Γνωρίζει το Λευτέρη Παπαδόπουλο.
1966: Τον Αύγουστο γεννιέται η κόρη του Μυρσίνη. Κυκλοφορεί από την εταιρία Οdeon, το πρώτο τραγούδι που γράφει πάνω σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου ("Αυτό τ' αγόρι" με την Αλέκα Μαβίλη) και γνωρίζει επιτυχία. Τα δύο επόμενα τραγούδια που γράφουν μαζί και κυκλοφορούν με ερμηνεύτρια τη Ζωή Φυτούση ("Σαββατόβραδο" και "Πώς τον αγαπώ") θα περάσουν μάλλον απαρατήρητα. Το Δεκέμβριο, παρουσιάζει για πρώτη φορά σε συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και με τραγουδιστές τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο, τον κύκλο τραγουδιών "Τα Νέγρικα" που έχει γράψει πάνω σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη. Είναι η πρώτη απόπειρα συνύπαρξης με τους σύγχρονους διεθνείς νεανικούς ρυθμούς και τα ηλεκτρικά όργανα.
1967: Το τραγούδι "Η δουλειά κάνει τους άντρες", με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ακούγεται από την Ελένη Ροδά στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου "Τρούμπα '67". Το πραξικόπημα ματαιώνει κάποιες συναυλίες που διοργάνωσε η Πανσπουδαστική και στις οποίες επρόκειτο να παρουσιαστούν τα "Νέγρικα". Προκειμένου ν' αποφύγει τη σύλληψη, εγκαταλείπει την Ελλάδα το Σεπτέμβριο και εγκαθίσταται για ένα εξάμηνο στο Λονδίνο. Εκεί για να ζήσει με την οικογένειά του -που φτάνει λίγο αργότερα- παίζει μπουζούκι σε κυπριακές ταβέρνες.
1968: Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ετοιμάζει μαζί με το Λευτέρη Παπαδόπουλο τον πρώτο του μεγάλο δίσκο. Ο "Σταθμός", που κυκλοφορεί στο τέλος της χρονιάς, εγκαινιάζει την ετικέτα Μinοs για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρίας στην οποία και θα παραμείνει έκτοτε. Παράλληλα, γράφει μουσική και τραγούδια για τις ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου "Το Λεβεντόπαιδο" και "Η Νεράιδα και το Παλικάρι".
1969: Με το Λευτέρη Παπαδόπουλο γράφουν μουσική και τραγούδια για το ανέβασμα του μουσικοθεατρικού έργου του Αλκη Παππά "Γη S.O.S." από τον Αλέκο Αλεξανδράκη.
1970: Κυκλοφορούν οι "Θαλασσογραφίες", δεύτερος μεγάλος δίσκος του, πάλι με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Παράλληλα, ηχογραφεί σκόρπια τραγούδια με τον Στέλιο Καζαντζίδη ("Δε θα ξαναγαπήσω", "Όταν βλέπετε να κλαίω") και το Γιάννη Καλατζή ("Παραμυθάκι μου", "Τα πλεούμενα").
1971: Γράφει μουσική για την ταινία του Αλέξη Δαμιανού "Ευδοκία". Το τραγούδι του "Αχ χελιδόνι μου" ηχογραφείται με το Γιώργο Νταλάρα και παράλληλα ακούγεται από τη Λίτσα Σακελλαρίου στην ταινία του Όμηρου Ευστρατιάδη "Η Ιδιωτική μου Ζωή", ενώ το "Μάνα δεν φυτέψαμε" ακούγεται από το Γιάννη Πάριο στην ταινία "Πρόκληση", επίσης του Ό.Ευστρατιάδη. Γράφει μουσική και τραγούδια για την ταινία του Ορέστη Λάσκου "Διακοπές στην Κύπρο".
1972: Κυκλοφορεί ο τρίτος μεγάλος δίσκος του ("Να 'Χαμε τι να 'Χαμε") σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Με τον Παπαδόπουλο γράφουν παράλληλα και κάποια τραγούδια που δε θα περάσουν από τη λογοκρισία της εποχής ("Ο αρχηγός", "Θα κλείσω το παράθυρο"), ενώ με δικούς του στίχους γράφει την "Πρώτη Μαΐου", τον "Τσε" και το "Μέρμηγκα". Γράφει τραγούδια για την ταινία του Τάκη Βουγιουκλάκη "Η Αλίκη Δικτάτωρ". Γίνεται ιδρυτικό στέλεχος της ΕΜΣΕ, του συνδικαλιστικού σωματείου των δημιουργών που θα ξεκινήσει με αφορμή την μεγάλη επέκταση της πειρατείας στο χώρο της δισκογραφίας.
1973: Η συνεργασία του με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου ξεκινάει με ένα τραγούδι που ακούγεται στους τίτλους της ταινίας των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού "Μαύρο-Ασπρο": "Βγήκαμε κάποτε στο δρόμο κι ήμασταν δυο", τραγουδά η Χάρις Αλεξίου. Η μελωδία θα γίνει αργότερα πασίγνωστη με στίχους του ίδιου και με τίτλο "Καλημέρα ήλιε". Στα πλαίσια των αναζητήσεων του έξω από τις φόρμες του λαϊκού τραγουδιού, αρχίζει τη μελοποίηση ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, με ελληνική απόδοση του Γιάννη Ρίτσου. Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου συλλαμβάνεται στο σπίτι του στο Χολαργό και κρατείται δέκα μέρες.
1974: Τον Απρίλιο κυκλοφορεί ο δίσκος "Καλημέρα Ήλιε" με στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου. Μέσα στο ξέφρενο κλίμα της μεταπολίτευσης συμμετέχει σε μεγάλες λαϊκές συναυλίες της εποχής (με αποκορύφωμα τη συναυλία στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού που θα καταγράψει ο Νίκος Κούνδουρος στην ταινία του "Τραγούδια της Φωτιάς") και, στο τέλος του χρόνου, κυκλοφορεί στο δίσκο "Τα Τραγούδια του Δρόμου", με όλα εκείνα τα τραγούδια του που είτε είχαν απαγορευτεί τα προηγούμενα χρόνια είτε δεν τους είχε επιτραπεί η ηχογράφηση από τη λογοκρισία της επταετίας.
1975: Στο τέλος της χρονιάς, εννιά χρόνια μετά την πρώτη τους παρουσίαση σε συναυλίες, κυκλοφορούν για πρώτη φορά στη δισκογραφία τα "Νέγρικα", με στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη.
1976: Τον Οκτώβριο κυκλοφορούν "Τα Τραγούδια μας", ένας κύκλος λαϊκών τραγουδιών με στίχους του Φώντα Λάδη που καταγράφουν με άμεσο λόγο το πολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης. Βρίσκουν θέση σε κάθε κοινωνικοπολιτική διεκδίκηση της εποχής αλλά, την ίδια στιγμή, γνωρίζουν και αρκετούς αποκλεισμούς και απαγορεύσεις από το επίσημο κράτος.
1978: Αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΜΣΕ και πρωτοστατεί στη δημιουργία φορέα είσπραξης πνευματικών δικαιωμάτων. Παντρεύεται την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη.
1979: Τον Ιούνιο κυκλοφορεί ο δίσκος "Τα Τραγούδια της Χαρούλας", με στίχους του Μανώλη Ρασούλη και του Πυθαγόρα, άλμπουμ που σηματοδοτεί την -ύστερα από τόσα χρόνια δημιουργικής πολιτικής στράτευσης- εκ νέου κατεύθυνση του δημιουργού προς ένα "καθημερινό λαϊκό τραγούδι".
1980: Τον Οκτώβριο κυκλοφορεί ο δίσκος "Για μια Μέρα Ζωής" που είναι και ο τελευταίος του. Μέσα από τραγούδια με στίχους διαφόρων στιχουργών επιχειρεί μια προσέγγιση στον ηλεκτρικό ήχο της εποχής.
1981: Τον Μάιο πραγματοποιεί σειρά συναυλιών στο εξωτερικό (Καναδάς, Η.Π.Α., Αγγλία, Σουηδία). Τον Ιούνιο, μαζί με τον Χρήστο Λεοντή και τον Θάνο Μικρούτσικο, ξεκινούν σειρά κοινών συναυλιών ανά την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο θα μπει στο Γενικό Κρατικό με περικαρδίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια και, στο τέλος του χρόνου, θα ταξιδέψει στη Μόσχα για ιατρικές εξετάσεις.
1982: Στις 8 Ιουνίου θα χτυπηθεί από εγκεφαλικό επεισόδιο. Θα μείνει ένα μήνα στο νοσοκομείο και στις 16 Αυγούστου θα ταξιδέψει εκ νέου στη Μόσχα, προκειμένου να συνεχίσει τη νοσηλεία του. Στις 7 Σεπτεμβρίου θα υποστεί και δεύτερο εγκεφαλικό, το οποίο θα αποβεί μοιραίο. Δέκα μέρες αργότερα (17 Σεπτεμβρίου) θα φύγει για πάντα..
Πηγή:http://tvxs.gr/news 

EΥΤΥΧΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: Ένας αητός χωρίς φτερά...

Στις 7 Ιανουαρίου του 1972 έφυγε από τη ζωή η σπουδαία στιχουργός του λαϊκού τραγουδιού Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, η οποία σημάδεψε το λαϊκό τραγούδι με τις αναρίθμητες δημιουργίες της. Παθιασμένη με τη ζωή και το τζόγο, αθυρόστομη και πολυδιαβασμένη, άφησε πίσω της τραγούδια-σταθμούς για την ελληνική λαϊκή σκηνή – εισπράττοντας ωστόσο για το έργο της πενταροδεκάρες.
Η Ευτυχία Χατζηγεωργίου-Οικονόμου, κατόπιν Νικολαΐδου και τελικά Παπαγιαννοπούλου γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1893. Γλίτωσε από τη σφαγή του 1922, φορτωμένη σε μια μαούνα, μαζί με τη μητέρα και τις δυο κόρες της. Στην Ελλάδα η ζωή της ήταν περιπετειώδης και γεμάτη πάθη. Αρχικά ασχολήθηκε με την ηθοποιία, εργάστηκε ως δασκάλα (είχε πτυχίο από την Μικρά Ασία) ενώ ασχολήθηκε και με την ποίηση.
Το 1948 ξεκινά να γράφει στίχους για τραγούδια, πωλώντας τους για μηδαμινά ποσά προκειμένου να τροφοδοτεί το πάθος που ανέπτυξε μετά το χαμό της μιας κόρης της, για την τράπουλα. Ενδεικτικό είναι το ότι το «Δυό πόρτες έχει η ζωή» το πούλησε έναντι 250 δραχμών και τα «Ηλιοβασιλέματα» έναντι 300. Το πρώτο της τραγούδι που μελοποιήθηκε από τον Τσιτσάνη ήταν το «Για μια γυναίκα χάθηκα», το οποίο γραμμοφωνήθηκε στις 15 Μαρτίου 1951, ενώ με δική του παραγγελία είχε γράψει τους στίχους για το γνωστό σε όλους πλέον τραγούδι «Τα καβουράκια».
Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει γράψει στο βιβλίο του, για την Ευτυχία «Όλα είναι ένα ψέμα»: «Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου… Τη θυμάμαι πάντοτε, μ’ ένα μαντίλι στα μαλλιά, να με κοιτάζει με το πονηρό της βλέμμα και ξάφνου να μου πετάει ένα δίστιχο, όπως “Σαράντα μέρες και άλλη μια /περπάτησα στην ερημιά”, για να δει, από την έκφραση των ματιών μου, αν μου άρεσε και πόσο. Και άλλοτε να με βρίζει, επειδή μου είπε, με τη βραχνή, τσακισμένη απ’ το τσιγάρο φωνή της,’ “Να ‘ταν ο πόνος άνθρωπος / να ‘ερχόμαστε στα χέρια”, κι εγώ έμεινα απαθής. Και άλλοτε, πάλι, να μου επαναλαμβάνει ένα ολόκληρο πρωινό δύο στίχους για να μου μαλακώσει την ψυχή, επειδή ήμουν σεκλετισμένος: “Πέρασα νύχτα’ απ’ τη ζωή / και με κλειστά τα μάτια…»
Ο πλήρης αριθμός των τραγουδιών της κορυφαίας λαϊκής στιχουργού, παραμένει άγνωστος ( και μάλλον θα παραμείνει εσαεί) αφού πουλούσε τα τραγούδια της και μετά ηχογραφούνταν υπό άλλο όνομα στιχουργού. «Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ. Από κει και πέρα δεν ανακατεύομαι αν θα πιάσουν ή όχι, αν θα βγουν ή δε θα βγουν σε δίσκους. Μόλις τα παραδώσω, υπογράφω και μια δήλωση παραιτήσεως από διάφορα δικαιώματα, ας πούμε απαρνούμαι τα πνευματικά μου τέκνα...», δήλωνε σε συνέντευξή της στην εφημερίδα Ακρόπολις, το 1960.
Ο Μάνος Ελευθερίου είχε γράψει για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: «Το κακό είναι ότι πουλούσε τραγούδια σε άθλιους στιχουργούς, οι οποίοι είχαν μια οικονομική επιφάνεια, και καμώνονταν τους σπουδαίους και μέχρι σήμερα βλέπω να τα αναλύουν μικροβιολόγοι του τραγουδιού ως υποδειγματικά και αντιπροσωπευτικά δείγματα στιχουργικής του καθενός. Όμως τα τραγούδια "φωνάζουν" από μακριά ότι είναι δικά της. Έχουν το ύφος της, την τεχνική της, τη μαστοριά της [..] κυρίως έχουν πάνω τους τα δακτυλικά της αποτυπώματα».
Η εγγονή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, Ρέα Μανέλη σε συνέντευξή της στο περιοδικό «Μελωδία» το 2000 είπε χαρακτηριστικά: «...έγραφε πάντα, αλλά δεν έδινε σημασία. Τα έγραφε και τα πέταγε, τα έσκιζε. Μπορούσε να έχει τελειώσει ένα στιχάκι και, επειδή δεν είχε σπίρτα, να του βάλει φωτιά στη σόμπα για να ανάψει το τσιγάρο της».
Πολλά από τα τραγούδια της μελοποιήθηκαν από σπουδαίους συνθέτες: Τσιτσάνης, Μπακάλης, Χατζιδάκις, Χιώτης, Καλδάρας, ενώ πολλά άλλα πωλήθηκαν για κυριολεκτικά ένα κομμάτι ψωμί. Η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την αναγνώριση του έργου της και για την είσπραξη δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα, παρά την διαχρονική επιτυχία των τραγουδιών της, να πεθάνει φτωχή, στις 7 Ιανουαρίου του 1972.
Μερικά από τα γνωστότερα τραγούδια της είναι τα: «Είμ’ αητός χωρίς φτερά», «Πάρε το δάκρυ μου», «Γεντί Κουλέ», «Δυο πόρτες έχει η ζωή», «Η Μαλάμω», «Όνειρο Απατηλό», «Περασμένες μου αγάπες», «Το τελευταίο βράδυ μου», «Μαντουμπάλα» κ.ά. ενώ μερικοί από τους καλλιτέχνες που τραγούδησαν τα έργα της είναι οι Στέλιος Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Στράτος Διονυσίου, Σωτηρία Μπέλλου, Βίκυ Μοσχολιού, Μανώλης Αγγελόπουλος, Μελίνα Μερκούρη, Γιώργος Ζαμπέτας, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Μαίρη Λίντα, Σταμάτης Κόκοτας κ.ά.
Πηγή: http://tvxs.gr/news 
ANIXNEYTHS EPIKOURIOS PEPOS

 

 

12.3.16

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗΣ Ένας υπέροχος άνθρωπος και συνθέτης.


Κανείς δε μπορεί να πει με βεβαιότητα, βάζοντας το χέρι του στη φωτιά, πως θα ήταν τα τραγούδια του Κουγιουμτζή, αν δεν τα είχε ερμηνεύσει ο Νταλάρας. Και πως θα ήταν ο Νταλάρας χωρίς τα τραγούδια του Κουγιουμτζή στις τσέπες του. Τα υποθετικά σενάρια είναι εκ φύσεως εκτός πραγματικότητας. Είναι υπέροχα τραγούδια αυτά του Κουγιουμτζή. Αναντίρρητα. Εύκολα θα μπορούσε κανείς να πει πως διαπρέπουν ανεξαρτήτως ερμηνείας. Κι όμως, ίσως ο Κουγιουμτζής να μην είχε ποτέ γράψει τα τραγούδια αυτά, αν δεν υπήρχε ο Νταλάρας να τα εκφράσει. Είναι λοιπόν, δεδομένο πως Κουγιουμτζής και Νταλάρας χάραξαν για χρόνια μία κοινή πορεία στο ελληνικό τραγούδι. Είναι αναμφίβολα ένα μουσικό δίδυμο ...  
Ο αείμνηστος Σταύρος Κουγιουμτζής (1932-2005) είχε πει, σε συνέντευξή του, ότι το πιο αγαπημένο τραγούδι του είναι το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου». Ο ίδιος όμως, έχει παραδεχτεί, στο βιογραφικό βιβλίο του «Χρόνια σαν βροχή», ότι η πρώτη του μεγάλη εμπορική επιτυχία ήταν το «Να ’τανε το ’21». Και νομίζω, ότι, πραγματικά, το τραγούδι αυτό είναι το πιο αναγνωρίσιμο και δημοφιλές του Κουγιουμτζή. Τους στίχους του τραγουδιού τους υπογράφει η Σώτια Τσώτου και βρίσκεται στον ομώνυμο δίσκο («Να ’τανε το ’21»/1970), που αποτελεί τον πρώτο ολοκληρωμένο προσωπικό δίσκο 33 στροφών του συνθέτη και τον δεύτερο του Γιώργου Νταλάρα, ο οποίος είναι κι ο ερμηνευτής του τραγουδιού.
Σήμερα 12 του Μάρτη κλείνουν επτά χρόνια από το θάνατο του συνθέτη Σταύρου Κουγιουμτζή, που μάλλον πρόωρα έφυγε από αυτή τη ζωή, ένα βράδυ Σαββάτου του 2005. Με όρους μεταφυσικούς, θα λέγαμε πως το επέλεξε, όταν η κρίση δεν είχε απλωθεί για τα καλά και μάλιστα εκείνη τη συγκεκριμένη ημέρα, όπως προδίδει το γνωστό τραγούδι του σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου. Στην πράξη ξέρουμε πως ο θάνατος δεν κάνει διακρίσεις και δεν κλείνει ραντεβού.
ΎΜΝΟΙ ΑΓΓΕΛΩΝ ΣΕ ΡΥΘΜΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Υπάρχει μια ιστορία πίσω από τους “Ύμνους αγγέλων…”. Πριν από 15 χρόνια ο Σταύρος Κουγιουμτζής είχε μελοποιήσει ένα κομμάτι από τον Ψαλμό “Κύριε εκέκραξα”. Το είχε ξεχάσει σε ένα συρτάρι. Το 1992 ο Δήμος Θεσσαλονίκης τον προσκάλεσε για μια συναυλία στα Δημήτρια. Κάλεσε τον Γιώργο Νταλάρα να τραγουδήσει και έτσι θυμήθηκε εκείνο το ξεχασμένο κομμάτι. Εντυπωσίασε. Όταν ο Νταλάρας έκανε την παράσταση “… και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως” στο Μέγαρο Μουσικής, το συμπεριέλαβε στο πρόγραμμά του. Έκανε ξανά εντύπωση. Ο “Γιώργος με προέτρεψε να συνεχίσω και με άλλες μελοποιήσεις. Από τη στιγμή που ξεκίνησα, μέσα σε 15 ημέρες τα είχα τελειώσει όλα. Μετά, όμως, μου πήραν πολύ χρόνο να τα φορμάρω. Ήταν εξοντωτική προσπάθεια.
Σταύρος Κουγιουμτζής: Μικραίνει ο κόσμος

Διάλεξα για σήμερα, στα Ξεχασμένα διαμάντια του ελληνικού τραγουδιού, ένα δίσκο του πολυαγαπημένου μου Σταύρου Κουγιουμτζή. Μικραίνει ο κόσμος. Ο Κουγιουμτζής σ'αυτό το δίσκο μελοποιεί με το δικό του ξεχωριστό τρόπο ποιήματα διαφόρων ποιητών, τα οποία ερμηνεύονται από μία πλειάδα ξεχωριστών ερμηνευτών. που κυκλοφόρησε το 1982 από τη Lyra και έχει τίτλο "Μικραίνει ο κόσμος".
Ο Κώστας Μυλωνάς, στην «Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού», αναφέρει ότι ο Σταύρος Κουγιουμτζής ανήκει στη μελωδική τετράδα του ελληνικού τραγουδιού, όπου τις άλλες τρεις θέσεις τις συμπληρώνουν ο Λοίζος, ο Σπανός κι ο Μούτσης.
Και πράγματι, αυτό που χαρακτηρίζει τα τραγούδια του Κουγιουμτζή, είναι, όντως, η μελωδικότητά τους, αλλά κι η δραματικότητα που, ταυτόχρονα, εμπερικλείουν. Κι είναι η ιδιαιτερότητά τους αυτή, που τα κάνει τόσο ξεχωριστά, αφού, από τη μια, είναι τραγούδια “εύκολα” που σιγοτραγουδιόνται αμέσως, αλλά, απ’ την άλλη, έχουν και μια “δύσκολη” νότα μελαγχολίας μέσα τους, ακριβώς δηλαδή όπως είναι κι η καθημερινότητά μας, γλυκόπικρη, ένα κράμα χαράς και λύπης.
Παρότι δε, τα πανέμορφα, στο σύνολό τους, τραγούδια του τα τραγούδησαν μεγάλες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, ο Κουγιουμτζής ταυτίστηκε με τη φωνή ενός μόνο ερμηνευτή, του Γιώργου Νταλάρα. Κι αυτό, όχι τυχαία, αφού ο Νταλάρας τραγούδησε, αφενός, τα περισσότερα τραγούδια του κι, αφετέρου, σχεδόν αποκλειστικά, τις μεγαλύτερες επιτυχίες του.
Και για να δώσω πιο “χειροπιαστή” αυτήν την επισήμανση, καταγράφω εδώ, μια σειρά μεγάλων επιτυχιών του Κουγιουμτζή με το Νταλάρα : «Ο ουρανός φεύγει βαρύς», «Που ’ναι τα χρόνια», «Να ’τανε το ’21», «Κάπου νυχτώνει», «Χάντρα στο κομπολόι σου», «Ένας κόμπος η χαρά μου», «Ήταν πέντε ήταν έξι», «Του κάτω κόσμου τα πουλιά», «Το πουκάμισο το θαλασσί», «Όλα καλά», «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι». Ακολούθως, καταγράφω μια σειρά εξαιρετικών τραγουδιών του, με άλλους ερμηνευτές, τα οποία όμως δεν είναι τόσο πασίγνωστα όσο τα προηγούμενα : «Να ’χα στο στήθος μου γυαλί» (Καλατζής), «Ήθελα να ‘μουνα πουλί»(Καλατζής), «Τα μαύρα κοροϊδεύεις»(Αλεξίου), «Θα ’ταν 12 του Μάρτη» (Αλεξίου), «Χρόνια σαν βροχή» (Αλεξίου), «Το καλοκαίρι το μορτάκι» (Σμοκοβίτης), «Προχθές τα ξημερώματα» (Σμοκοβίτης), «Βάλε τα καλά» (Μοσχολιού), «Έλα ν’ ανταλλάξουμε» (Μοσχολιού), «Μικραίνει ο κόσμος» (Καλογιάννης), «Παράπονό μου» (Μητροπάνος), «Είσαι ωραία σαν αμαρτία» (Μητροπάνος).
Είναι φανερό λοιπόν, ότι οι μεγαλύτερες επιτυχίες του Κουγιουμτζή και τα τραγούδια του που έχουν την πιο ευρεία αναγνωρισιμότητα και διαχρονικότητα, είναι, σαφώς, αυτά που ’χει τραγουδήσει ο Νταλάρας. Τα ξέρουμε, τα έχουμε συνδέσει και τα αγαπάμε με τη φωνή του και τα σιγοτραγουδάμε μαζί του όλοι μας. Θα μπορούσε πολλά να γράψει κανείς για τη δραματικότητα, αλλά και τη σφριγηλότητα και γλυκύτητα, της φωνής του Νταλάρα, που ταίριαξε τόσο τέλεια με τα τραγούδια του Κουγιουμτζή και συνδέθηκε με τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, αλλά, ο ίδιος ο Κουγιουμτζής το έχει κλείσει το “θέμα”, δηλώνοντας σε συνέντευξή του(βλ. στο βιβλίο του «Χρόνια σαν βροχή», εκδ. Ιανός ο Μελωδός, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 219) : «… Ο Γιώργος (Νταλάρας) υπήρξε ο πιο ιδανικός ερμηνευτής των τραγουδιών μου. Νομίζω ότι καλύτερα από τον Γιώργο δεν θα μπορούσε άλλος να τραγουδήσει τα τραγούδια μου.»
Στις 17 & 18 λοιπόν του Σεπτέμβρη «Ο Γιώργος Νταλάρας τραγουδάει Σταύρο Κουγιουμτζή». Ο τίτλος τα λέει όλα. Ο Νταλάρας θυμάται και τιμά τον Κουγιουμτζή όπως του πρέπει και μας υπόσχεται δυο βραδιές μνήμης γεμάτες σπουδαία τραγούδια και μεγάλες ερμηνείες. Ακριβώς, όπως το λέει και το τραγούδι τους : «Άσε με πάλι να σου πω / για χρόνια περασμένα / για τα τραγούδια π’ αγαπώ / τα παραπονεμένα …».
Ο Σταύρος Κουγιουμτζής έχει πει ότι ο Γιώργος Νταλάρας είναι ο ιδανικός ερμηνευτής των τραγουδιών του. Και, βέβαια, ο Νταλάρας έχει τραγουδήσει τα περισσότερα, αλλά και τα καλύτερα, τραγούδια του, έχοντας ταυτιστεί με τις γνωστότερες επιτυχίες του. Είναι, επίσης, ο τραγουδιστής  στον οποίον ο Κουγιουμτζής οφείλει τους 3 από τους 4 χρυσούς δίσκους της δισκογραφίας του. Δηλαδή, για να το πω απλά, Κουγιουμτζής και Νταλάρας αποτελούν ένα από τα πιο ισχυρά δίδυμα του τραγουδιού μας. Το Σεπτέμβρη του 2008 ο Γιώργος Νταλάρας τίμησε το έργο του Σταύρου Κουγιουμτζή στο Ηρώδειο, μέσα από δυο, συγκινητικές κι επιτυχημένες, βραδιές (17 & 18/9/2008), όπου τραγούδησε τα τραγούδια του σε 10.000 κόσμο. 
Πηγή: http://www.e-orfeas.gr/
ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΠΕΠΟΣ

11.3.16

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΝΤΑΚΛΑΣ ΜΑΚΑΡΘΟΥΡ ΚΑΙ ΤΟ ΕΚΠΤΩΤΙΚΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΚΑΡΘΟΥΡ ΣΤΑ ΣΠΑΤΑ

Ο «αμερικανός καίσαρας», στρατηγός Ντάγκλας Μακάρθουρ

Ο πολυπαινεμένος Μακάρθουρ παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους αμερικανούς αξιωματικούς της Ιστορίας, σύμβολο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού στρατιωτικής υπεροχής και τακτικών μάχης.
Ήρωας των ΗΠΑ και μπαρουτοκαπνισμένος όσο λίγοι, ο Μακάρθουρ πήρε μέρος τόσο στον Πρώτο και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όσο και τις εχθροπραξίες της Κορέας, αν και εκεί που έπαιξε τον καθοριστικότερο ρόλο του ήταν στο θέατρο του Ειρηνικού κατά τον Β' Παγκόσμιο.
Ως γιος λοχαγού του αμερικανικού στρατού, η επαγγελματική μοίρα του νεαρού Ντάγκλας ήταν λες σφραγισμένη, καθώς φοίτησε σε στρατιωτική σχολή για να ακολουθήσει τα πατρικά χνάρια. Από διοικητής μεραρχίας κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, έφτασε να έχει υπό τον έλεγχό του το μεγαλύτερο μέρος των Συμμαχικών Δυνάμεων στον Ειρηνικό του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα όλο το στράτευμα του ΟΗΕ στον Πόλεμο της Κορέας.
Αν και ήταν μεταξύ των κορυφαίων αναμφίβολα στρατηγών που γνώρισε ο σύγχρονος κόσμος, τα χρονικά του παραμένουν αμφιλεγόμενα. Όσοι υπηρετούσαν υπό τις διαταγές του, είτε τον λάτρευαν είτε τον μισούσαν, μέση οδός δεν υπήρχε. Δαιμόνιος τακτικιστής και στρατηγική ιδιοφυία, ο Μακάρθουρ τιμήθηκε με περισσότερα από 100 μετάλλια για τα ανδραγαθήματά του στο πεδίο της μάχης και βραβεύτηκε τόσο από τη χώρα του όσο και από πάμπολλες ξένες δυνάμεις, ως αναγνώριση της προσφοράς του στην αναχαίτιση των Δυνάμεων του Άξονα.
Ως προσωπικότητα ήταν βέβαια βαθύτατα αινιγματική και συχνότατα αντιφατική. Σύμφωνα με τις αναφορές, ήταν για άλλους εγωπαθής, απόμακρος και με άκρως επιτηδευμένη συμπεριφορά, αν και για τους κατώτερους επιτελάρχες ήταν ένας ζεστός και ταπεινός στρατηγός με αυξημένη νοημοσύνη και άκρατο πατριωτισμό. Φαίνεται πάντως πως ήταν αρκετά ασυνήθιστος και ιδιαίτερος άνθρωπος, καθώς απαιτούσε τυφλή υπακοή και άμεση εκτέλεση των διαταγών του, αν και ο ίδιος φαινόταν σχετικά απρόθυμος να εκτελέσει τις εντολές των δικών του ανωτέρων! Αν και κανείς δεν αμφισβήτησε ποτέ τα πατριωτικά του ιδεώδη και τον ζήλο του στα ιδανικά της τιμής και της ανδρείας.
Μετά τον θρύλο της Νορμανδίας, στρατηγό Τζορτζ Πάτον, και τον βρετανό θριαμβευτή του Β' Παγκοσμίου, Μπέρναρντ Μοντγκόμερι, ώρα να δούμε άλλον έναν ξακουστό νικητή των Συμμάχων.
Ο Ντάγκλας Μακάρθουρ γεννιέται στις 26 Ιανουαρίου 1880 στη στρατιωτική βάση του Λιτλ Ροκ (Άρκανσο), μέσα σε οικογένεια με μεγάλη στρατιωτική ιστορία στις πλάτες της. Ο πατέρας του ήταν λοχαγός κατά τη στιγμή της γέννησης του Ντάγκλας και είχε τιμηθεί με μετάλλιο ανδρείας για τα ανδραγαθήματά του στον Στρατό της Ένωσης, την ίδια ώρα που τα αδέλφια της μητέρας του είχαν πολεμήσει στον αμερικανικό εμφύλιο με τις δυνάμεις της Συνομοσπονδίας και δεν πήγαν καν στον γάμο της με τον εχθρό!
Ο μικρός Ντάγκλας μεγαλώνει λοιπόν με τους δύο αδελφούς του μέσα στις στρατόπεδα που υπηρετούσε κατά καιρούς ο πατέρας του και μαθαίνει από μικρός ιππασία αλλά και στρατιωτική πειθαρχία. Το 1893, όταν ο λοχαγός πήρε άλλη μια απόσπαση για το Σαν Αντόνιο του Τέξας, έστειλε τον γιο του στη στρατιωτική σχολή του Τέξας. Άσος στα σπορ και πολύ γερός στα μαθήματα, ο Ντάγκλας διακρίθηκε στις σχολικές του επιδόσεις και ολοκληρώνοντας το σχολείο μία θα μπορούσε να είναι η επιλογή: η περίφημη στρατιωτική ακαδημία του Γουέστ Πόιντ! Αφού διαπρέψει και εκεί, αποφοιτεί το 1903 με τιμές και επαίνους.
Ο φέρελπις ανθυπολοχαγός τοποθετείται στο Μηχανικό και περνά την επόμενη δεκαετία σε διάφορα πόστα. Αυτό που χαρακτήρισε την πρώτη αυτή στρατιωτική του καριέρα ήταν οι συχνές προαγωγές, καθώς ο ασίγαστος αξιωματικός ταξίδευε διαρκώς αναλαμβάνοντας διάφορες αποστολές σε Ιαπωνία, Φιλιππίνες και Μεξικό, ενώ το 1914 θα βρεθεί στη Γαλλία, έχοντας διατελέσει υπασπιστής πολλών προβεβλημένων επιτελαρχών, αλλά και του ίδιου του προέδρου Θίοντορ Ρούσβελτ στον Λευκό Οίκο.

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μακάρθουρ παίρνει άλλη μια προαγωγή, τώρα σε ταγματάρχη, και πλέον διοικεί την Υπηρεσία Πληροφοριών του Υπουργείου Πολέμου. Όταν όμως οι ΗΠΑ κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία, ο Μακάρθουρ καταθέτει στον αρμόδιο υπουργό ένα σχέδιο ενεργοποίησης της Εθνοφυλακής για να πολεμήσει στο πλευρό του τακτικού στρατού. Η 42η Μεραρχία, που απαρτίστηκε πράγματι από στρατιώτες διαφόρων σωμάτων και όπλων (γι' αυτό και ονομάστηκε «Μεραρχία Ουράνιο Τόξο»), κατά τις υποδείξεις του πάντα, απέπλευσε για την Ευρώπη και είχε φυσικά διοικητή τον συνταγματάρχη τώρα Ντάγκλας Μακάρθουρ!
Το 1917-1918 ο Μακάρθουρ θα πάρει μέρος σε πολλές μάχες του Α' Παγκόσμιου και θα διακριθεί επανειλημμένως για τα ηγετικά του χαρίσματα, αλλά και την ανδρεία του στο πεδίο της μάχης. Ως ο νεότερος σε ηλικία διοικητής μεραρχίας του στρατεύματος, ο Μακάρθουρ διοικούσε άοπλος τις δυνάμεις του από την πρώτη γραμμή του πυρός ουρλιάζοντας διαρκώς στους στρατιώτες του να παρελαύνουν με θάρρος και τόλμη. Ούτε κράνος ούτε μάσκα αερίων φόρεσε ποτέ, καθώς ισχυριζόταν ότι ο εχθρός δεν μπορούσε να τον πλήξει!

Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ μετά τον πόλεμο, ο Μακάρθουρ προβιβάζεται σε ταξίαρχο, παρασημοφορείται ευρύτατα και χαρακτηρίζεται από τους ανωτέρους του ως ο «καλύτερος ποτέ πολεμιστής του στρατού μας». Ο ίδιος ο στρατηγός Τζον Πέρσινγκ τον αποκάλεσε «τον μεγαλύτερο στρατιωτικό ηγέτη που διαθέτουμε»! Ο νεότερος ποτέ ταξίαρχος του αμερικανικού στρατού (38 ετών) ξεπήδησε από τον Μεγάλο Πόλεμο ως ο πιο ικανός στρατιωτικός, αφήνοντας πίσω ακόμα και τον Τζορτζ Μάρσαλ. Αν και οι κακές γλώσσες διατείνονται σταθερά ότι οι προαγωγές και τα παράσημά του έρχονται λόγω του ονόματος του υποστράτηγου πια πατέρα του, αλλά και των οικογενειακών σχέσεων με τους ανώτερους επιτελάρχες του.
Ο Μακάρθουρ αναλαμβάνει διοικητής της σχολής ευελπίδων του Γουέστ Πόιντ, μια θέση που θα κρατήσει για τα επόμενα τρία χρόνια. Σε αυτό το διάστημα θα παντρευτεί την πρώτη του σύζυγο, Louise Cromwell Brooks, και θα αφήσει έργο τομής στη στρατιωτική εκπαίδευση, εισάγοντας στις στρατιωτικές ακαδημίες μαθήματα διοίκησης και οικονομίας. Το υπόλοιπο της δεκαετίας του 1920 θα το περάσει σε διάφορες υψηλόβαθμες στρατιωτικές θέσεις, την ίδια ώρα που προήδευε πια της Αμερικανικής Ολυμπιακής Επιτροπής.
Αυτή την περίοδο της ειρήνης του Μεσοπολέμου θα έρθουν αρκετές μαύρες στιγμές της καριέρας του, όταν κατέστειλε βίαια μια κινητοποίηση βετεράνων του Α' Παγκοσμίου αλλά και πέρασε από στρατοδικείο-παρωδία έναν στρατηγό που καλούσε σε μεγαλύτερες εξοπλιστικές δαπάνες για λογαριασμό της αεροπορίας. Το 1935 αναλαμβάνει διοικητής δικού του επιτελείου και καλεί κοντά του τους συνταγματάρχες ακόμα Μάρσαλ και Αϊζενχάουερ, παρά τις κάκιστες σχέσεις που διατηρούσαν ήδη μεταξύ τους.

Το 1937 θα αναλάβει καθήκοντα αρχιστρατήγου των Φιλιππίνων με διαταγές να οργανώσει εκεί τακτικό στρατό, καθώς παρά την ανεξαρτησία της χώρας, παρέμενε σταθερά προσδεμένη στο άρμα των ΗΠΑ. Υπασπιστής του ήταν ο Αϊζενχάουερ. Την ίδια χρονιά θα έρθει στη ζωή ο μοναχογιός του Άρθουρ, καρπός του δεύτερου γάμου του με την Jean Faircloth (με την Cromwell χώρισαν το 1929), και θα εμπλακεί σε έναν κυκεώνα αποκαλύψεων της πρώτης του συζύγου ότι οι προαγωγές του ήταν αποτέλεσμα οικογενειακών σχέσεων.
Φανατικός αντικομμουνιστής, ο Μακάρθουρ θα γίνει ένας από τους πιο φλογερούς κήρυκες που προειδοποιούσαν για την «κόκκινη» απειλή τόσο τις ΗΠΑ όσο και τις άλλες δυτικές χώρες. Λέγεται ότι ο πρόεδρος Ρούσβελτ τον ξαπέστειλε στις Φιλιππίνες για να ησυχάσει από τις παραινέσεις του να αναλάβει δράση κατά των Σοβιετικών.

Περλ Χάρμπορ, Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και Πόλεμος της Κορέας

Παροπλισμένος στις Φιλιππίνες και σχετικά ξεχασμένος πια, ο Μακάρθουρ επανήλθε τάχιστα στα καθήκοντά του με επείγουσα απόφαση του Υπουργείου Πολέμου τον Ιούλιο του 1941. Ως αντιστράτηγος πια, ανέλαβε τη διοίκηση των αμερικανικών δυνάμεων στην Άπω Ανατολή, έχοντας έδρα τις Φιλιππίνες. Ο Μακάρθουρ δεν πίστευε ότι η Ιαπωνία θα προέβαινε σε επίθεση κατά της Αμερικής, παρά τις προειδοποιήσεις των ανωτέρων του και ειδικά του Μάρσαλ, τον οποίο απεχθανόταν εξάλλου. Κι έτσι ακόμα και μετά την αιφνιδιαστική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, καθυστέρησε ώρες και ώρες να θέσει τις δυνάμεις του σε συναγερμό, συντελώντας έτσι κι αυτός με τη σειρά του στην ολέθρια καταστροφή που υπέστη ο αμερικανικός στόλος.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η ιαπωνική εισβολή στις Φιλιππίνες την ίδια χρονιά ανάγκασε τις αμερικανικές δυνάμεις του Μακάρθουρ να εγκαταλείψουν άρον άρον το νησί! Η προέλαση του εχθρού τον ώθησε να καταφύγει κατατροπωμένος τον Μάρτιο του 1942 στην Αυστραλία, όπου και θα προβεί στη μεγαλόστομη δήλωσή του: «Ξέφυγα και θα επιστρέψω».
Θα περνούσαν μάλιστα δύο χρόνια για να τηρήσει ο Μακάρθουρ την υπόσχεσή του: μέσα από μια καλά υπολογισμένη και σταδιακή αντεπίθεση κατά των ιαπωνικών δυνάμεων, με προοδευτική κατάληψη νησιών και οχυρών του εχθρού, πήρε κάποια στιγμή το πάνω χέρι στον Ειρηνικό.
Παρά το κακό ξεκίνημά του, απέδειξε την ηγετική του αξία συντονίζοντας υποδειγματικά (αν και όχι χωρίς λάθη και παράτολμες ενέργειες) στρατό ξηράς, ναυτικό και αεροπορία, μετρώντας μια σειρά από εμφατικές νίκες που τον έστεψαν «καίσαρα του αμερικανικού στρατού». Μέσα στους θριάμβους που σημείωνε πια σωρηδόν, ο Μακάρθουρ δεν έχανε ευκαιρία να καταφέρεται ανοιχτά κατά της πολιτειακής ηγεσίας, αλλά και της στρατιωτικής, ισχυριζόμενος αγέρωχα πως ήταν λάθος η επικέντρωση της αμερικανικής στρατηγικής στην Ευρώπη και όχι στον Νοτιοδυτικό Ειρηνικό.
Κι έτσι όταν τον Οκτώβριο του 1944 δήλωσε περιχαρής «επέστρεψα» και ο Ρούσβελτ τον διόρθωσε λέγοντας πως έπρεπε να πει «επιστρέψαμε», ο Μακάρθουρ έκανε πως δεν άκουσε! Για τον θρίαμβο του Ειρηνικού παρασημοφορήθηκε και πάλι και πήρε άλλη μια προαγωγή, ως στρατηγός πια του αμερικανικού στρατού (Δεκέμβριος του 1944), όντας τώρα στα 65 του χρόνια.
Στο τέλος του πολέμου, ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν τον έχρισε ανώτατο διοικητή των Συμμαχικών Δυνάμεων και ο ίδιος υποδέχθηκε την ιαπωνική επιτροπή πάνω στο θωρηκτό «Μιζούρι» στις 2 Σεπτεμβρίου 1945 για την παράδοση της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου. Τα επόμενα έξι χρόνια (1945-1951) θα τα περάσει στο Τόκιο ως επικεφαλής των κατοχικών δυνάμεων, επιτηρώντας την εκ νέου ανοικοδόμηση της χώρας αλλά και τον πλήρη αφοπλισμό των ιαπωνικών οχυρών που πολεμούσαν ακόμα, παρά την παράδοση.
Όταν εισέβαλαν οι Βορειοκορεάτες στη Νότια Κορέα τον Ιούνιο του 1950, τα νεοϊδρυθέντα Ηνωμένα Έθνη τον έχρισαν επικεφαλής των ενωμένων δυνάμεών τους. Ο Μακάρθουρ, παρά την εκ νέου αργοπορημένη αντίδρασή του, θα αποδείξει για άλλη μια φορά τη στρατηγική του ευφυΐα αψηφώντας το εγκεκριμένο σχέδιο επίθεσης και κάνοντας τα δικά του! Η επίθεσή του τον Σεπτέμβριο ήταν αποτελεσματικότατη και έτρεψε τους εισβολείς σε φυγή. Ως αγύριστο κεφάλι όμως που ήταν, αγνόησε για άλλη μια φορά τις υποδείξεις για επικείμενη κινεζική επίθεση κι έτσι αιφνιδιάστηκε και πάλι τον Οκτώβριο από τη μεγάλης κλίμακας κινεζική αντεπίθεση, όταν αναγκάστηκε να αποσυρθεί κάτω από τη Σεούλ.
Τότε, στον απόηχο της ηχηρής του ήττας, ήταν που κάλεσε από τα Μέσα ολομέτωπη επίθεση στην Κίνα, παρά τις ρητές υποδείξεις του Τρούμαν να κρατήσει τις απόψεις για τον εαυτό του. Εξοργισμένος ο αμερικανός πρόεδρος από τα θρασύτατα καμώματα του στρατηγού του, τον απάλλαξε από τα καθήκοντά του τον Απρίλιο του 1951.
Τελευταία χρόνια
. Επιστρέφοντας σε αμερικανικό έδαφος για πρώτη φορά από το 1937, ο Μακάρθουρ έγινε δεκτός με αλαλαγμούς ως εθνικός ήρωας. Ο λαϊκός ενθουσιασμός καταλάγιασε ωστόσο όταν εξεταστική επιτροπή της Γερουσίας τον κάλεσε να λογοδοτήσει για την εσπευσμένη απόλυσή του από το στράτευμα, διερευνώντας παράλληλα αν ήταν νόμιμη η απόταξή του. Ο Μακάρθουρ μπλέχτηκε στη δίνη του πολιτικού παιχνιδιού, αν και έδειξε για άλλη μια φορά τον αλαζονικό του χαρακτήρα λέγοντας χαρακτηριστικά: «Οι παλιοί στρατιώτες δεν πεθαίνουν ποτέ, απλά σιγοσβήνουν».
Οι Ρεπουμπλικανοί προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το λαϊκό του έρεισμα προσπαθώντας να τον προωθήσουν για το προεδρικό χρίσμα του κόμματος τόσο το 1944, όσο και το 1948 και το 1952. Ο ίδιος περνούσε τώρα τον καιρό του στην Ουάσιγκτον, εκτοξεύοντας κατηγορίες κατά του Τρούμαν που άφηνε τον κομμουνισμό να εξαπλωθεί στην οικουμένη και προσπαθώντας να υπερασπιστεί τη δράση του στην Κορέα. Το 1952 συναντήθηκε επίσης με τον άσπονδο φίλο του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, που είχε μόλις εκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ, και τον συμβούλευσε για τον ιδανικότερο στα μάτια του τρόπο να τελειώνει μια και καλή με τον πόλεμο στην Κορέα: μέσω εκτεταμένης χρήσης πυρηνικών! Ευτυχώς ο Αϊζενχάουερ απέρριψε το σχέδιό του.
Έπειτα από τη μικρή και αποτυχημένη εμπλοκή του στο πολιτικό σκηνικό, ο Μακάρθουρ μετακόμισε με τη σύζυγό του στη Νέα Υόρκη, όπου ανέλαβε καθήκοντα προέδρου στο διοικητικό συμβούλιο του κατασκευαστή γραφομηχανών Remington Rand. Τώρα μοίραζε τον χρόνο του μεταξύ των νέων του καθηκόντων αλλά και της συγγραφής των απομνημονευμάτων του, τα οποία θα εκδοθούν αργότερα σε βιβλίο αλλά και σταδιακά στο περιοδικό «Life».
Οι εμφανίσεις του στη δημόσια σφαίρα είναι τώρα σποραδικές, αν και οι επόμενοι πρόεδροι Τζον Κένεντι και Λίντον Τζόνσον θα σπεύσουν να τον συμβουλευτούν σε στρατιωτικά θέματα που ανέκυψαν κατά τις θητείες τους.
Κάποια στιγμή αποσύρθηκε εντελώς από τον δημόσιο βίο και ζούσε πια σαν ερημίτης σε γνωστό νεοϋορκέζικο ξενοδοχείο. Ο Ντάγκλας Μακάρθουρ άφησε την τελευταία του πνοή στην Ουάσιγκτον στις 5 Απριλίου 1964, σε ηλικία 84 ετών. Ενταφιάστηκε δημοσία δαπάνη ως ήρωας πολέμου.

Δείτε όλα τα πρόσωπα που φιλοξενούνται στη στήλη «Πορτραίτα» του newsbeast.gr

ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ FUJI TOMO KAZU

IΑΠΩΝΕΣ ΚΑΜΙΚΑΖΙ ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ. Από τον FUJI TOMO KAZU =Επικούρειο Πέπο.

Οι ιάπωνες καμικάζι

Ο πρόδρομος των «μαρτύρων του Ισλάμ»

Από τον Φοίβο Οικονομίδη
Μ.G. Sheftall
Καμικάζι Το επίφοβο όπλο της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας, 1944-1945
«Ιωλκός», 2008

Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, ο Μ. Τζ. Σέφταλ, είναι συνεργάτης καθηγητής στη Σχολή Πληροφορικής του Πανεπιστημίου της Σιζουόκα στην Ιαπωνία, όπου διδάσκει Πολιτισμική Συγκριτική ΗΠΑ-Ιαπωνίας καθώς επίσης και Δημιουργική γραφή.
Είναι ακόμη μεταφραστής και δημοσιογράφος, ειδικευμένος σε θέματα Αεροπορίας και Στρατιωτικής Ιστορίας. Στις μέρες μας ζει στην πόλη Χαμαμάτσου της Ιαπωνίας.
Ο επιμελητής της έκδοσης δεν μας διευκρινίζει αν είναι Αμερικανός ή Καναδός ή Αυστραλός, πάντως θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε Αγγλοσάξονας που εντρυφεί σε στρατιωτικά, πολεμικά θέματα και τον προσελκύει η μελέτη και διείσδυση στο ιαπωνικό μιλιταριστικό πνεύμα, παρόμοιο μ' εκείνο των ναζιστών του Χίτλερ και των φασιστών του Μουσολίνι, που οδήγησε στη συντριβή της Ιαπωνίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας, αντίστοιχα, στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Τους καμικάζι επανέφεραν στην επικαιρότητα οι επιθέσεις αυτοκτονίας των «πιστών του Ισλάμ», που συντάραξαν τη Νέα Υόρκη και συνεχίζουν να συνταράσσουν το Ιράκ, το Αφγανιστάν ή την Παλαιστίνη και το Ισραήλ.
Αντίθετα απ' ό,τι ίσως πιστεύεται, οι καμικάζι δεν ήταν μια διαρκής ιαπωνική παράδοση, όπως δεν ήταν και οι «μάρτυρες του Ισλάμ». Το φαινόμενο αυτό υπήρξε αποτέλεσμα έκτακτων καταστάσεων και κυρίως του επερχόμενου κινδύνου κατάρρευσης και άμεσης κατάληψης της Ιαπωνίας από τους Αμερικανούς.
Οπως αναφέρει ο Σέφταλ, «το πνεύμα αυτοθυσίας» απέπνεε μια αίσθηση ένδοξου θανάτου που ταίριαζε στη νοοτροπία μεσήλικων αξιωματικών καριέρας που συναθροίζονταν γύρω από τραπέζια συνεδριάσεων και έπαιζαν με τις ζωές των στρατιωτών τους. Δεν υπήρχε ιστορικό προηγούμενο στην Ιαπωνία για οργανωμένες τακτικές «αυτοκτονίας», ωστόσο η ιδέα των καμικάζι έμοιαζε με κάτι που πιθανώς θα έκαναν οι πολεμιστές του παρελθόντος και μπορούσε να παρουσιαστεί με ανάλογο τρόπο. «Θα έπρεπε να επινοηθούν» από την κρατική εξουσία κάποιες πειστικές παραδόσεις, με νεφελώδεις απαρχές και με ιδιαίτερο τονισμό του συνήθους ιαπωνικού πολεμικού πνεύματος. Αν η ιδέα παρουσιαζόταν σωστά, το κοινό ίσως να τη δεχόταν (σ. 68).
Με το πέρασμα του χρόνου η Ιαπωνία κινδύνευε με συντριβή και ο ναύαρχος Τακιτζίρο Ονισι θεώρησε τη λύση των καμικάζι την έσχατη λύση για να προκληθούν σοβαρές καταστροφές στα αεροπλανοφόρα και τα αμερικανικά πολεμικά πλοία γενικότερα.
Το ειδικό αυτό σώμα, αποτελούμενο κατά κύριο λόγο από πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας, σχηματίστηκε τελικά και ο ναύαρχος Ονισι μίλησε προς τη 201 Σμηναρχία των καμικάζι με τα παρακάτω λόγια, μεταξύ άλλων: «Η Ιαπωνία βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο. Κάποιος πρέπει να τη σώσει, δεν θα το κάνουν όμως οι ναύαρχοι και οι στρατηγοί ή οι πολιτικοί, και πάντως όχι οι ανώτατοι αξιωματικοί όπως εγώ. Θα το κάνουν εξαίρετοι, δυνατοί, νέοι άνδρες, όπως εσείς. Εμένα, που στέκομαι ταπεινά μπροστά σας, να με βλέπετε ως την ενσάρκωση και των 100 εκατομμυρίων συμπατριωτών σας που ζητούν τη βοήθειά σας... Εχοντας αναλάβει αυτό το ιερό καθήκον, έχετε όλοι σας καταστεί νέοι θεοί, που δεν θα έχετε πλέον επίγειες επιθυμίες, εκτός από την απόλυτα φυσική επιθυμία να ξέρετε αν πετύχατε ή όχι στην εκτέλεση της αποστολής σας. Καθώς όλοι σας θα περάσετε στον μακρύ, όμορφο ύπνο, λυπάμαι, -αλλά δεν θα μπορείτε να το γνωρίζετε με βεβαιότητα και οπωσδήποτε δεν θα μπορούμε εμείς, οι ζωντανοί, να σας το πούμε» (σελ. 102).
Διαβάζοντας στις σελίδες του βιβλίου περιγραφές αεροπορικών επιθέσεων των πιλότων-καμικάζι που προσδένονταν στο αεροπλάνο τους και έπεφταν πάνω σε αμερικανικά πολεμικά πλοία στις μάχες στον Ειρηνικό ωκεανό, ήρθε συνειρμικά στη μνήμη μας η τραγωδία των πύργων της Νέας Υόρκης την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, τότε που επιβατικά αεροπλάνα λειτούργησαν σαν πύραυλοι που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον των Νεοϋρκέζων.
Πρόκειται για ένα παράξενο βιβλίο που κινείται σε διαφορετικά επίπεδα. Από τη μια πλευρά προσφέρει ιστορικά στοιχεία, από την άλλη προσεγγίζει τη λογοτεχνία προσπαθώντας ν' αναπαραστήσει κάποιες χρονικές στιγμές της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ιαπωνία, πολεμικά, κοινωνικά ή ανθρώπινα στιγμιότυπα.
Παράλληλα ο συγγραφέας δίνει κάποιες εικόνες της σύγχρονης Ιαπωνίας περιγράφοντας τις συναντήσεις του από το 2002 και μετά με ανθρώπους των οποίων η μαρτυρία είχε αξία για τη συγγραφή του βιβλίου του.
Επειδή οι πιλότοι-καμικάζι που επιτέθηκαν σε πολεμικά πλοία, πέθαναν ακαριαία, δεν ήταν φυσικά δυνατόν να περιγράψουν και να καταθέσουν τη μοναδική εμπειρία τους.
Ο συγγραφέας εντόπισε πιλότους-καμικάζι που δεν χρησιμοποιήθηκαν την τελευταία στιγμή, κι έτσι παρέμειναν ζωντανοί, είτε στενά συγγενικά πρόσωπα καμικάζι που βρίσκονται εν ζωή.
Τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα. Από τους επιζώντες μάρτυρες μιας εποχής άλλοι θέλουν να ξεχάσουν αυτό το στρατοκρατικό παρελθόν των μάταιων θυσιών, που δεν απέτρεψαν τελικά τη συντριβή της Ιαπωνίας, άλλοι, γέροντες βετεράνοι του πολέμου, νοσταλγούν το παρελθόν, χωρίς όμως να εισακούονται από τη νεολαία, γεγονός που τους απογοητεύει.
Ο πρώην πιλότος της Αεροπορίας του ιαπωνικού Ναυτικού Χιντέο Σουζούκι έγραψε ένα ποίημα γεμάτο νόημα που προτάσσεται του βιβλίου:
«Μια μητέρα, τουλάχιστον όταν εμφανιζόταν δημοσίως, ήταν υποχρεωμένη να δείχνει ευτυχισμένη και ευγνώμων προς τον Αυτοκράτορα και τη χώρα της, που χάρισαν στον γιο της έναν τόσο ωραίο θάνατο».
Το αντιπολεμικό ιαπωνικό πνεύμα εκφράστηκε καταπληκτικά και στον κινηματογράφο, αν θυμηθούμε και την περίφημη ταινία του Ακίρο Κουροσάβα «Τα όνειρα».
Μια σύζυγος ενός καμικάζι, η κυρία Σιγκέκο, θυμόταν τη μέρα που έμαθε ότι η Ιαπωνία ηττήθηκε. Τα πόδια της λύγισαν «καθώς αφομοίωνε τον αντίκτυπο και τη βαρύτητα της πληροφορίας». Η προπαγάνδα του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού, που αποδείχτηκε σκληρός στη συμπεριφορά του προς τις χώρες που κατέλαβε, είχαν δημιουργήσει την πεποίθησή στους πολίτες της χώρας ότι η Ιαπωνία δεν μπορεί να χάσει. Και εκείνη τη μαύρη μέρα η Σιγκέκο σκέφτηκε: «Γιατί δεν είχε φυσήξει ο θεϊκός άνεμος; Πώς μπορεί να νίκησαν οι Αμερικανοί τη στιγμή που οι πιλότοι αυτοκτονίας είχαν κάνει τόσο μεγαλειώδεις θυσίες;». Ανάμεσα τους ήταν και ο άνδρας της. Αλλά με τον καιρό κατάλαβε ότι δεν ήταν τα πράγματα έτσι όπως τα είχαν περιγράψει οι ιάπωνες ιθύνοντες. Και η Σιγκέκο κατέληξε λέγοντας ότι «η ζωή είναι πολύ μικρή για να την περνάς δυστυχισμένος» (σ.σ. 446-451). Αντιθέτως ο πρώην πιλότος Ιβάο Φουκαγκάουα πιστεύει ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί η θυσία των συναδέλφων του.
Ο συγγραφέας φαίνεται να συμμερίζεται τις απόψεις του Φουκαγκάουα γράφοντας ότι «οι θυσίες της πολεμικής γενιάς της Ιαπωνίας θα αποδειχτούν ολότελα μάταιες μόνον αν οι Γιαπωνέζοι -και ο υπόλοιπος κόσμος- επιλέξουν να τις ξεχάσουν» (σ. 571).
Βέβαια εξαρτάται και πώς θα τη θυμούνται αυτή τη θυσία: σαν μια ηρωική πατριωτική πράξη ή σαν μια ανώφελη θυσία που στόχευε στη διατήρηση της ιμπεριαλιστικής στρατοκρατικής ιαπωνικής εξουσίας;
Το βιβλίο του Σέφταλ, που πλαισιώνεται από μια πλούσια εικονογράφηση, επιχειρεί να προσεγγίσει την ψυχοσύνθεση ενός λαού στο χτες και στο σήμερα. Και όσο παράξενο κι αν φαίνεται, οι Ιάπωνες μοιάζουν τόσο μακρινοί, αλλά και τόσο κοντινοί, άμα τους πλησιάσεις, με τους άλλους ανθρώπους. 

ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ FUJI TOMO KAZU

11/03/2011 ΜΙΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΟΥΚΟΣΙΜΑ ΤΗΣ ΙΑΠΩΝΙΑΣ Από τον FUJI TOMO KAZU = Επικούρειο Πέπο.

Η ιαπωνική κουζίνα... πέρα από το sushi

Ξεχάστε για λίγο την απόλαυση των φρέσκων sushi και περιπλανηθείτε σε άλλες γευστικές προτιμήσεις των Ιαπώνων…

Μπορεί η αυθόρμητη απάντηση στην ερώτηση «Τι τρώνε στην Ιαπωνία;» να είναι «sushi», αυτό όμως, είναι μόνο η κορυφή από το «παγόβουνο» της ιαπωνικής κουζίνας. Και η αλήθεια είναι ότι η τοπική κουζίνα έχει να επιδείξει πολλές νoστιμιές, που δεν περιλαμβάνουν... ωμό ψάρι. Ας τις γνωρίσουμε.
Yakitori
Οι izakaya στην Ιαπωνία –γιαπωνέζικο είδος pub- είναι μέρος κοινωνικοποίησης για τους Ιάπωνες, καθώς εκεί οι ντόποιοι συναντούν τους φίλους τους μετά τη δουλειά. Το πιο συνηθισμένο φαγητό στις izakaya είναι το yakitori. Πρόκειται για μικρά σουβλάκια από κρέας βουτηγμένα σε μια ιδιαίτερη bbq sauce και ψημένα ιδανικά στα κάρβουνα. Δοκιμάστε όλα τα είδη, από μοσχάρι και χοιρινό, μέχρι καρδιά κοτόπουλου και συκώτι. Το horumon (εντόσθια) είναι ίσως το πιο σημαντικό συστατικό των yakitori. Εκείνοι με που έχουν πιο συντηρητικές προτιμήσεις, μπορούν να δοκιμάσουν σουβλάκια με κοτόπουλο και φρέσκα κρεμμυδάκια ή gyuu rosu με κομμάτια μοσχαριού.
Curry Rice
Το curry rice είναι για πολλούς το εθνικό φαγητό της Ιαπωνίας. Μπορεί να μην είναι παραδοσιακή ιαπωνική συνταγή –το curry έφτασε στην Ιαπωνία από Ινδούς εμπόρους την εποχή Meiji (1868-1912)- αλλά στις επόμενες δεκαετίες, ενσωματώθηκε πλήρως στις ιαπωνικές γεύσεις και έγινε η πεμπτουσία των αγαπημένων τροφών των Ιαπώνων. Πιο αρωματικό και αρκετά πιο γλυκό σε σχέση με το ινδικό curry, το ιαπωνικό ρύζι με curry (curry rice) συνδυάζει γιαπωνέζικα λαχανικά, κρέας ή θαλασσινά και φυσικά, μπορεί να γίνει όσο πικάντικο επιθυμεί ο καταναλωτής.

Yakiniku
Το yakiniku είναι ένα κορεάτικου στιλ barbecue που υιοθέτησαν και οι Ιάπωνες και είναι εξαιρετικά δημοφιλές στη χώρα. Yakiniku για την ακρίβεια, σημαίνει «ψητό κρέας» στα ιαπωνικά. Μέρος της παρουσίασης του yakiniku είναι η τσίκνα και η φωτιά, καθώς κάθε συνδαιτυμόνας ψήνει μόνος του το κρέας του σε μια mini ψηστιέρα που έχει τοποθετηθεί στο κέντρο του τραπεζιού. Ψητά λαχανικά, χοιρινό, μοσχάρι, κοτόπουλο, θαλασσινά και ψάρια ή πιο εξεζητημένες γεύσεις, όπως εντόσθια, μοσχαρίσια γλώσσα, καρδιά κοτόπουλου, συκώτι και άλλα έχουν τη δική τους θέση στο bbq αυτό. Ό,τι κι αν επιλέξεις το yakiniku είναι υπέροχο!
Onigiri 

Ξεχάστε τα sandwich που ξέρατε. Τα onigiri είναι το απόλυτο fast food. Είναι μπάλες από ρύζι, συχνά γεμισμένες με άλλα υλικά όπως τόνο, σολομό, αυγά σολομού, προτού τυλιχτούν σε φύκι. Στα izakaya (bbq) μπορείτε να ψήσετε και onigiri αν θέλετε, να τα βουτήξετε σε σάλτσα σόγιας και να τα απολαύσετε τραγανά. Πολλοί προτιμούν τα onigiri σαν μεσημεριανό για τη δουλειά, ενώ πλανόδιοι τα πωλούν σε ειδική συσκευασία που διαχωρίζει τις ρυζόμπαλες από τα φύκια για να παραμένουν φρέσκα.
Nabe Θα έχετε διαπιστώσει ότι τα περισσότερα ιαπωνικά εστιατόρια εκτός Ιαπωνίας, προτιμούν στα μενού τους τη σούπα miso (σούπα με σόγια, φύκια και tofu). Αν θέλετε όμως, να απολαύσετε πραγματικά νόστιμη σούπα, το nabe είναι η ιδανική επιλογή. Το nabe είναι το καλύτερο χειμωνιάτικο πιάτο. Βάλτε στη φωτιά μια μεγάλη κατσαρόλα και προσθέστε κρέας, λαχανικά και θαλασσινά και αφήστε τα να σιγοβράσουν μέχρι να μαγειρευτούν. Στη συνέχεια, χωρίστε σε ατομικές μερίδες και όταν φάτε σχεδόν όλη τη σούπα, προσθέστε μερικά noodles στο υπόλοιπο ζουμί για να ρουφήξουν τη σούπα που περίσσεψε και να μην αφήσετε να πάει χαμένη ούτε μια σταγόνα από το πιάτο.
Nagashi SomenΈνας τρόπος για να παραμείνεις χαλαρός κατά τη διάρκεια του ζεστού ιαπωνικού καλοκαιριού είναι τα soumen –κρύα soba noodles. Με διαφορά, ο καλύτερος τρόπος για να τα απολαύσετε είναι με το τελετουργικό nagashi soumen. Σε αυτό, τα soumen noodles περνούν μέσα από μπαμπουδένιους σωλήνες κομμένους στα δύο με τη βοήθεια κρύου νερού που κυλά. Εσείς αρκεί να σταθείτε με το πιάτο σας κοντά στον σωλήνα και να σερβίρετε τα noodles στο πιάτο σας, αφού πρώτα τα βουτήξετε σε γλυκόξινη σάλτσα. Αν μη τι άλλο, είναι πολύ διασκεδαστικό.
Nikujaga 

Το nikujyaga είναι ένα κλασικό σπιτικό γιαπωνέζικο πιάτο που μοιάζει με στιφάδο, γεμάτο με πρωτεΐνη και υδατάνθρακες. Λεπτοκομμένα κομμάτια από μοσχάρι βράζονται στην κατσαρόλα μαζί με πατάτες, καρότα, κομμάτια ψαριού και sake και σερβίρεται πάνω από ρύζι. Είναι ένα παραδοσιακό πιάτο που μπορείτε να βρείτε στα οικογενειακά γιαπωνέζικα τραπέζια ή στα τάπερ της δουλειάς, καθώς είναι εξίσου νόστιμο, κρύο και ζεστό.
Okonomiyaki
Χωρίς αναφορά στην κουζίνα της Οsaka, η λίστα δεν θα ήταν ολοκληρωμένη. H κουζίνα της Osaka –γνωστή και ως «η κουζίνα του έθνους»- είναι γνωστή ως γαστρονομικός παράδεισος. Το οkonomiyaki σημαίνει «ψημένο όπως θέλεις» στα γιαπωνέζικα. Είναι κάτι ανάμεσα σε ομελέτα και pancake. Περιέχει αυγά, βούτυρο, αλεύρι, λάχανο και οποιαδήποτε κρέας ή λαχανικό θέλετε. Αφού ψηθεί, το okonomiyaki συνήθως σερβίρεται με bbq sauce, φύκια, τσιπς γαρίδας ή μαγιονέζα.
Takoyaki 

Ένας ακόμα γευστικός πειρασμός της Osaka είναι το takoyaki, το πιο γνωστό street food της πόλης. Τα takoyaki είναι τηγανίτες σε σχήμα μπάλας, τραγανές απέξω και κρεμώδεις μέσα, με γέμιση από χταπόδι. Σερβίρονται με φύκια, τσιπς ψαριών, bbq sauce, κρεμμυδάκια και μαγιονέζα. Τσιμπήστε τα με μια οδοντογλυφίδα και φάτε τα με προσοχή: τα takoyaki σερβίρονται εξαιρετικά καυτά.
Tonkatsu 

Οι τηγανητές χοιρινές κοτολέτες είναι από τις καλύτερες νοστιμιές της Ιαπωνίας και μοιάζουν πολύ με το γνωστό μας σνίτσελ. Οι κοτολέτες tonkatsu είναι τηγανητό παναρισμένο χοιρινό, πολύ ζουμερό, που σερβίρεται σε λευκό ρύζι, πολλές φορές μαζί με πίκλες, ραπανάκι ή σάλτσα δαμάσκηνου. Τα tonkatsu είναι επίσης πολύ συνηθισμένο συνοδευτικό για το curry rice. 

ANIXNEYTHS FUJI TOMO KAZU

Η ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΦΑΓΗΤΟΥ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΧΡΥΣΑΝΘΕΜΩΝ (ΙΑΠΩΝΙΑ)

Στη Χώρα των Χρυσανθέμων

Η ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΦΑΓΗΤΟΥ
Tου BAΣIΛH XAPΩNITH

Ο Έλληνας και γενικά ο δυτικός άνθρωπος, άμα βρεθεί στην Ιαπωνία πρέπει να λησμονήσει εντελώς τις διατροφικές του συνήθειες. Στα σύγχρονα εστιατόρια, θα βρει, βέβαια, ό,τι επιθυμήσει, μα αν θελήσει να γνωρίσει την παλιά ιαπωνική κουζίνα, ασφαλώς θα εκπλαγεί.
Στα παραδοσιακά σπίτια και τα αντίστοιχα εστιατόρια, δεν υπάρχουν πηρουνοκούταλα και μαχαίρια, ούτε και πιάτα απ' αυτά που εμείς χρησιμοποιούμε. Τα αναπληρώνουν, με ικανοποιητικό τρόπο, δύο ξυλάκια, τα Χάσι και αρκετά μπολ, συνήθως πορσελάνινα, περίτεχνα και σε διαφορετικά μεγέθη. Δεν τρώνε ψωμί. Τη θέση του έχει πάρει το ρύζι. Το κρέας και οι πατάτες απουσιάζουν από το τραπέζι ή παρουσιάζονται ελάχιστα. Τρώγονται όμως οι γλυκοπατάτες, όπως και τα λαχανικά, αλλά δεν τα μαγειρεύουν όπως εμείς. Εκεί χρησιμοποιούνται διαφορετικά, σαν συμπλήρωμα ή σαν στολίδι και γι' αυτό στα ανάλογα καταστήματα πουλιούνται συσκευασμένα σε πολύ μικρές ποσότητες μέσα σε νάιλον (2 φασόλια, 3 μπάμιες, 1 πιπεριά, 1 ντοματάκι κλπ). Τρώνε επίσης πολλά μανιτάρια και κρεμμύδια.
Όσον αφορά το κρέας, τα τελευταία χρόνια όλο και συχνότερα καταναλώνεται με αποτέλεσμα το ύψος των νέων ατόμων να έχει αυξηθεί. Έμαθα ότι εκτρέφουν μοσχάρια με ιδιαίτερη φροντίδα: τους κάνουν καθημερινά μασάζ, τα ποτίζουν μπύρα και τους έχουν συνέχεια ν' ακούν μουσική. Το κρέας τους είναι εξαιρετικά μαλακό και, φυσικά, πανάκριβο.
Δεν χρησιμοποιούν καρέκλες. Κάθονται χάμω, επάνω σε μαξιλάρια, γύρω από ένα χαμηλό τραπέζι. Σε μερικά εστιατόρια είδαμε ένα άνοιγμα, σαν πηγαδάκι, κάτω από το χαμηλό τραπέζι, για τα πόδια. Ήταν πολύ αναπαυτικό. 

Στο παραδοσιακό εστιατόριο, μόλις καθίσει ο πελάτης του φέρνουν μια λευκή, καυτή, βρεμένη πετσέτα, μέσα σε νάιλον, για να σκουπίσει τα χέρια του. Του φέρνουν επίσης ένα φλυτζάνι γιαπωνέζικο τσάι. Είναι πράσινο, άγλυκο, αλλά πολύ αγαπητό. Ακολουθούν σούπες με ή χωρίς φύκια, πίκλες, ψαρικά, λαχανικά, σάλτσες, σαλάτες. Ολα αυτά σε διαφορετικά μπολ. Και φυσικά, ρύζι. Το ρύζι βράζεται με διαφορετικό τρόπο, γίνεται πιο σφικτό από το δικό μας πιλάφι και πιάνεται εύκολα με τα Χάσι. Καμιά φορά ανακατεύεται με γαρίδες ή άλλα ψαρικά ή τυλίγεται με φύκια (όπως οι δικοί μας ντολμάδες) με ανοιχτές τις δύο άκρες. Αυτό λέγεται σούσι.
Σε κάποια εστιατόρια φέρνουν σύνεργα μαγειρικής (γκαζάκια, τηγανάκια) κι ο πελάτης ψήνει το φαγητό που έχει παραγγείλει.
Οι γιαπωνέζοι τρώνε πολλά φύκια, όπως και πολλά ωμά ψάρια. Τα ψάρια είναι κομμένα σε λεπτές φέτες, τα βουτούν στις ειδικές σάλτσες και είναι αρκετά νόστιμα. Τα λένε σασίμι.
Βούτυρα δεν χρησιμοποιούν. Ούτε γαλακτερά. Ολα τους τα φαγητά είναι ελαφρά.
Η γιαπωνέζικη κουζίνα δεν θέλει πολύ λάδι. Μόνο στις σαλάτες και σε κάποια τηγανητά που είναι μείγμα από ψαρικά, λαχανικά, μανιτάρια κλπ και τα λένε τεμπούρα μπορούν να βάλουν λίγο. Τώρα χρησιμοποιούν σπορέλαια ή ιταλικό λάδι. Με κατάλληλη διαφήμιση θα μπορούσε να προωθηθεί και το ελληνικό. Είναι πολλά εκατομμύρια άνθρωποι....
Η σόγια χρησιμοποιείται πολύ και σε πολλές μορφές (σκόνη για σούπες, λάδια για τα τεμπούρα ή τις σαλάτες, κύβους για τις σάλτσες).
Τα χάσι τα χειρίζονται με μεγάλη ευχέρεια. Τρώνε πολύ και γρήγορα. Στις σούπες, το υγρό, τι πιο φυσικό πίνεται.
Οπως πληροφορήθηκα, η πρώτη δουλειά της γιαπωνέζας νοικοκυράς, μόλις σηκωθεί το πρωί, είναι να ετοιμάσει μια μεγάλη ποσότητα ρύζι καθώς και αρκετό τσάι. Το ρύζι θα αποτελέσει τη βάση της διατροφής της οικογένειάς της για όλη τη μέρα. Το διατηρούν ζεστό και το χρησιμοποιούν και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ.
Ενα φλυτζάνι τσάι κι ένα μπολ ρύζι, είναι καλό πρωινό.

Για μεσημεριανό ένα μπολ σκέτο ρύζι ή σούσι, καθώς και κάποια σούπα με μακαρονοειδή, καλύπτουν ικανοποιητικά τις θρεπτικές ανάγκες. Κατά τις 7 τρώνε το βραδινό. Είναι το πιο φροντισμένο και συνήθως το πιο πλούσιο φαγητό τους. Εκτός από τα παραπάνω, μπορεί να συνοδεύεται και με λαχανικά, σαλάτα ή φρούτα. Στις σούπες χρησιμοποιούν αρκετά αβγά.
Με τέτοια διατροφή φυσικό είναι να μη συναντά κανείς αρκετά παχείς ανθρώπους. Επίσης, εξ αιτίας των πολλών ψαριών, τα μαλλιά τους είναι συνέχεια μαύρα.
Βλέποντας το μεγάλο αριθμό των μπολ αναρωτήθηκα πόσο θα κοπίαζε η γιαπωνέζα νοικοκυρά και το ρώτησα. Μου είπαν απλά: Έτσι γίνεται!
Η εμφάνιση του φαγητού είναι πρωταρχικής σημασίας. Οι Γιαπωνέζοι φροντίζουν πάρα πολύ να ευχαριστήσουν και το μάτι τους. Η τακτοποίηση των φαγητών στον δίσκο, το στρώσιμο γενικά του τραπεζιού είναι αδύνατο να περιγραφεί. Ωρα μπορείς να το θαυμάζεις και να μην τολμάς να το χαλάσεις τρώγοντάς το. (Σ' ένα τηγανητό μπορεί να δεις ένα φύλλο χρυσάνθεμου. Μια ρόγα σταφύλι μπορεί να έχει μετατραπεί σε λουλούδι κλπ).
Φυσικά και η μεγάλη ποικιλία, καθώς και η ιδιαίτερη τακτοποίηση δεν μπορεί να γίνεται καθημερινά από σκληρά εργαζόμενους ανθρώπους. Γίνεται στις επίσημες ημέρες και στα καλά εστιατόρια.
Ποτό για τους Γιαπωνέζους είναι το σακέ. Παρασκευάζεται από ρύζι και πίνεται σε μικρά ποτηράκια όπως και η δική μας τσικουδιά και είναι άλλο σακέ για τους άνδρες και άλλο (ελαφρύτερο σαν λικέρ) για τις γυναίκες.
Μετά το φαγητό, πίνεται και πάλι τσάι και η τελετουργία του φαγητού παίρνει τέλος.. 
ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ FUJI TOMO KAZU